Η Ελεάνα Γεωργούλη είναι μία από τις ηθοποιούς της νεότερης γενιάς που έχει ξεχωρίσει για την συνέπεια με την οποία εργάζεται πάνω σε ρόλους και κείμενα που φαίνεται να την αφορούν προσωπικά και να την ενεργοποιούν ως καλλιτέχνιδα. Είναι απόφοιτη του Θεάτρου Τέχνης, κατέχει αγγλικό Μεταπτυχιακό Δίπλωμα πάνω στο σωματικό θέατρο, ενώ εκπαιδεύεται σταθερά πάνω στην φιλοσοφία και την διδασκαλία της γιόγκα.

Αυτήν την περίοδο καταπιάνεται με το κείμενο του Χάινερ Μύλλερ, «Μήδειας Υλικό”, το οποίο παρουσιάζει στην σκηνή του Bios. Στην συνέντευξη που ακολουθεί, η ταλαντούχα ηθοποιός μιλά για το πολυδιάστατο αυτό έργο, διατυπώνει ενδιαφέρουσες απόψεις πάνω στις έννοιες «σώμα” και «θέατρο«, ενώ αναφέρεται και στους άξονες πάνω στους οποίους κινείται σαν δημιουργός.


– Το Medeamaterial, ένα από τα πιο σπάνια παιγμένα κείμενα του Χ. Μύλλερ. Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το τι πραγματεύεται, όπως επίσης και το τι βρίσκετε εσείς ελκυστικό σε αυτό;

Πρόκειται για μια σύγχρονη ανάγνωση πάνω στο μύθο της Μήδειας. Ο Müller ζωντανεύει τις αρχετυπικές φιγούρες του Ιάσονα και της Μήδειας για να μιλήσει ξανά με μια γλώσσα βαθειά ριζωμένη στο σήμερα, για τον έρωτα, την προδοσία, το πένθος, την ετερότητα, τον πόλεμο, το θάνατο.

Αυτό που ασκεί ιδιαίτερη  γοητεία σε μένα, είναι το πως ο λόγος του Μύλλερ -που ακροβατεί ανάμεσα στην ποίηση  και τον κυνισμό – γίνεται άμεσος και «επικοινωνίσιμος». Πώς τα παραπάνω ποιητικά μεγέθη που φαντάζουν έξω-καθημερινά αποκαλύπτονται μέσα στον καθένα μας: Καθείς μας ξένος, εκτοπισμένος ή εξόριστος, προδομένος ή προδότης, καθείς μας εν δυνάμει δολοφόνος.

– Ποια είναι η προσωπική σας οπτική πάνω στην αρχετυπική ηρωίδα που καλείστε να ερμηνεύσετε;

Στα μάτια μου, η Μήδεια χορεύει αδιάκοπα ανάμεσα στην καταστροφή και τη δημιουργία. Ερωτεύεται τον Ιάσονα, αυτό την αναγεννά και για να τον ακολουθήσει καταστρέφει ό,τι ήταν πριν. Σκοτώνει τον αδελφό της και τον πετά στη θάλασσα για να εμποδίσει το στόλο του πατέρα της να τους καταδιώξει. Καταστρέφει και  προδίδει τα πάντα για εκείνον και προδίδεται από εκείνον. Και έπειτα καταστρέφει και πάλι όσα δημιούργησε με τον Ιάσονα, τα ίδια τα παιδιά τους, αναγεννάται και φεύγει πάνω στο άρμα του Ηλίου… Καταστροφή – δημιουργία, εκεί τη συναντώ τη Μήδεια.

– Δεδομένου ότι διαθέτετε πανεπιστημιακές σπουδές πάνω στο σωματικό θέατρο, μα και η παρουσία σας επί σκηνής εν γένει συνδέεται με την έντονη σωματική έκφραση, θα θέλατε να μας μιλήσετε για την ενεργοποίηση και χρήση των δυνατοτήτων του σώματος, καθώς και τη σημασία που έχει αυτή για έναν ηθοποιό;

Έφυγα για Αγγλία μετά τη Δραματική και διψούσα για απαντήσεις, γιατί αισθανόμουν πως σε αυτό που είχα μάθει, έλειπε κάτι τεράστιο. Πίστευα τότε ότι ήταν η καλλιέργεια και η σωστή διαχείριση της σωματικότητας. Και έφυγα για να σπουδάσω πάνω σε αυτό.

Επιστρέφοντας Ελλάδα και παίζοντας, κατάλαβα ότι υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση όταν μιλάμε για «σωματικό θέατρο» ή για το «σώμα» του ηθοποιού. Με το που χρησιμοποιούμε τη λέξη «σώμα» είναι σα να τεμαχίζουμε κάτι που είναι ενιαίο. Η εκπαίδευση του ηθοποιού δεν μπορεί να αποκλείει καμία στιβάδα της ύπαρξης του, ούτε τη φυσική του υπόσταση, ούτε την ψυχική καλλιέργεια, ούτε την καλλιέργεια της διάνοιας. Αυτά όλα μαζί δουλεύονται και το κλειδί της οριζόντιας διασύνδεσής τους είναι η αναπνοή. Αυτή η διασύνδεση είναι η  αναγκαιότητα, αλλιώς δεν υφίσταται τίποτα παραστατικό, δεν υφίσταται ερμηνεία.

Εμένα η έντονη σωματικότητα με έχει βοηθήσει πολλές φορές να βγω από τη ζώνη της ασφάλειας και να μπω σε κάτι πιο επικίνδυνο. Ταυτόχρονα, άρχισα πρόσφατα να παρατηρώ πως μου έχει γίνει οικεία και άρα ασφαλής  και πρέπει να βρω ένα τρόπο να πάω πέρα από αυτό… Αυτό που μένει όμως, δεν είναι η σωματικότητα, είναι το εσωτερικό τοπίο που σε οδηγεί. Είναι αυτό που συμβαίνει όταν το σώμα μας σκονισμένο από τη συνάφεια της καθημερινότητας απαλλαγεί από όλο αυτό και καθαρίσει, τότε μπορεί να γίνει όχημα για τη δραματουργία του κειμένου, τον ήχο, την ψυχική ενέργεια και το πνεύμα.

Όπως πολύ ωραία το θέτει ο Π. Μπρουκ στο «Empty space”: «Το σώμα είναι σαν ένα υπέροχο όργανο που αν το αφήσουμε στο έλεός του θα ξεκουρδιστεί και το ηχείο του θα γεμίσει σαβούρα». Και αφού στο θέατρο το όργανο είμαστε εμείς  οι ίδιοι, έχουμε χρέος να κουρδίζουμε και να διώχνουμε τη σαβούρα από το ηχείο αλλιώς μουσική δεν θα ακουστεί…

– Ως καλλιτέχνιδα με τι είδους έργα και ρόλους νιώθετε περισσότερο «συγγενής»; Τι είναι αυτό που θα σας ενεργοποιήσει το ενδιαφέρον σε μια δημιουργία;

Παρατηρώ τον εαυτό μου και διαπιστώνω πως με κινητοποιεί ο τρόμος. Όσο πιο πολύ τρομάξω με ένα υλικό, τόσο πιο πολύ με ερεθίζει. Να τρομάξω από τον χώρο που έχει, από την άγρια φαντασία που μου ξυπνάει, από τη δυσκολία που μου φαντάζει τεράστια, από την αγωνία της μικρότητας μου. Με ντοπάρουν όλα αυτά.  Εκεί τη διαισθάνομαι τη δημιουργία. Σε αυτή τη φάση τουλάχιστον της ζωής μου. Ίσως με τα χρόνια ωριμάζοντας να φαντάζει και το συγγενές εξίσου γοητευτικό.

– Μέχρι τώρα φαίνεστε ιδιαίτερα επιλεκτική με ό,τι καταπιάνεστε. Πώς διαλέγετε τις συνεργασίες σας και πόσο θετική θα ήσασταν σε προτάσεις κόντρα σε όσα έχετε παρουσιάσει μέχρι σήμερα;

Με γοητεύουν όλες οι ποιότητες  και φυσικά θα επιθυμούσα να δουλέψω κόντρα πράγματα, αρκεί το πλαίσιο να με αφορά καλλιτεχνικά και αισθητικά.

Συνολικά μου αρέσει να προσέχω.

Η δουλειά μας είναι κάτι που κοινωνούμε, έχει εκεί αποδέκτες κάθε βράδυ. Ανθρώπους που έχουν έρθει να δουν και να ακούσουν αυτό που έχεις να πεις. Είναι μεγάλη ευθύνη. Δεν θέλω να κόβω βόλτες στη σκηνή. Ούτε έχω καμία ανάγκη να πατάω συνέχεια στο σανίδι, όσο μεθυστικό κι αν είναι. Θέατρο κάνω κι όταν διαβάζω κι όταν είμαι θεατής κι όταν διδάσκω στους μαθητές μου στο Θέατρο Τέχνης κι όταν μπαίνω εγώ η ίδια σε θέση μαθήτριας. Υπάρχει και η ιερή έννοια της Αγρανάπαυσης. Και εμείς οι ηθοποιοί χωράφι έχουμε. Έπειτα, είναι ψυχικό το υλικό μας και θέλει φροντίδα. Δεν θέλω ούτε να ξοδεύομαι ούτε να σκορπίζομαι. Επιθυμώ να μιλώ όταν έχω κάτι να πω.

– Τι ρόλο πιστεύετε ότι παίζει ή θα έπρεπε να παίζει το θέατρο στην Ελλάδα της κρίσης, μέσα από μια τέτοια πληθώρα παραστάσεων;

Ως προς τον πλουραλισμό των παραστάσεων και την κρίση της χώρας… είχε πει ο Μίκης πριν πολλά – πολλά χρόνια: «Υπάρχουν δυο είδη μουσικής, αυτό που σε κάνει να ξεχνάς και να μην σκέφτεσαι και αυτό που σε κάνει να σκέφτεσαι και να θυμάσαι.»

Το ίδιο και στο θέατρο. Κατά την ταπεινή μου άποψη, βαθειά αναγκαιότητα το δεύτερο.

– Τι σχεδιάζετε μετά την ολοκλήρωση των παραστάσεων του Medeamaterial;

Θα ανέβουμε με τον Χρήστο Σουγάρη με τον Αίαντα του Σοφοκλή στο Κρατικό, τέλη Μαΐου. Έπειτα έχω τα γυρίσματα μιας ταινίας και πολλή συγγραφική δουλειά για δυο επόμενα πρότζεκτ που ετοιμάζω…

– Πώς ονειρεύεστε ιδανικά το καλλιτεχνικό σας μέλλον;

Δεν έχεις ιδέα τι φέρνει η ζωή και στα ωραία και στα δύσκολα. Προσπαθώ να το σέβομαι αυτό. Όταν ονειρεύεσαι προδίδεις το παρόν. Οπότε προτιμώ να συνδέομαι στο τώρα και να το ξεκοκαλίζω. Δυσκολεύομαι, αλλά θέλω να εστιάζω σε αυτή την προσπάθεια. Τώρα τι μπορείς να κανείς – αυτό γεννά το ιδανικό.


Διαβάστε επίσης: 

Medeamaterial (Μήδειας Υλικό), του Heiner Müller στο Bios