Η περίπτωση του Γιόζεφ Ροτ είναι η ιστορία ενός νομά της λογοτεχνίας, ενός ανθρώπου που με προφητικό τρόπο έγραψε για όλα αυτά που ο ίδιος δεν πρόλαβε να δει. Ο κόσμος του Ροτ, μέσα από τις αλλεπάλληλες συγγραφικές του απόπειρες, είναι ένας κόσμος σε αποδρομή, είναι η νοσταλγία του παρελθόντος που αναδύεται, είναι τέλος η απέλπιδα ελπίδα όλα όσα κακά προμηνύονται από τα γεγονότα τελικά να μην συμβούν. Ο Γιόζεφ Ροτ όμως θα δηλώσει συγκλονισμένος από τα γεγονότα: «Είναι καιρός να φεύγουμε. Θα καίνε τα βιβλία μας εννοώντας εμάς τους ίδιους. Όποιος λέγεται Βάσσερμαν, Ροτ, Ντέμπλιν, δεν έχει καιρό για χάσιμο. Πρέπει να φύγουμε για να ριχτούν μόνο τα βιβλία στην πυρά».

Ουσιαστικά δεν ήταν μόνο η ζωή του που απειλούνταν κατά κύριο λόγο, ήταν και η αδυναμία του να αντέξει το διασυρμό της ίδιας τους της ζωής, αυτή τη λαίλαπα της άνευ λόγου καταδίκης και συνεχόμενης δίωξής του, του φόβου και τρόμου που του δημιουργούσε πνευματική ασφυξία και ατμόσφαιρα εκφραστικής στέρησης. Δηλώνει συντετριμμένος από τις ολοένα και πιο δραματικές εξελίξεις και παραμένει βουτηγμένος στην απελπισία με το γράψιμο να γίνεται το μόνο φάρμακό του. Αποδοκίμασε όσο λίγοι από την πρώτη στιγμή την άνοδο του Χίτλερ και πολέμησε για τα ιδεώδη του όταν αυτοεξορίστηκε για να πεθάνει τελικά στο Παρίσι λίγο πριν το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Η ιστορία ενός ξένου στον ίδιο του τον τόπο

Στο βιβλίο αυτό που εμφανίζεται αποσπασματικό αλλά έντονα φορτισμένο, ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός της κρίσης του αφηγητή, μιας κρίσης ψυχολογικής που τον κεραυνοβολεί. Ο Ροτ κάνει αναφορά σε μία πατρίδα που είναι χαμένη, σε έναν τόπο που δεν γεννά πια χαρά και δεν εκπέμπει ανεμελιά και γαλήνη. Μιλάει για τα παλιά χρόνια και μας αφήνει με μια πικρή γεύση για το αβέβαιο παρόν, το οποίο πλέον ζει. Ο τόπος στον οποίο αναφέρεται το μυθιστόρημα είναι η περίφημη Γαλικία, τόπος καταγωγής του, αυτήν την οποία και μνημονεύει με έναν μελαγχολικό τόνο και μία συναισθηματική φόρτιση που είναι έκδηλη: «Εδώ έβγαιναν οι ωραιότερες φράουλες. Δεν κοίταζαν να κρυφτούν διακριτικά, όπως το συνηθίζουν αλλού. Έκοβαν το δρόμο αυτών που τις έψαχναν. Έτρεμαν βαριές απ’ τα λεπτά αλλά ανθεκτικά κοτσανάκια τους. Ήταν μεγάλες και φύτρωναν τόσο χαμηλά, τόσο κοντά στο χώμα, όχι από ταπεινοσύνη αλλά από περηφάνια. Έπρεπε να σκύψεις για να τις μαζέψεις».

Αφηγητής και εικονογράφος μίας απερίγραπτα κατά τα άλλα κατατρεγμένης κοινωνίας από τα δεινά και τις συμφορές του Μεγάλου πολέμου που μόλις έληξε και στον οποίο και εκείνος συμμετείχε άρα έχει εμπειρία από πρώτο χέρι, φέρνει στο προσκήνιο την ιστορία ανθρώπων που προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους και να ορθοποδήσουν ανακτώντας την χαμένη τους αξιοπρέπεια και αυτοπεποίθηση. Πως όμως να επανακάμψεις τόσο εύκολα όταν ο αέρας των όπλων ακόμα ηχεί και η ανασυγκρότηση κυρίως η ψυχολογική έχει καταστεί όνειρο απατηλό θερινής νυκτός; Ο Ροτ με αλληγορική ματιά και διάθεση πραγματεύεται την απώλεια ενός κόσμου που φεύγει και ενός κόσμου που λογικά θα αναγεννηθεί γιατί αυτό ορίζει η ιστορία της ανθρωπότητας, οι κρίσεις και οι πόλεμοι είναι αναγκαία κακά για την «αποτοξίνωσή» του.

Στην εισαγωγή του βιβλίου ο Alexis Tautou γράφει πολύ εύστοχα το παρακάτω: «Η Γαλικία που περιγράφει ο Γιόζεφ Ροτ σ’ ετούτο το μακροσκελές μυθιστορηματικό σπάραγμα είναι η μυθική Γαλικία που δεν έχει πάψει να τον στοιχειώνει από το Hotel Savoy (1924) και μετά – της οποίας η έκταση ιδωμένη μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της φαντασίας, ξεπερνά τα όρια του υπερβολικού και τα ιστορικά σύνορα της παλαιάς ανατολικής επαρχίας της Αυστρο-Ουγγαρίας». Αυτό που είναι ξεκάθαρο μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου είναι ο διαμελισμός της πάλαι ποτέ Αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας και άρα ο Ροτ βιώνει αυτές τις αλλαγές και αποχαιρετά τον παλιό κόσμο που ανήκει πια στο παρελθόν. Πρόκειται για μία έντονη ανησυχία, για μια αγωνία για τα μελλούμενα έχοντας κατά νου και τις πολιτικές εξελίξεις στην Γερμανία και την περίφημη πραξικοπηματική προσάρτηση αργότερα της Αυστρίας στην Γερμανία, πού οδεύει η πάλι ποτέ κραταιά Αυστρία;

Θεμελιώδεις αλλαγές που κλονίζουν τον Ροτ

Οι ήρωες του Ροτ δεν είναι παρά ο καθρέφτης των ίδιων του των προσωπικών βιωμάτων και των φόβων του για όσα εκτυλίσσονται μετά τον πόλεμο με συνέπειες στην καθημερινότητα των ανθρώπων που ζουν με την πραγματικότητα της φτώχειας και της ανέχειας πάνω από το κεφάλι τους. Ο Ροτ περιγράφει γλαφυρά όλα όσα παρατηρεί γύρω του, ξεδιπλώνει το φάσμα της δυστυχίας και της προσπάθειας κανείς να αντλήσει πλούτο από όπου μπορεί ακόμα και από το σχοινί του κρεμασμένου, κάθε κομμάτι του οποίου είναι πολύτιμο και πωλείται έναντι αδράς τιμής. «Η πόλη μας ήταν φτωχή. Οι κάτοικοί της δεν είχαν σταθερό εισόδημα, ζούσαν από θαύμα σε θαύμα. Υπήρχαν πολλοί που δεν έκαναν τίποτα. Έκαναν μόνο χρέη. Αλλά από ποιον δανείζονταν; Χρήματα δεν είχαν ούτε οι δανειστές. Ζούσαν από ευκαιρία σε ευκαιρία».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και κάτω από αυτές τις συνθήκες μονόδρομος λοιπόν τόσο για αυτόν όσο και για τον συνοδοιπόρο και συμπάσχοντα Στέφαν Τσβάιχ που έγραφε την ίδια εποχή με εκείνον ήταν η διαφυγή του στο εξωτερικό και η εγκατάστασή του σε τόπους πιο φιλόξενους και πιο «ζεστούς» ως προς την ελευθερία και την αποδοχή του έργου τους. Θα μείνει μακριά λοιπόν από τη χώρα του έχοντας πάντα το μυαλό του σε αυτήν, θα πει αντίο όμως και στη ζωή του την ίδια όπως την ήξερε με την ολοένα και μεγαλύτερη κατάρρευση λόγω της ανεξέλεγκτης κατανάλωσης οινοπνεύματος. Παρά τη μετοίκησή του σε άλλα μέρη ο Ροτ δεν θα μπορέσει να ορθοποδήσει και να ανακάμψει φεύγοντας απογοητευμένος όπως πολλοί σύγχρονοί του αφήνοντας πίσω όμως τεράστιο συγγραφικό έργο.

Αποσπάσματα

«Τώρα δεν είμαι πουθενά γεννημένος, πουθενά δεν είμαι σπίτι μου. Είναι αλλόκοτο και τρομερό, κι εγώ ο ίδιος νιώθω σαν πλάσμα του ονείρου, πού δεν έχει ούτε ρίζα ούτε σκοπό, που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, μόνο πάει κι έρχεται χωρίς να ξέρει καν πούθε έρχεται, πού πάει. Έτσι είναι όλοι οι συντοπίτες μου. Ζούνε σκορπισμένοι στον απέραντο κόσμο, γαντζώνονται μ’ αδύναμες ρίζες σε ξένα χώματα, κάνουν παιδιά τα οποία δεν ξέρουν πού γεννήθηκε ο πατέρας τους, για τα οποία ο παππούς τους είναι κιόλας παραμύθι».


Διαβάστε επίσης

Φράουλες – Joseph Roth