Η σκέψη αυτή στάθηκε αφετηρία για μια χοροθεατρική εμπειρία, όπου το σώμα γίνεται ο τόπος της μνήμης, της εξομολόγησης και τελικά της λύτρωσης. Η παράσταση ΛΗΘΗ σε αυτή τη διασκευή που δημιουργήσαμε με την Έλενα Τριανταφυλλοπούλου επιχειρεί να μεταφέρει τον θεατή σε έναν ενδιάμεσο χώρο, ανάμεσα στη ζωή και τη σιωπή· εκεί όπου οι άνθρωποι ξεχνούν για να επιβιώσουν και θυμούνται για να συνεχίσουν να υπάρχουν.

Πρόκειται για ένα έργο ρωγμή. Ξεκινά από τη ρωγμή που υπάρχει μέσα μας, εκείνη τη λεπτή γραμμή που χωρίζει το «εγώ» από το σκοτάδι του. Από εκεί, διαστέλλεται προς τα έξω· γίνεται ρωγμή του πολιτισμού, της δικαιοσύνης, της κοινωνίας της ίδιας. Μέσα σε αυτή τη ρωγμή, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα καταρρέουν. Το σώμα, η πίστη, οι θεσμοί, η γλώσσα. Και μέσα από αυτή την κατάρρευση, αναδύεται μια νέα μορφή αλήθειας, πιο ωμή, πιο γυμνή, πιο ανθρώπινη.

Η «Λήθη» δεν αφηγείται μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, γεννά έναν κόσμο συναισθηματικής γεωγραφίας, όπου κάθε βήμα είναι ίχνος, κάθε ανάσα μια ανάμνηση. Οι ήρωες κινούνται σαν να αναμετρώνται με το ίδιο τους το αποτύπωμα. Η σκηνή μετατρέπεται σε έρημο τόπο, ένα πεδίο που κουβαλά την αποξένωση, τη σιωπή, τη μνήμη του πόνου.

Η πέτρα στη θέση της καρδιάς, που έφερε η Έλενα μέσα στο κείμενο, δεν είναι σύμβολο σκληρότητας, αλλά ένδειξη επιβίωσης. Όταν το σώμα δεν αντέχει άλλο να νιώθει, πετρώνει για να σωθεί.

Αυτό το σημείο με συγκίνησε βαθιά και αποτέλεσε τον πυρήνα της σκηνοθετικής μου προσέγγισης. Δεν με ενδιέφερε η «αναπαράσταση» ενός έργου του Δημητριάδη, αλλά η μετάφρασή του σε σωματικό λόγο. Να δω πώς η μνήμη, η ενοχή και η επιθυμία εγγράφονται στο σώμα. Ένα σώμα που άλλοτε μάχεται, άλλοτε παραδίδεται, άλλοτε απλώς αναπνέει, κρατώντας μέσα του ό,τι δεν ειπώθηκε ποτέ.

Στο σύμπαν της παράστασης, ο λόγος και η κίνηση συνυπάρχουν ισότιμα.

Οι λέξεις γίνονται ψίθυροι, οι ψίθυροι κραυγές, και οι κραυγές τελικά ανάσες που χτυπούν τον αέρα. Η γλώσσα διαλύεται, όπως διαλύεται κι ο χρόνος· απομένει μόνο ο ρυθμός, η επανάληψη, η σιωπή, όλα όσα φέρουν οι ηθοποιοί με το σώμα τους.

Εκεί, στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο ανθρώπινο και το άμορφο, γεννιέται ο χώρος της «λήθης».

Η παράσταση χτίστηκε μέσα από μια διαδικασία σωματικής κατάβασης, όπου οι ερμηνεύτριες Νίκη Σερέτη, Μαγδαληνή Σπίνου και Λένα Μποζάκη αντιμετώπισαν το σώμα τους σαν υλικό που κουβαλά μνήμη. Στην πρόβα, συχνά ζητούσα «να μην παίξουν», αλλά να θυμηθούν· όχι με το μυαλό, αλλά με το δέρμα. Κάθε μικρή δόνηση, κάθε αναπνοή, κάθε σιωπή γινόταν σημείο αναφοράς.

Η σκηνική εικόνα είναι λιτή. Το σκηνικό λειτουργεί σαν καθρέφτης της εσωτερικής ερημίας: μια γη άνυδρη, χωρίς χρόνο. Οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα και ο ήχος του Αντώνη Παπακωνσταντίνου συνθέτουν ένα περιβάλλον οριακό, άλλοτε σκοτεινό και άλλοτε εκτυφλωτικά λευκό, σαν να αιωρείται ανάμεσα σε ζωή και μεταθανάτια μνήμη.

Η πέτρα, το χώμα, το σώμα, το φως και ο ήχος συνυπάρχουν σαν στοιχεία μιας ίδιας ψυχικής ύλης.

Η «Λήθη» δεν επιδιώκει να απαντήσει σε ερωτήματα· τα αναπνέει.

Τι σημαίνει να θυμάσαι; Πόσο αντέχει ένα σώμα να κουβαλά το παρελθόν του; Και ποια στιγμή η μνήμη μετατρέπεται σε φυλακή;

Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στο ίδιο το έργο του Δημητριάδη: πως η λήθη δεν είναι απουσία, αλλά μεταμόρφωση. Δεν ξεχνάς για να διαγράψεις· ξεχνάς για να μπορέσεις να σταθείς ξανά.

Στο τέλος της παράστασης, δεν υπάρχει κάθαρση, αλλά αναπνοή.

Μια μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη στιγμή ελευθερίας, σαν να σπάει ένα αόρατο φράγμα. Εκεί, μέσα στη σιωπή, γεννιέται ξανά η ανθρώπινη υπόσταση.

Η «Λήθη» είναι, για μένα, μια προσωπική κατάδυση. Ένα έργο που κοιτά κατάματα τη ρωγμή μέσα και γύρω μας. Εκεί όπου το ατομικό γίνεται συλλογικό, και η σιωπή ενός σώματος γίνεται κραυγή μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Ένα ταξίδι από τη μνήμη προς τη λήθη και τελικά προς την δημιουργία ξανά.

Διαβάστε επίσης:

Λήθη, του Δημήτρη Δημητριάδη από την Εύα Σταυρογιάννη στο Bios