Έρημος του Σινά, ένας τόπος άγνωστος, η συνάντηση του ανθρώπου με την μοίρα του και τον Θεό θα μπορούσε κανείς να πει. Το οδοιπορικό του αφηγητή είναι συνυφασμένο με έναν τόπο ιερό και μυστηριακό, ένα μέρος όπου ο άνθρωπος κατανοεί την ματαιότητα της ύπαρξής του από την μία μεριά και την δύναμη της ψυχής του που αντέχει από την άλλη. «Μέσα στην έρημο χωρίς τη βοήθεια του άλλου είσαι χαμένος. Κι, όμως, μέσα στην έρημο, ακόμα κι όταν είσαι μόνος, δεν νιώθεις μόνος ποτέ. Κάπου θα βρεθεί μια απρόσμενη πηγή να σε δροσίσει ή μια χουρμαδιά για να ανάψεις το βράδυ φωτιά ή μια μικρή σπηλιά μέσα στο βράχο. Ακόμα και τίποτα από όλα αυτά να μη βρεθεί στο δρόμο σου, πάλι δεν είσαι μόνος…”. Πράγματι, η έρημος αγκαλιάζει τον ταξιδιώτη γιατί αυτός να αποτελεί μέρος της και σαν μάνα τον φροντίζει γιατί εκείνη τον καθιστά ευάλωτο στις αντιξοότητές της έτσι ώστε εκείνος να αντιληφθεί την ισχύ της, όχι εκδικητικά αλλά με διάσταση συμπαντική, τον καλεί ανοιχτά να στοχαστεί. Ο άνθρωπος στην έρημο είναι όλα και τίποτα μαζί, μία συμμέτοχη δύναμη σε αυτό που ονομάζουμε πλάση και εκεί καλείται να αναμετρηθεί με το είναι του, το λέγειν του, το σκέπτεσθαι μακριά από τα εγκόσμια και τα επίσημα.

Στην έρημο, αν και τίποτα δεν συμβαίνει συμβαίνουν όλα γιατί κανείς ποτέ δεν νιώθει εγκαταλελειμμένος, η βουή του ανέμου που απλώνει τα δίχτυα του και στέλνει μηνύματα, η μουσική της άμμου που βρυχάται και παρασέρνει κάθε τι στο διάβα της, ο ήλιος που καίει και λούζει με το φως του κάθε επιφάνεια εξουσιάζοντάς την σαν βασιλιάς Αιγύπτιος, όλα στην έρημο είναι έτσι πλασμένα και δομημένα που κυριαρχεί το χάος και η τάξη ακριβώς την ίδια στιγμή με αξιοθαύμαστη αρμονία. Ο πανανθρώπινος παράγοντας είναι η δεύτερη φύση της για αυτό και η πορεία στην έρημο είναι απρόβλεπτη, εκεί έγκειται άλλωστε και η μαγεία της πορείας αυτής. Σαν οι περιπατητές νιώσουν πως δεν διακατέχονται από φόβο αλλά τους εμπνέει ο τόπος σεβασμό, αυτοί ως προσκυνητές ενός άυλου κόσμου νιώθουν ζεστασιά και ας έχει έξω κρύο παγερό. Το τσάι, οι καμήλες, τα πετρόχτιστα σπίτια των Βεδουίνων και η φιλοξενία τους σε βαθμό πολλές φορές φορτικό αλλά ανιδιοτελή είναι η συνταγή της επιβίωσης όπου γιατρός και φάρμακο δεν χρειάζονται, η ίδια η φύση έχει προβλέψει για την ίαση της ψυχής. Είναι τόσο σαγηνευτική η «ανάβαση” αυτή και ο ταξιδευτής, σαν ένας άλλος Μέγας Αλέξανδρος, πορεύεται στα χνάρια τόσων και τόσων ανθρώπων που τα έβαλαν με την ίδια τους την υπόσταση για να αντιληφθούν το μεγαλείο του τοπίου και της αχανούς ερημικής «θάλασσας”.

Στο τέλος της ολιγοσέλιδης μικρής ιστορίας που αναφέρεται στις αναμνήσεις του γράφοντος από την έρημο του Σινά, το τοπίο είναι χιονισμένο και η εικόνα είναι καθηλωτική, σαν ένα σκηνικό κινηματογραφικό που θαρρείς πως κάποιος ήρθε να πασπαλίσει με λευκό πέπλο έναν ολόκληρο χρυσό μανδύα. Εκείνη την στιγμή εμφανίζεται ο «Καπετάνιος” για να φέρει εις πέρας μια αποστολή γιατί το «πλήρωμα” πρέπει να βγει σώο και αβλαβές, αλώβητο από την σπαρμένη με λευκό χιτώνα έρημο και να οδηγηθεί και πάλι στο ξέφωτο. Οι παρομοιώσεις είναι τα αναγκαία όπλα του αφηγητή, ο ίδιος έζησε μοναδικές στιγμές και τις χαρίζει σε λέξεις σαν να μεταφέρει τον αναγνώστη και να τον καθιστά κοινωνό των εμπειριών του σε έναν τόπο που ίσως ποτέ δεν θα ξαναεπισκεφθεί. Οι εικόνες έχουν έναν παλμό και μία λάμψη απαστράπτουσα ακόμα και εμείς καλούμαστε να τις φανταστούμε αφού δεν είμαστε εκεί ενώ οι άνθρωποι που πρωταγωνιστούν, απείραχτοι από την λαίλαπα του αχόρταγου από ύλη «πολιτισμού”, έχουν αυτή την χάρη της αγνότητας και της όμορφης αγριότητας που τους κάνει ξεχωριστούς στα μάτια μας. Τα σπίτια τους όπως και τα ψέματά τους είναι απλά και ταπεινά: «Σε τούτα τα μικρά δωμάτια φτιαγμένα από έρημο μέσα στην έρημο, εκεί ερωτεύονται, εκεί μεγαλώνουν, εκεί ζυμώνουν ψωμί, εκεί σου προσφέρουν απλόχερα το λιγοστό τους ρύζι, το λιγοστό τους ξινόγαλο, το δροσερό τους νερό που ποτέ δεν μπορείς να ξεχάσεις, την πελώρια αγάπη τους που αφήνει τα αστέρια σκυφτά να περνούν κάτω από την μικρή πόρτα τους κι ύστερα να σου τα προσφέρουν τόσο απλά, τόσο γλυκά”.

Με ευλάβεια και κατάνυξη η έρημος του Σινά προσφέρεται στον επισκέπτη σαν την γυναίκα που κρύβει μέσα της μυστικά αιώνων και πολιτισμών και ο ταξιδευτής τα ανακαλύπτει αν την δει κατά μέτωπο, αναγνωρίσει την ομορφιά της και σταθεί πλάι της σαν φίλος και συνοδοιπόρος για να αφουγκραστεί την μεγαλοσύνη της, την αίγλη της και την απλότητά της μέσα από την ψηλάφηση των σημείων της και την ροή του πανδαμάτορα χρόνου. Ποιητικότητα, θεατρικότητα είναι συστατικά μιας ερήμου που πάντα εκπλήσσει. Αν θέλαμε και μπορούσαμε να δώσουμε μία μικρή και σύντομη περιγραφή στον όρο έρημος το παρακάτω πλησιάζει πολύ την ταυτότητά της: «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από το συναπάντημα μέσα στην έρημο. Ξαφνικά ο λαιμός σου δροσίζεται, το στομάχι στου σταματάει να πονάει και νιώθεις μια γλυκιά ξεκούραση να διαπερνά όλο το σώμα”.


Αποσπάσματα

«Βροχή, καταχνιά, δεν υπάρχει κανείς να σου πει ένα αντίο, να του πεις ένα γεια, και η σιωπή χαμένη. Το κελάηδισμα των πουλιών αφόρητο μέσα στη μοναξιά και ο αέρας θόρυβος παγερός”.

«Οι πιο χορτάτοι άνθρωποι δεν έχουν φάει ποτέ τους πορτοκάλι, μήλο ή αχλάδι, δεν έχουν φάει ποτέ τους λάδι ή ελιές. Οι πιο χορτάτοι άνθρωποι μέσα στα ολοκάθαρα μάτια τους έχουν σκόνη”.


Διαβάστε επίσης:

Γκεμπελία – Δημήτρης Χιλλ