Η Gisela McDaniel έχοντας γεννηθεί στη Νεμπράσκα αλλά με καταγωγή από τη μία εκ των 5 Αμερικανικών αποικιών, το Γκουάμ, γνωρίζει από πρώτο χέρι πώς να είσαι μία αυτόχθων θηλυκότητα σε μία παγκοσμιοποιημένη κοινωνία που ξαναβάζει στο τραπέζι τα κυρίαρχα ερωτήματα του φύλου, της φυλής, της γηγενούς παράδοσης και της ψυχογεωγραφίας μίας ζωής εν κινήσει ανάμεσα σε κουλτούρες, προσωπικές μυθολογίες και διαχρονικές ιστορίες. Το έργο της λειτουργεί στη διασταύρωση της αποδόμησης και της ανακατασκευής, όπου τα θραύσματα συνενώνονται σε κάτι ταυτόχρονα οικείο και εκπληκτικά καινούργιο.

Η McDaniel προσεγγίζει τις πρωταγωνίστριες των έργων της μe φροντίδα. Τις αφήνει να ξεδιπλωθούν μπροστά στον καμβά, να απλώσουν τα δίχτυα των εσωτερικών τους βιωμάτων, φόβων, ελπίδων, ώστε να τα συλλέξει η καλλιτέχνιδα-σαμάνος και να τα μετατρέψει σε ευεργετικά “ξόρκια” που θα απαλύνουν τις γωνίες της αγωνίας και θα λειτουργήσουν αποτροπαϊκά και ταυτόχρονα μαγευτικά μιας υπέρτατης αλλά άπιαστης ομορφιάς.

Για να γίνει αυτό, μαζί με το πλούσιο χρώμα, που ανθίζει μέσα από την οργιώδη βλάστηση, και το calm, lux et volupte χάδι πάνω στο γυναικείο σώμα, για να παραφράσουμε τον Matisse, σημαντική δομική και εννοιολογική θέση στο έργο έχει το κολάζ. Η πολυπλοκότητα των κολάζ της McDaniel δεν βρίσκεται απλώς στην τεχνική τους εκτέλεση, αλλά στη πολυδιάσταση τους. Προσεγγίζει το γυναικείο σώμα ως έναν τόπο αμφισβητούμενων σημασιών—ιστορικών, πολιτισμικών, προσωπικών—και προχωρά στην αποσυναρμολόγηση και επανασυναρμολόγηση αυτών των σημειώσεων μέσα από τις συνθετικές της στρατηγικές. Κάθε έργο λειτουργεί ως μια οπτική αρχαιολογία, στρωματοποιώντας θραύσματα εικόνων που εκτείνονται από ιστορικές αναφορές τέχνης, σύγχρονα μέσα, μέχρι αφηρημένες παρεμβάσεις. Το αποτέλεσμα είναι ένα παλίμψηστο θηλυκότητας που αρνείται την ενιαία ερμηνεία.

Αυτό που διακρίνει την προσέγγιση της McDaniel είναι η καινοτόμος μεθοδολογία της αναπαράστασης. Αντί να παρουσιάζει τη γυναικεία μορφή ως μια πλήρη, συνεκτική οντότητα—τον παραδοσιακό τρόπο καλλιτεχνικής αναπαράστασης που ιστορικά αντικειμενοποίησε τις γυναίκες—τη θραύει και την πολλαπλασιάζει. Τα σώματα εμφανίζονται αποσπασμένα, επαναλαμβανόμενα, επικαλυπτόμενα και αναδιαμορφωμένα. Αυτός ο κατακερματισμός δεν είναι βίαιος αλλά γενεσιουργός· υποδηλώνει την πολλαπλότητα της γυναικείας εμπειρίας και ταυτότητας. Ένα χέρι μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικές κλίμακες, δύο μάτια ανοίγουν σύμπαντα μέσα από τις οπές τους, ένα πρόσωπο που ξαφνικά γυρίζει να μας κοιτάξει αινιγματικά μπορεί να επαναληφθεί σε ποικίλες εκδοχές, ορμώμενο μέσα από ένα νέον φόντο, σαν φωτεινό όνειρο, δημιουργώντας μια αίσθηση κίνησης, μεταμόρφωσης και πληθυντικότητας που αμφισβητεί το στατικό ανδρικό βλέμμα που έχει κυριαρχήσει στην ιστορία της τέχνης.

Ο χρόνος της στη Μύκονο επηρέασε προφανώς τις ατμοσφαιρικές ιδιότητες του έργου. Υπάρχει μια μεσογειακή λαμπρότητα στην παλέτα των ψημένων χρωμάτων της—λευκά εμφανίζονται σποραδικά που υποδηλώνουν πέτρα ξεθωριασμένη από τον ήλιο, μπλε που αντηχούν το Αιγαίο, γήινες ώχρες σε αποχρώσεις φυλλωμάτων που μιλούν για αρχαία τοπία. Ωστόσο, αυτή η γεωγραφική ιδιαιτερότητα δεν γίνεται ποτέ κυριολεκτική καθώς όλα βυθίζονται σε μία θερμή ροδοκόκκινη αχλή, ως νέο Et in Arcadia Ego μανιφέστο. Αυτά τα χρώματα λειτουργούν όχι περιγραφικά αλλά συναισθηματικά και συμβολικά. Είναι χρώματα που θυμίζουν στιχουργικό λεξιλόγιο: το μπλε της μελαγχολίας, το λευκό της κάθαρσης, το κόκκινο της μεταμόρφωσης.

Η έκθεση στα Δύο Χωριά προϊδεάζει για την επερχόμενη ώριμότητα της McDaniel στην κλίμακα και την εγκατάσταση. Μεγαλύτερα έργα κυριαρχούν καθώς αιωρούνται στο χώρο, με την περίπλοκη πυκνότητά τους, απαιτώντας στενή εξέταση για να εκτιμηθούν οι λεπτές σχέσεις μεταξύ των στοιχείων, ενώ μικρότερα αντικείμενα προσφέρουν στιγμές οικειότητας. Ο ίδιος ο χώρος της γκαλερί, με το χαρακτηριστικό φως της Αθήνας να διαχέεται, δημιούργησε έναν διάλογο μεταξύ των εκτιθέμενων έργων και του περιβάλλοντός τους—η πόλη ως ένα άλλο στρώμα στο συνεχιζόμενο κολλάζ της McDaniel.

Η καινοτομία της McDaniel επεκτείνεται στο υλικό της λεξιλόγιο. Χρησιμοποιεί όχι μόνο παραδοσιακά στοιχεία κολάζ—χαρτί, φωτογραφία—αλλά εισάγει απροσδόκητες υφές και ευρήματα που φέρουν τις δικές τους θαλασσινές ιστορίες όπως υφάσματα ρούχων, κοχύλια, φύκια, κόκαλα, ακίδες αχινών, δίχτυα, βαρίδια από αγκίστρια. Το ίδιο το κολλάζ, ως τεχνική, έχει τελετουργικές διαστάσεις στα χέρια της McDaniel. Η πράξη του κοψίματος, του διαχωρισμού, του επανασυνδυασμού—αυτές είναι χειρονομίες που έχουν μαγικές συνδηλώσεις. Είναι μια διαδικασία solve et coagula, διάλυσης και επανασύνθεσης, μια αλχημική μεταμόρφωση όπου τα πρώτα υλικά μεταμορφώνονται σε κάτι νέο και πιο πολύτιμο.

Αυτοί οι τρόποι ύπαρξης διαπερνόνται από μια βαθιά μυστικιστική αίσθηση που υπερβαίνει την καθαρά φορμαλιστική ανάλυση. Υπάρχει κάτι τελετουργικό στον τρόπο που συνθέτει τα κολάζ της—μια διαδικασία που θυμίζει αρχαίες πρακτικές μαντείας, όπου τα κομμάτια διασπαρμένα και επανασυνδεδεμένα αποκαλύπτουν κρυμμένες αλήθειες. Κάθε έργο λειτουργεί σαν ένα είδος οπτικής θαυματοποίησης, μια επίκληση θηλυκών δυνάμεων που έχουν καταπιεστεί, λησμονηθεί, ή περιθωριοποιηθεί από την κυρίαρχη πατριαρχική κουλτούρα.

Στα έργα της McDaniel ανιχνεύεται μια ισχυρή σύνδεση με προ-χριστιανικές παραδόσεις και παγανιστικές κοσμοθεωρίες. Η επαναλαμβανόμενη παρουσία του ημίγυμνου γυναικείου σώματος δεν είναι απλώς ανθρωπομορφική—είναι αρχετυπική, θυμίζοντας αρχαίες θεότητες της γονιμότητας, της σελήνης, και της γης. Υπάρχει μια ενδεχόμενη αναφορά στις τριπλές θεές, στις μάγισσες, στις σίβυλλες—γυναικείες φιγούρες που κατείχαν γνώση και δύναμη έξω από τις πατριαρχικές δομές.

Η χρήση του κατακερματισμού και της επανάληψης στο έργο της μπορεί να διαβαστεί ως μια σύγχρονη εκδοχή των αρχαίων συμβόλων και αμουλέτων. Τα σώματα μέσα στα θραύσματα μιας αρχέγονης φύσης γίνονται ιερά αντικείμενα, talismans που φέρουν προστατευτική ή μεταμορφωτική δύναμη. Η McDaniel ανακτά μια προ-ορθολογική σχέση με την εικόνα—μια που αναγνωρίζει τη μαγική δύναμη της αναπαράστασης, την ικανότητα του καλλιτέχνη να καλεί πραγματικότητες στην ύπαρξη μέσω της πράξης της δημιουργίας.

Η Μύκονος, όπου εκπονήθηκε μέρος του έργου της, φέρει το δικό της παγανιστικό φορτίο. Το νησί, με τους αρχαίους του μύθους—κοντά στη Δήλο, τόπο γέννησης του Απόλλωνα και της Άρτεμης—φαίνεται να αφήνει το στίγμα του στη δουλειά της. Το Αιγαιακό τοπίο, με την εκθαμβωτική του λευκότητα και την αλμυρή του αύρα, εμποτίζει τα έργα με μια αίσθηση του ιερού, του τόπου όπου το θνητό συναντά το θείο.

Η εικαστική γλώσσα της McDaniel είναι εγγενώς ποιητική—όχι με την έννοια της διακοσμητικής ομορφιάς, αλλά με την έννοια της συμπύκνωσης, της μεταφοράς, και της πολυσημίας που χαρακτηρίζει την ποίηση. Όπως ένα ποίημα λειτουργεί μέσω της έλλειψης, της υπαινικτικότητας, και της λυρικής συσσώρευσης εικόνων, έτσι και τα κολλάζ της δημιουργούν νόημα μέσα από την ασαφή διαύγεια τους. Υπάρχει μια ποιητική οικονομία στη σύνθεσή της. Κάθε στοιχείο έχει επιλεγεί με την ακρίβεια ενός ποιητή που επιλέγει λέξεις. Τα κενά χωρία—οι σιωπές μεταξύ των εικόνων—είναι εξίσου σημαντικά με τα ίδια τα στοιχεία. Αυτή η σχέση μεταξύ παρουσίας και απουσίας, μεταξύ του ειπωμένου και του άρρητου, είναι βασικά ποιητική.

Η αντίληψη του θηλυκού ως μυστηρίου δεν αναφέρεται στην πατριαρχική έννοια της γυναίκας ως αινιγματική ή ακατάληπτη για το ανδρικό βλέμμα, αλλά με την αρχαία έννοια του mysterion, της μυστικιστικής αλήθειας που αποκαλύπτεται μόνο μέσω της μύησης και της εμπειρίας. Τα πολλαπλασιασμένα σώματα, οι επαναλαμβανόμενες φιγούρες, δημιουργούν μια αίσθηση της αέναης επιστροφής, του κυκλικού χρόνου που συνδέεται με θηλυκές εμπειρίες—την εμμηνόρροια, την κύηση, τις εποχές. Αυτός ο κυκλικός χρόνος αντιτίθεται στον γραμμικό, πρωτοτυπικά ανδρικό χρόνο της προόδου και της κατάκτησης. Οι εικόνες εδώ αναδύονται και διαλύονται σαν οράματα, σαν όνειρα ή υπνοβατικές καταστάσεις. Αυτή η ρευστότητα, αυτή η άρνηση σταθερών συνόρων και σαφών οριοθετήσεων, είναι και ποιητική και μυστικιστική—είναι μια κατάσταση συνείδησης όπου το εγώ διαλύεται και το ψυχικό συλλογικό αναδύεται.

Στην έκθεση στο Δύο Χωρία, αυτά τα μυστικιστικά και ποιητικά στοιχεία δημιούργησαν μια ατμόσφαιρα σχεδόν ιερού χώρου. Ο επισκέπτης δεν τα θεωρεί απλά έργα τέχνης αλλά εισέρχεται σε έναν χώρο μύησης, όπου οι συνήθεις τρόποι βλέματος και κατανόησης αναστέλλονται υπέρ κάτι πιο διαισθητικού και βιωματικού. Η McDaniel, μέσω αυτού του συνδυασμού μυστικισμού, παγανισμού, και ποιητικής ευαισθησίας, δημιουργεί μια τέχνη που αντιστέκεται στον πλήρη ορθολογισμό, που ζητά να βιωθεί όσο και να αναλυθεί, που προσκαλεί στη σιωπηλή κοινωνία περισσότερο παρά στη λεκτική ερμηνεία. Το έργο της μας υπενθυμίζει ότι η τέχνη, στην καρδιά της, είναι μια μυστικιστική πράξη—μια προσπάθεια να αγγίξουμε το απροσπέλαστο, να ονομάσουμε το ανώνυμο, να δούμε το αόρατο.​​​​​​​​​​​​​​​​

Η έκθεση υποστηρίζει ένα νέο είδος αναπαράστασης—ένα που τιμά την πολυπλοκότητα έναντι του μινιμαλισμού, την πολλαπλότητα έναντι της μοναδικότητας, και τη γένεση έναντι της απλής διαβίωσης. Σε μια εποχή που ακόμα παλεύει με ερωτήματα γυναικείας θέσης και δράσης, τα κολλάζ της McDaniel προσφέρουν όχι απαντήσεις αλλά έναν πλούσιο γενεσιουργό χώρο για συνεχή αμφισβήτηση και επανα-φαντασίωση.

Διαβάστε επίσης:

Gisela McDaniel – Pineptran Istreyas & Αχινός: Έκθεση στην γκαλερί Δύο Χωριά