«Ο Μουνής» της Λένας Κιτσοπούλου έχει επανέλθει δυναμικά στη σκηνή, φωτίζοντας με χιούμορ και σκληρότητα όψεις της ανθρώπινης φύσης και της μικρής κοινωνίας. Με αφορμή την παράσταση που ανεβαίνει στο Θέατρο Olvio, μιλήσαμε με τον ηθοποιό για τη συνεργασία του με τη Νατάσα Παπαμιχαήλ, τη διαδικασία των προβών, τα όρια του χιούμορ, αλλά και για τις «ταμπέλες» που συχνά συνοδεύουν τόσο τους ήρωες του έργου, όσο και τους καλλιτέχνες στην πραγματική ζωή.

***

-Τι ήταν αυτό που σας κέντρισε περισσότερο όταν πρωτοδιαβάσατε το κείμενο του έργου;

Η γραφή της Κιτσοπούλου δύσκολα μπορεί να σε αφήσει ανεπηρέαστο και αμέτοχο. Η ειλικρίνειά της, η ευθύτητα, το χιούμορ, η τραγικότητα, ο ρυθμός, η πλοκή, η ανατρεπτικότητά της, το πολύ προσωπικό της στυλ σε κερδίζουν αμέσως. Διαβάζοντας τον «Μουνή» ένιωσα να συνομιλώ με κάτι πολύ γνώριμο. Αυτή η σκοτεινή ευαισθησία του με τράβηξε αμέσως.

-Πώς ακριβώς θα περιγράφατε το χιούμορ της παράστασης;

Το χιούμορ της παράστασης είναι από εκείνα που πρώτα σε κάνουν να γελάς και μετά να αναρωτιέσαι γιατί γέλασες. Δεν είναι “ασφαλές” χιούμορ. Είναι χιούμορ που ξεσκεπάζει τις καταστάσεις, όπως είναι και όλη η γραφή της Κιτσοπούλου. Γελάς στην παράσταση και συγχρόνως νιώθεις απελευθερωμένος, μα και λίγο ένοχος.

-Κατά τη διάρκεια της παράστασης άκουσα μια κυρία να ψιθυρίζει στη διπλανή της «αθάνατη ελληνική επαρχία», σχολιάζοντας όσα διαδραματίζονταν επί σκηνής…

Η φράση που ακούστηκε από τη θεατή μας είναι απλώς η βολική απόσταση όπου τοποθετούμε το πρόβλημα για να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι δε μας αφορά. Η ελληνική επαρχία γίνεται συχνά ένα εύκολο στερεότυπο για να εξηγήσουμε συμπεριφορές που μας ενοχλούν και να τις ξορκίσουμε. Στην πραγματικότητα όμως η υποκρισία, τα κουτσομπολιά και η βία που κρύβεται κάτω από το χαλί είναι παντού, ανεξαρτήτως γεωγραφίας. Οι πράξεις δεν είναι επαρχιώτικες αλλά ανθρώπινες.

-«Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω», που είχε γράψει και η Γαλάτεια Καζαντζάκη… Αλήθεια, μπορείτε να μας μεταφέρετε στο στάδιο της προετοιμασίας της παράστασης και στις συζητήσεις που είχατε με τη Νατάσα Παπαμιχαήλ σχετικά με την απόδοση των πιο έντονων και βίαιων σκηνών του έργου;

Στην προετοιμασία δώσαμε μεγάλο βάρος στις ακραίες και βίαιες σκηνές, όχι για να τις “φορτώσουμε”, αλλά για να τις αναδείξουμε με έναν άλλο τρόπο από τη ρεαλιστική τους φόρμα. Η Νατάσα, άλλωστε, προέρχεται από τον χώρο του χορού και γι’ αυτό δίνει μια ιδιαίτερη ματιά στη σκηνοθεσία: πιο αισθητική, συμβολική και σωματική.

Στις πρόβες οι βίαιες σκηνές δεν έγιναν ποτέ ρεαλιστικό θέαμα – και αυτό ήταν συνειδητή επιλογή. Υπάρχουν στη σκηνή με την ίδια βαρύτητα, αλλά χωρίς την κυριολεξία που θα τις έκανε απλώς σοκαριστικές. Η βία είναι ο πρωταγωνιστής, αλλά όχι ως εικόνα. Και ίσως αυτό κάνει τελικά τις σκηνές πιο αληθινές και πιο επικίνδυνες.

-«Ο Μουνής» έχει παιχτεί και εκτός Αθηνών. Παρατηρήσατε διαφορές στην ανταπόκριση του κοινού; Υπήρξε ποτέ ο φόβος ότι το κοινό της επαρχίας ίσως να αντιμετώπιζε το έργο πιο επιφυλακτικά;

Ο φόβος ότι ένας “τολμηρός” τίτλος ή ένα έργο θα σοκάρει την επαρχία νομίζω ότι είναι δικός μας και δεν αφορά τους ανθρώπους εκεί. Στην πραγματικότητα το κοινό της επαρχίας δεν ήταν καθόλου επιφυλακτικό· ίσως να ήταν και πιο ανοιχτό. Νομίζω πως προσεγγίζουν το θέατρο με λιγότερη επιφυλακτικότητα και χωρίς βεβαιότητες και “απόψεις”.

Δεν είναι καθημερινότητα το θέατρο εκεί και οι επιλογές είναι περιορισμένες, οπότε το αγαπούν και το εκτιμούν πιο αγνά από εμάς στην Αθήνα. Επίσης, συχνά στην επαρχία το θέατρο ξαναβρίσκει τη λαϊκότητα και την οικουμενικότητά του, κάτι που στις μεγαλουπόλεις δεν είναι πάντα εφικτό.

Νομίζω ότι ο Μουνής έχει πολύ ενδιαφέρον να ταξιδέψει σε επαρχιακές περιοχές, γιατί μιλάει για στερεοτυπικά θέματα που απασχολούν τον κόσμο με έναν τρόπο και μία γλώσσα τόσο άμεση, που θα μιλήσει αμέσως στην καρδιά τους.

-Σημαντικό στοιχείο του έργου είναι τα παρατσούκλια – οι «ταμπέλες» που κολλάει μια μικρή κοινωνία στους ανθρώπους. Θεωρείτε ότι κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στον χώρο της ηθοποιίας; Έχετε νιώσει ποτέ ότι τέτοιες «ταμπέλες» σας έχουν επηρεάσει ή καθορίσει επιλογές σας;

Είναι ακριβώς ο ίδιος μηχανισμός: η ανάγκη για ταξινόμηση και ορισμούς. Πόσο περιοριστικό είναι αυτό στην πραγματικότητα αργείς να το καταλάβεις· αυτοί οι τίτλοι συχνά γίνονται το όριό σου και ορίζουν τι “πρέπει” να κάνεις και τι δεν σου επιτρέπεται. Στη δουλειά μας αυτό είναι εμπόδιο, γιατί οφείλουμε συνεχώς να μεταμορφωνόμαστε και να δοκιμάζουμε. Προσωπικά δεν το έχω νιώσει, γιατί ξέρω ότι η διαδρομή μου κρίνεται από τις επιλογές μου – και νομίζω πως δεν χωρούν σε καμία «ταμπέλα».

-Πιστεύετε ότι το έργο αφήνει χώρο για κάθαρση ή κυριαρχεί μια αίσθηση εγκλωβισμού;

Το έργο δεν έχει κάθαρση με την κλασική έννοια του όρου. Η νεαρή ηρωίδα δε δείχνει έτοιμη να ξεφύγει σε αυτή τη φάση από τους εγκλωβισμούς που το περιβάλλον της επιβάλλει. Δεν υπάρχει κάτι που λύνεται. Δεν την ενδιαφέρει αυτό την Κιτσοπούλου, νομίζω. Θέλει να σε ταράξει, να σε ταρακουνήσει και να ξυπνήσει μέσα σου την επιθυμία έστω της αλλαγής.

Κι αυτό είναι μια μορφή κάθαρσης, γιατί ακόμη κι αν η εσωτερική μετακίνηση είναι μικρή, παραμένει πάντα η δυναμική να γίνει το πρώτο βήμα για ένα νέο μεγάλο ταξίδι ή για μια πραγματική μεταμόρφωση.

-Τι θα θέλατε να θυμάται ο θεατής περισσότερο από τη δουλειά σας σε αυτήν την παράσταση;

Θα ήθελα να θυμάται και να αναγνωρίσει την ειλικρίνεια αυτής της δουλειάς, την ισορροπία ανάμεσα στο τραγικό και το γελοίο και να καταλάβει ότι δεν παίχτηκε το έργο “εκ του ασφαλούς”, αλλά με πολύ ρίσκο, με σκοπό να δοθεί χώρος στο αληθινό να υπάρξει.

-Υπάρχει κάποιο άλλο επαγγελματικό σας σχέδιο για το οποίο θα θέλατε να ενημερώσετε το αναγνωστικό κοινό του CultureNow;

Κάτι ετοιμάζουμε και πάλι στον αγαπημένο χώρο του θεάτρου Olvio με τους συνήθεις εκεί υπόπτους, αλλά θα τα δείτε σε λίγο καιρό…

-Οπότε ανανεώνουμε το ραντεβού μας – έστω και με λίγη (συναρπαστική) αοριστία ως προς το πότε και τις επιμέρους λεπτομέρειες!

Διαβάστε επίσης:

Ο Μουνής, της Λένας Κιτσοπούλου σε σκηνοθεσία Νατάσας Παπαμιχαήλ ξανά στο Olvio