Ο Γιώργος Λάνθιμος δεν γυρίζει απλώς ταινίες. Δημιουργεί μεγεθυμένα αντίγραφα ανθρώπινων καταστάσεων. Ο σκηνοθέτης τοποθετεί στο φακό του τον ευρυγώνιο καθρέφτη της εποχής μας και μας κοιτάζει πίσω με μάτι ψαριού, με γωνίες που τεντώνουν το πρόσωπο και ξεδιπλώνουν τα τσαλακωμένα εσώψυχα.

Από την Κινέττα, όπου η βία γίνεται χορογραφία σε ένα ψυχρό θέρετρο Θανάτου στη Βενετία, ως τον κλειστοφοβικό Κυνόδοντα, όπου ο πατέρας φυλακίζει τα παιδιά που μαθαίνουν να γαβγίζουν για να μην ακούσουν τον κόσμο έξω, ο Λάνθιμος δεν αφηγείται ιστορίες- σκάβει τρύπες στο πρωτόκολλο της κανονικότητας και μας ρίχνει μέσα. Και εκεί μέσα στο σκοτάδι, μαθαίνουμε τις αποχρώσεις της μοναξιάς, όταν στις Άλπεις, οι νεκροί νοικιάζονται σαν κοστούμια δεύτερης χρήσης για να απαλύνουν την απώλεια, και στον Αστακό η ίδια μοναξιά τιμωρείται με μεταμόρφωση σε ζώο.

Αυτή η μεταμόρφωση, ξεκινά εκεί, στις εσχατιές της ύπαρξης, όταν ο σκηνοθέτης μας δίνει να δοκιμάσουμε την αλλόκοτη γεύση της μετάλλαξης, μέσα από τον πλούτο της θηλυκής της πλευράς: Η δίψα για εξουσία στην Ευνοούμενη μεταμορφώνει με βιτριολικό χιούμορ τα γυναικεία σώματα σε πολεμικές μηχανές, στο Poor Things η γυναίκα Φρανκεστάιν ξυπνάει και αποφασίζει να φάει τον κόσμο με την πείνα ενός παιδιού και την οργή μιας θεάς, ενώ η Bugonia, η πιο πολιτική του ταινία ως τώρα, αποτελεί μια κραυγή ότι ο κόσμος τελειώνει- όχι από εισβολή εξωγήινων, αλλά από την εισβολή της απληστίας, της αποξένωσης και της άρνησης να κοιτάξουμε κατάματα τι έχουμε κάνει.

Γιώργος Λάνθιμος
Άποψη της έκθεσης

Η κινηματογραφική ματιά του Γιώργου Λάνθιμου ακόμα κι όταν φαίνεται να «μαλακώνει»,  δεν μαλακώνει ποτέ- απλώς αλλάζει το είδος του μαχαιριού. Διατέμνει την ανθρώπινη υπόσταση από την απόσταση μεταξύ ματιού και μικροσκοπίου, και τα χειρουργικά εργαλεία που χρησιμοποιεί είναι τα πιο κοφτερά: μια γλώσσα που μοιάζει ξένη, οι διάλογοι που φέρουν την αίσθηση μιας μετάφραση από νεκρή γλώσσα, οι κινήσεις που προέρχονται από Αυτόματα, οι φακοί που παραμορφώνουν τα σώματα για να μην τα αφήσουν να χωρέσουν στο κάδρο της εύκολης ανάλυσης, της εύκολης παραγωγής συναισθήματος. Το σινεμά του Λάνθιμου λειτουργεί αναντίστοιχα με το σινεμά ευρείας κατανάλωσης και πέψης, το οποίο στις μέρες μας προέρχεται κυρίως από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού και το οποίο δεν δύναται να κατανοήσει πόσο οραματικά στοχάζεται μία τέτοιου υψηλού βεληνεκούς κινηματογραφική γλώσσα.

Αυτή η υπόκωφα φωτισμένη, αλλόκοτη ψυχογεωγραφία του Πάθους και του Λάθος, με αναφορές που ψηλαφούν τον Ιερώνυμο Μπος, παρουσιάζεται σε φωτογραφικά καρέ και πορτρέτα- φέτες ζωής, μοναξιάς, απώλειας, φθοράς, και ανείπωτης ομορφιάς στην έκθεση στη Στέγη. Στην πρώτη του μεγάλη φωτογραφική παρουσίαση στην Ελλάδα, ο Γιώργος Λάνθιμος αποκαλύπτει τις απαρχές του Μυστηρίου. Οι 182 εικόνες που φιλοξενούνται στον υπόγειο χώρο -1 της Στέγης (7 Μαρτίου – 17 Μαΐου 2026) λειτουργούν σαν καρέ που κόπηκαν από τις ταινίες του, αλλά και σαν κάτι βαθύτερα αυτοτελές: στιγμές που αρνούνται να υπακούσουν σε γραμμική, “λογική” αφήγηση.

Οι τρεις σειρές από γυρίσματα (Poor Things, Kinds of Kindness, Bugonia) αποπνέουν την απόκοσμη, ελαφρώς διαταραγμένη ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει τον κινηματογράφο που κάποιοι έχουν βαφτίσει άδοξα ως Greek weird wave: παράξενα κάδρα, σώματα σε αμήχανες στάσεις και με την πλάτη γυρισμένοι στο θεατή, φωτισμοί που μοιάζουν να υπονομεύουν την ίδια την ύπαρξή του φωτογραφιζομένου. Το ασπρόμαυρο κυριαρχεί, αφαιρώντας κάθε περιττή απόσπαση προσοχής και αφήνοντας μόνο υφή, σκιά, ένταση. Και κοντά του, κάπου σε ένα diner στην άκρη της suberbia, κάθονται o Edward Hopper, o Roger Ballen, ο Orson Wells, ο David Lynch.

Στις τρεις πρώτες σειρές, η κάμερα του σκηνοθέτη σταματάει για μια στιγμή και γίνεται μάτι, χωρίς σενάριο να την υποχρεώνει. Σώματα σε αιωρούμενες στάσεις, βλέμματα που κοιτούν πέρα από το κάδρο, σκιές που παραμορφώνουν πρόσωπα σαν να προσπαθούν να ξεφύγουν από την ίδια τους την ύπαρξη. Το ασπρόμαυρο, αλλά και το έγχρωμο με την πατίνα των καμένων πολαρόιντ, ακουμπά την ουσία πάνω στην υφή των πραγμάτων, των φυτών, των άδειων κρεβατιών, των τακουνιών, του σώματος- κούκλας, των άδειων ρούχων, του βάρους ενός χεριού που ακουμπάει αμήχανα, που δεν θα αγγίξει πραγματικά. Σε κάποιες από αυτές η Emma Stone συλλογίζεται ως ηρωίδα του Vermeer δίπλα σε σκηνικά τοπίων κατεστραμμένων. Κάθε φωτογραφία λειτουργεί σαν απόσπασμα από όνειρο που διακόπηκε απότομα- και όμως, μέσα στην ακινησία της, σπαρταράει μια αόρατη ταραχή, μια ανήσυχη αλήθεια που ψάχνει διέξοδο.

Και ξαφνικά, στο τέταρτο κεφάλαιο- εκείνο που παρουσιάζεται για πρώτη φορά παγκοσμίως, ο Λάνθιμος αφήνει πίσω τα σετ, τα κοστούμια, τις εντολές. Βγαίνει στους δρόμους της Αθήνας και στα νησιά του Αιγαίου, σε ώρες που ο κόσμος απλά υπάρχει ή δεν υπάρχει, και αποτυπώνει την ευάλωτη φύση του τοπίου μαζί με τους πρωταγωνιστές του- την αναρχία της δόμησης, την εντροπία της φύσης, την εύθραυστη πολυτιμότητα του χρόνου και της νεότητας. Κυπαρίσσια, πεσμένοι σοβάδες, κεραίες, στύλοι της ΔΕΗ, μισά άσπρα άλογα, κολώνες, κύματα, χώματα, φέρετρα, δέντρα που οριζοντίωσε ο κυκλαδίτικος άνεμος, ο βράχος-όστρακο της Τήνου, το βαθύ  απορροφητικό βλέμμα της Αγγελικής Παπούλια, ρωγμές. Σκηνές οικείες και απόκοσμες, μπανάλ και ιερές. Σποραδικοί άνθρωποι- πολλή μοναξιά. Δεν υπάρχει πια το σκηνοθετημένο παράδοξο- υπάρχει η ήσυχη, καθημερινή ομορφιά του αληθινά παράδοξου κόσμου που συνήθως προσπερνάμε.

Ο Λάνθιμος, όπως έχει πει ο ίδιος, βλέπει τη φωτογραφία σαν χώρο μεγαλύτερης ελευθερίας: λιγότεροι κανόνες, λιγότερη υποχρέωση να εξηγήσει, να δικαιολογήσει, να ολοκληρώσει. Και πράγματι, η έκθεση δεν εξηγεί τίποτα. Και κυρίως δεν σου λέει τι να νιώσεις. Σε αφήνει να σταθείς μπροστά σε κάθε εικόνα μόνος και μόνη, να ακούσεις τον ήχο της σιωπής της, να αισθανθείς πώς κάτι μέσα σου αρχίζει αργά να ανοίγει, να μετατοπίζεται.

Γιώργος Λάνθιμος
Άποψη της έκθεσης

Είναι μια έκθεση που δεν τελειώνει όταν φεύγεις από τον υπόγειο χώρο. Σε ακολουθεί έξω, στους δρόμους, στα μάτια των περαστικών, στις σκιές που πέφτουν λοξά το απόγευμα. Σου θυμίζει ότι ο κόσμος θα είναι πάντα κάπως λαθεμένος, κάπως υπερβολικός, κάπως αληθινός. Και κάπου εκεί δίπλα μας βρίσκεται ο Γιώργος Λάνθιμος και τον/μας παρατηρεί.

Διαβάστε επίσης:

Yorgos Lanthimos – Photographs: Ένα σπάνιο καλλιτεχνικό γεγονός στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση
Yorgos Lanthimos: Photographs – Προσβάσιμες περιηγήσεις στην έκθεση στη Στέγη