Στο Θέατρο Τζένη Καρέζη παρατηρώ το κοινό της «Έντα», το οποίο μοιάζει απόλυτα συνδεδεμένο με όσα εκτυλίσσονται επί σκηνής. Η παράσταση των Γιώργου Παλούμπη και Αντώνη Τσιοτσιόπουλου καταφέρνει να μας κάνει, ως θεατές, να γελάμε με προανακριτικές επιτροπές, παρακολουθήσεις, επικοινωνιακές διαχειρίσεις, κρυφές συμφωνίες και πολιτικά σκάνδαλα.

Λίγες μέρες αργότερα, συνομιλώ με τον Γιώργο Παλούμπη, συνδημιουργό του έργου και σκηνοθέτη της παράστασης, για τη διαδρομή αυτής της σύγχρονης «Έντας», τη σχέση της με την ιψενική ηρωίδα και, κυρίως, για το πώς ένα κλασικό δραματουργικό υλικό μπορεί να μετασχηματιστεί σε ένα αιχμηρό πολιτικό σχόλιο για το σήμερα.

Πού σταματά η ιψενική «Έντα Γκάμπλερ» και πού ξεκινά η παλουμπικο-τσιοτσιπουλική εκδοχή της; Η Έλενα Τοπαλίδου υποδύεται μια νέα ηρωίδα, που διατηρεί ορισμένα χαρακτηριστικά της εμβληματικής μορφής του Ίψεν, τοποθετημένη όμως σε ένα διαφορετικό πλαίσιο· ένα πλαίσιο που αφορά άμεσα τις κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες των δημιουργών της παράστασης — και, κρίνοντας από τις αντιδράσεις του κοινού, σίγουρα όχι μόνο τις δικές τους.

***

– Σε προηγούμενες συνεντεύξεις σας έχετε αναφέρει ότι η «Έντα» προέκυψε ύστερα από πρόταση των ανθρώπων του θεάτρου Τζένη Καρέζη να ανεβάσετε την «Έντα Γκάμπλερ», αλλά εσείς επιλέξατε να τη χρησιμοποιήσετε ως βάση για ένα δικό σας έργο. Μπορείτε να μας μεταφέρετε τη δημιουργική διαδικασία που ακολουθήσατε με τον κύριο Τσιοτσιόπουλο;

Γενικότερα, με τον Αντώνη, σε όλες τις δουλειές που έχουμε γράψει μαζί, η διαδικασία είναι πάντα μια σειρά από συζητήσεις στην αρχή. Μέσα από αυτές, σιγά-σιγά, διαμορφώνεται το τι περίπου θέλουμε να πούμε, πώς μας αρέσει να είναι η ιστορία και ποιοι χαρακτήρες μας ενδιαφέρουν. Αυτές οι συζητήσεις προχωρούν σταδιακά σε μια πιο συγκεκριμένη βάση, μπαίνουν οι σκηνές σε μια σειρά, δημιουργείται δηλαδή μια σκαλέτα. Συνήθως κάπως έτσι δουλεύουμε. Και όταν φτάσουμε σε ένα σημείο που μπορούμε να πούμε ότι πάνω-κάτω έχουμε την ιστορία, πολλές φορές το τέλος ακόμα δεν το έχουμε. Το βρίσκουμε αργότερα.

Κάπου εκεί ο Αντώνης αρχίζει να γράφει και μου στέλνει σκηνές ή τις βλέπω επί τόπου, όταν τις γράφει μαζί μου. Του δίνω feedback και συνεχίζουμε κάπως έτσι, βλέποντας τι πάει, τι δεν πάει, πού πάει αυτό, δοκιμάζοντας και αλλάζοντας. Αυτή είναι η διαδικασία.

Έτσι έγινε και εδώ. Πράγματι, μας έγινε η πρόταση για την «Έντα Γκάμπλερ», αλλά εμείς, με βάση τα ενδιαφέροντά μας και την πορεία που έχουμε μέχρι τώρα – όπου φτιάχνουμε έργα από την αρχή, που είναι πάντα ελληνικά και πηγάζουν από προβληματισμούς πολύ κοντά σε εμάς – νιώθαμε ότι ήταν αρκετά μακρινό να πιάσουμε αυτούσια την «Έντα Γκάμπλερ».

Μας ενδιέφερε να μπούμε ξανά στα δικά μας χωράφια, όπως τα έχουμε χαράξει. Έτσι, πιάσαμε την ιστορία της «Έντα Γκάμπλερ», την ξαναείπαμε διάφορες φορές, ξεκινώντας από την αρχή και εστιάζοντας στο ποια στοιχεία μάς ενδιαφέρουν να κρατήσουμε. Διατηρήθηκε σίγουρα ένας βασικός πυρήνας του χαρακτήρα της Έντα: το ότι βρίσκεται σε ένα σπίτι χωρίς ρόλο, μόνη της, ότι η δράση της υπηρετεί τον άντρα της, όπως συμβαίνει και στο έργο του Ίψεν. Από εκεί και πέρα, όμως, μπήκαν και άλλα ενδιαφέροντα, όπως πολιτικά ερωτήματα που έχουμε σε σχέση με τη δημοκρατία και την κατάσταση στη χώρα μας. Έτσι άρχισε να δημιουργείται σιγά-σιγά μια τελείως διαφορετική ιστορία, όπου αυτή η Έντα δεν μένει στο παρασκήνιο κάνοντας υπόγειες κινήσεις, όπως η ηρωίδα του Ίψεν, αλλά αρχίζει να δρα αλλιώς, να βγαίνει μπροστά.

Υπήρχαν, βέβαια, και θέματα ψυχολογικού τύπου, όπως και στην «Έντα Γκάμπλερ». Και εκείνη είχε μια περίεργη ψυχοσύνθεση, που θα μπορούσε να την οδηγήσει ακόμη και σε αυτοκαταστροφικές ή αυτοκτονικές τάσεις. Εδώ, όμως, η δράση της στρίβει και πηγαίνει τελείως αλλού. Γιατί μας ενδιέφερε να δούμε διαφορετικά αυτή τη γυναίκα και, μέσα από την ιστορία της, να μιλήσουμε και για άλλα πράγματα που αφορούν την πραγματικότητα και την πολιτική συνθήκη.

Τελικά, μιλήσαμε για τη δημοκρατία, για το πώς, ακόμα κι αν θεωρητικά είναι το καλύτερο πολίτευμα, κρύβει μέσα της πολλές παγίδες που έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη φύση και με το πώς κινείται ο κάθε άνθρωπος μέσα σε αυτό το σύστημα. Και για το αν, τελικά, η δημοκρατία μπορεί όντως να είναι δημοκρατία.

Γιώργος Παλούμπης και Αντώνης Τσιοτσιόπουλος υπογράφουν το κείμενο της παράστασης | Photo Credit: Ελίνα Γιουνανλή

– Ξεκινάτε με το Mortal Kombat, ή με κάτι που παραπέμπει σε αυτό το παιχνίδι. Αυτό φαντάζομαι ότι έχει να κάνει και με τον πολιτικό βίο και με τον τρόπο που οπτικοποιείται η εξόντωση, αλλά και με μια αίσθηση ότι στην πολιτική κανένας δεν «καίγεται» οριστικά. Θα ήθελα να μας πείτε πώς σκεφτήκατε αυτή την έναρξη.

Από την αρχή θέλαμε αυτή η Έντα να έχει μείνει στο σπίτι, να περιφέρεται και να κάνει κάτι άχρηστο. Μέσα σε όλα αυτά, βρίσκει το PlayStation του γιου της, από τότε που ήταν μικρός, και αρχίζει να παίζει.

Από εκεί και πέρα, μας άρεσε πολύ η ιδέα να ξεκινήσει η παράσταση με έναν τρόπο που είναι σαφέστατα βίαιος και συγκρουσιακός. Πρόκειται για μια τέτοια εικόνα, αλλά ταυτόχρονα και λίγο γελοία. Όλη αυτή η βία, η γελοιότητα και η σύγκρουση είναι πολύ συμβατές με όσα συμβαίνουν μέσα στο έργο, αλλά και με αυτό που συμβαίνει στην πολιτική πραγματικότητα.

Οπότε ναι, θεωρήσαμε πως μας ταιριάζει ως αρχή. Και σε επίπεδο έναρξης παράστασης μάς φάνηκε ενδιαφέρουσα μια τέτοια επιλογή.

– Από τους διάφορους χαρακτήρες της παράστασης μου κέντρισε την προσοχή ο ρόλος της Μαρίας. 

Ο χαρακτήρας της Μαρίας είναι ο μόνος άνθρωπος μέσα στο έργο που παραμένει εντελώς καθαρός, με την έννοια ότι μέχρι το τέλος δεν γνωρίζει τι ακριβώς κρύβεται από πίσω, ποιος είναι μπλεγμένος και σε τι. Με έναν τρόπο, συμβολίζει τον πολίτη, αυτόν που τελικά πληρώνει το κόστος όλων των συμφερόντων των άλλων.

Η Ράνια Σχίζα ως «Μαρία» και ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος ως «Μίμης/Μήτσος/Δημήτρης»

– Και την Έντα, πάντως, τη βλέπουμε σε αρκετά σημεία να δυσφορεί έντονα. Υπάρχει μάλιστα μια φράση που λέει η Έλενα Τοπαλίδου, η οποία με γοήτευσε ιδιαίτερα και νομίζω ότι είναι εξαιρετικά χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο επιβάλλονται οι ανδρικές φωνές στον χώρο της πολιτικής, ακόμη και μέσα από την ένταση. 

«Όταν δεν έχουν τι να πουν φωνάζουνε, αλλά ξεχνάνε ότι στο μεγαλύτερο μέρος του σύμπαντος οι φωνές τους δεν ακούγονται»…

Η Έντα, με όλα τα αρνητικά που έχει, έχει και πολλά δίκια. Είναι η κόρη ενός μεγάλου πολιτικού άντρα, αλλά παρ’ όλα αυτά βιώνει και η ίδια έναν αποκλεισμό από την πολιτική ζωή. Είναι εκτοπισμένη από την πολιτική επειδή έκανε στην άκρη για να δώσει χώρο στον άντρα της.

Στη συνέχεια, παρατηρώντας τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονται οι άνθρωποι και οι πολιτικοί γύρω της, αποφασίζει να μπει η ίδια στην πολιτική, με την πρόθεση να κάνει το σωστό. Τελικά, όμως, μπλέκεται και εκείνη στο πλέγμα των ψεμάτων. Αυτό είναι και ένα βασικό σχόλιο του έργου, το ότι ακόμη και με τις πιο αθώες προθέσεις, αν μπεις σε αυτό το σύστημα, είναι πολύ πιθανό να βγεις διεφθαρμένος.

– Οπότε η δική σας Έντα ψάχνει την ομορφιά; Τη θέλει;

Τη θέλει, και μάλιστα το λέει ρητά, σε έναν μικρό αυτοσχέδιο λόγο που κάνει στη Μαρία. Λέει ότι είναι ώρα, πέρα από την ειλικρίνεια, τη δικαιοσύνη και όλα αυτά, να υπογράψουμε ένα καινούριο συμβόλαιο με την ομορφιά.

Δεν μείναμε πολύ σε αυτό το στοιχείο της, όπως  συμβαίνει στο κείμενο του Ίψεν. Παρ’ όλα αυτά, και η δική μας Έντα είναι ένα άτομο που αυτό που παρατηρεί γύρω της είναι ασχήμια, και μάλιστα μεταφορική. Η ομορφιά, για εκείνη, είναι μια εσωτερική και ουσιαστική ομορφιά, μια ομορφιά στις σχέσεις των ανθρώπων. Ναι, τη θέλει, την επιθυμεί και τη διεκδικεί μέσα στο έργο.

– Γιατί επιλέγετε να τοποθετήσετε την ιστορία στο 2032, και γιατί σε κήπο;

Η ιστορία τοποθετείται στο κοντινό μέλλον, το 2032, γιατί μας φαινόταν μια ρεαλιστική πιθανότητα. Μετά από μια μακρά περίοδο δεξιάς διακυβέρνησης, θα μπορούσε πράγματι να υπάρξει μια σύμπραξη κεντροαριστερών κομμάτων που να πάρει την εξουσία, με ένα πρόσωπο αδέκαστο, τίμιο και ισχυρό. Μας έβγαζε νόημα να το πάμε προς τα εκεί. Δεν είναι ούτε τώρα ούτε παλιά· είναι λίγο μετά.

Η επιλογή του κήπου μάς άρεσε ως ιδέα, γιατί πρόκειται για έναν χώρο όπου μπορούν να συμβούν πράγματα. Ψάχνοντας, όμως, συναντήσαμε και την πληροφορία ότι το να μετακινεί κανείς αντικείμενα εκτός σπιτιού είναι κάτι που κάνουν διάφοροι άνθρωποι σε περιόδους πένθους ή όταν θέλουν να δηλώσουν κάτι. Αρχίζουν δηλαδή να βγάζουν τα πράγματα του σπιτιού έξω, στον κήπο. Στο έργο μας, βέβαια, αυτό γίνεται σε υπερβολή, μιας και σταδιακά ο χώρος του κήπου μετατρέπεται σχεδόν σε εσωτερικό χώρο. Μας άρεσε αυτή η ιδέα, μας έβγαζε νόημα. Το να βγάζεις πράγματα έξω λειτουργεί σαν ένα παρατεταμένο πένθος, και αυτό που θα βγει τελευταίο στην παράστασή μας σηματοδοτεί το απόλυτο τέλος.

Η Έλενα Τοπαλίδου ως «Έντα»

– Φαντάζομαι ότι έχετε παρακολουθήσει κάποιες παραστάσεις και έχετε δει τις αντιδράσεις του κοινού. Στην παράσταση που παρακολούθησα εγώ, ο κόσμος γελούσε αρκετά.

Γελάει, ναι.

– Θεωρείτε, λοιπόν, ότι το να γελάμε μαζί, με ένα καταγγελτικό γέλιο, είναι κι αυτό μια μικρή πολιτική πράξη;

Ναι, σαφώς. Στο θέατρο που παλεύουμε να κάνουμε πάντα υπάρχει χιούμορ, και μάλιστα ένα χιούμορ που πηγάζει από την κατάσταση. Η ίδια η κατάσταση συνήθως περιέχει μια γελοιότητα, την οποία εμείς οι άνθρωποι την έχουμε. Οι άνθρωποι, άλλωστε ως πολυπρισματικά όντα, έχουμε τα πάντα μέσα μας: το δράμα, την κωμωδία, τη γελοιότητα, το σπουδαίο.  Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όταν μιλάμε για το σοβαρό θέμα της πολιτικής, αυτό εμπεριέχει πολλή γελοιότητα. Και αυτή η παράσταση έχει ένα συνεχές χιούμορ, το οποίο το βάλαμε από ανάγκη για σχόλιο. Γι’ αυτό η παράσταση χρησιμοποιεί καταφεύγει συνέχεια στο χιούμορ. Είναι σχόλιο να γελάς με την κατάσταση αυτών που ορίζουν τις ζωές μας. Αυτό το χιούμορ μας καθαίρει και μας σώζει. Και, εννοείται, ότι είναι πολιτική πράξη.

Κεντρική εικόνα θέματος: Γιώργος Παλούμπης | Photo Credit: Ελίνα Γιουνανλή

Διαβάστε επίσης:

Έντα, των Αντώνη Τσιοτσιόπουλου και Γιώργου Παλούμπη στο Θέατρο Τζένη Καρέζη