Η επιτυχημένη σειρά συναυλιών που ξεκίνησε το 1997, έκλεισε το 2017 είκοσι χρόνια ζωής, μέσα στα οποία μας χάρισε μοναδικές εμπειρίες. Έχοντας ως πρωταρχικό στόχο, την συμβολή σε μια “πιο πλουραλιστική και σφαιρική προσέγγιση της μουσικής” αλλά και την ουσιαστική προσέγγιση νέου κοινού χωρίς περιορισμούςοι «Γέφυρες» συνεχίζουν να καλλιεργούν ένα πολιτιστικό πεδίο γόνιμο, ανοιχτό και φιλόξενο παρουσιάζοντας και τη φετινή χρονιά ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πρόγραμμα.

Στην συνέντευξη που ακολουθεί, ο Δημήτρης Μαραγκόπουλος κάνει μια αναδρομή στην πορεία αυτού του σπουδαίου θεσμού και θυμάται ξεχωριστές μουσικές στιγμές, αναφέρεται στις βασικές αρχές που τέθηκαν εξ’ αρχής και παραμένουν ζωντανές είκοσι και πλέον χρόνια μετά, ενώ παράλληλα εκφράζει την άποψή του για το μουσικό δυναμικό της χώρας μας “που ζητάει με ένταση μια στήριξη και ζωτικό χώρο έκφρασης και επικοινωνίας”.

Εκτός από το όραμά του για τις «Γέφυρες», μοιράζεται μαζί μας και τα προσωπικά δημιουργικά του σχέδια για το προσεχές διάστημα που περιλαμβάνουν ανάμεσα σε άλλα και την παρουσίαση δύο νέων έργων του.


– Κάνοντας έναν σύντομο απολογισμό, πώς θα περιγράφατε το ξεκίνημα καθώς και την πορεία αυτού του σημαντικού θεσμού μέσα στον χρόνο;

Το ξεκίνημα για τις «Γέφυρες» έγινε το 1997, σε μία εποχή όπου η φυσιογνωμία του Μεγάρου ήταν πολύ διαφορετική: παντοδυναμία της λεγόμενης κλασικής μουσικής, της όπερας, της μουσικής δωματίου.

Ο στόχος της δημιουργίας του κύκλου ήταν σαφής: Συμβολή σε μια πιο πλουραλιστική και σφαιρική προσέγγιση της μουσικής, χωρίς να χάνεται η προτεραιότητα της «κλασσικής»  μέσα στο σύνολο του προγράμματος. Αυτό έγινε με τη δημιουργία γεφυρών με διαφορετικά μουσικά αυθεντικά είδη με ποιότητα, με άλλους μουσικούς πολιτισμούς όπως και της μουσικής με άλλες τέχνες.

Στην ουσία ξεκίναγε μια πολιτική που συνέβαλλε μαζί με άλλες πρωτοβουλίες  του Μεγάρου στην προσέγγιση ενός νέου κοινού. Όχι μόνο σε ηλικία, αλλά και σε σχέση με το ήδη διαμορφωμένο κοινό που έτεινε να έχει ορισμένα σταθερά αλλά και εν μέρει άκαμπτα κοινωνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Κάτι που δεν είχε βέβαια μόνο θετικές πλευρές. Γιατί η επιτυχία μπορεί να μετατραπεί εύκολα σε έναν μηχανισμό αυτάρκειας και αυτοπαγίδευσης.

– Ποιες θεωρείτε ως τις μεγαλύτερες ‘κατακτήσεις’ σας μέχρι σήμερα;

Ίσως αυτό στο οποίο συνέβαλλαν επίσης οι «Γέφυρες» ήταν η επιβεβαίωση, στην αρχή διαισθητικά και μετά με απόλυτη πεποίθηση, ότι το Μέγαρο δεν ήταν απλά ένα πολυτελές μαρμάρινο κτίριο, συχνά άδικα ταυτισμένο με  ένα χώρο για «λίγους» ή με ένα θεσμό για την ψυχαγωγία εκλεπτυσμένων και καλλιεργημένων ανωτέρων κοινωνικών στρωμάτων.

Αυτό που αποδείχθηκε είναι ότι πρόκειται για ένα χώρο οικείο, φιλόξενο, ζεστό με πολλούς κρυμμένους και ανεκμετάλλευτους χώρους πέρα από τις γνωστές μεγάλες υψηλής αισθητικής και ακουστικής αίθουσες. Κατάλληλο για ένα κοινό με ποικίλες επιλογές,  όπως: «κλασσική» κατ αρχήν αλλά και Jazz, έθνικ, ηλεκτρονική, Ηouse, ελληνική μουσική, cross over, μικτές πολύτεχνες παραστάσεις για ένα κοινό χωρίς κοινωνικούς, ηλικιακούς ή πολιτιστικούς περιορισμούς.

– Θα μπορούσατε να ξεχωρίσετε κάποιες ξεχωριστές μουσικές στιγμές που έχουν χαραχτεί στη μνήμη σας;

Μου είναι δύσκολο να διαλέξω ανάμεσα στις πάνω από 240 εκδηλώσεις που έχουν γίνει αυτά τα χρόνια στα πλαίσια του κύκλου «Γέφυρες». Παρόλα αυτά συγκρατώ για διαφορετικούς λόγους ορισμένες όπως: Η υπέροχη εβδομάδα αφιέρωμα στον ιαπωνικό πολιτισμό, το αφιέρωμα στην κουβανέζικη μουσική, όπου 3.000 άτομα χόρευαν μέσα και έξω από το κτίριο μέχρι τις 3 τα ξημερώματα. Η συναυλία με την ορθόδοξη Λιβανέζα Μοναχή Keyrouz με την αραβική ορχήστρα της, να συνυπάρχει στην ίδια βραδιά με ορθόδοξες χορωδίες από Σερβία και Ελλάδα. Η βραδιά με τον εκπληκτικό  Herbie Hanckock. Η εγγονή του Τσάρλι Τσάπλιν Aurelia, σε μια μαγική πολύτεχνη παράσταση, ενώ θα προσέθετα στις πολύ μεγάλες στιγμές των «Γεφυρών» την συναυλία που έδωσε φέτος το Γενάρη η Δήμητρα Γαλάνη με τους Chronοs Project και τους Takim, μια μοναδική δημιουργική συνάντηση της παράδοσης με την jazz, με «γέφυρα» τη διαχρονική Δήμητρα.

– Είκοσι και πλέον χρόνια μετά, πώς ανταποκρίνεται το κοινό – ιδιαίτερα το νεανικό – στο πολύχρωμο μουσικό τοπίο που ξεδιπλώνεται μέσα από τις Γέφυρες;

Αυθόρμητο, ακομπλεξάριστο, άνετο, όταν το μήνυμα ήταν σαφές, το νεανικό κοινό όλων των αποχρώσεων, από χεβιμεταλάδες μέχρι μανιακούς της jazz, λάτρεις της παράδοσης, των μουσικών του κόσμου, ήρθε ανακαλύπτοντας με ευχάριστη έκπληξη, έναν χώρο που δεν τρομοκρατεί. Έναν χώρο όπου το μεγαλεπήβολο είναι απλά… μεγάλο, αισθητικά όμορφο, φωτεινό, έτοιμο να υποδεχτεί φιλόξενα το κοινό του.

– Με ποια κατευθυντήρια γραμμή διαμορφώθηκε ο φετινός καλλιτεχνικός προγραμματισμός και ποιες είναι οι βασικές σας στοχεύσεις;

Η αλήθεια είναι ότι επειδή ο συνολικός προγραμματισμός του Μεγάρου, έτσι όπως υλοποιείται από την ομάδα   του Καλλιτεχνικού Προγραμματισμού  με επικεφαλής τον καλλιτεχνικό διευθυντή Μίλτο Λογιάδη, έκανε παράλληλα σημαντικά ανοίγματα, πλουραλιστικά και τολμηρά, οι «Γέφυρες» όντας πάντα σε συντονισμό με το γενικότερο μήκος κύματος του προγράμματος, προχώρησαν από πέρυσι  σε ορισμένα πιο εξειδικευμένα και σε βάθος τολμηρά ανοίγματα και θεσμικές πρωτοβουλίες.

Συνεχίζοντας για παράδειγμα την περυσινή καινοτομία της παρουσίας υψηλής τεχνολογίας με προβολές τρισδιάστατης επαυξημένης εικονικής πραγματικότητας, με μουσική σε στρατηγικά σημεία του Μεγάρου, στο πλαίσιο ενός Φεστιβάλ Οπτικοακουστικών Τεχνών, θα φιλοξενήσει φέτος μεγαλύτερες ανάλογες πρωτοβουλίες που θα ανακοινωθούν σύντομα. Οι βασικές κατευθυντήριες γραμμές για τη φετινή χρονιά, ήταν η δημιουργία ενός έντονου ηχητικού και οπτικού καλειδοσκόπιου, με ζωντανή συμφωνική μουσική και κινηματογράφο, πολύτεχνες παραστάσεις, εθνικές μουσικές, διασταυρώσεις μουσικών του Κόσμου, διεθνείς διαγωνισμούς και ανοικτές πλατφόρμες ακροάσεων για τους νέους. Πρόκειται για δύο νέες θεσμικές πρωτοβουλίες που απέδωσαν τα μάλιστα και που συντονίζονται με τη γενικότερη πολιτική εξωστρέφειας και λειτουργικής αξιοποίησης του Μεγάρου  έτσι όπως διατυπώθηκε από τον Πρόεδρο του Δ. Σ. κ. Νίκο Θεοχαράκη.

– Τί πρόκειται να ακούσουμε και να δούμε στη συνέχεια της φετινής χρονιάς; 

Μετά την εξαιρετική οπτικοακουστική παράσταση της Ξένιας Σιμόνοβα που μάγεψε το κοινό, ζωγραφίζοντας στην άμμο μετά μουσικής και video, όπου είχα την μεγάλη χαρά και τιμή να φιλοξενήσει και ένα δικό μου έργο, το αφιέρωμα στους Led Zeppeling, από την επί τρία χρόνια καλύτερη tribute band του Ηνωμένου Βασιλείου, έχει ήδη προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον με τα εισιτήρια να εξαντλούνται σε μια συναυλία όπου το κοινό όρθιο θα απολαύσει τους προδρόμους της Heavy Metal μουσικής. Ακολουθεί – ω του θαύματος!- μια βραδιά Βυζαντινής Μουσικής με το Εργαστήρι Ψαλτικής. Μια κατανυκτική εμπειρία ακρόασης μιας μεγάλης μουσικής παράδοσης που μπορεί να ακούγεται και εκτός εκκλησίας και που αισίως ανακαλύπτουν όλο και περισσότεροι ξένοι.

Ακολουθεί μετά ο διεθνής διαγωνισμός κινηματογραφικής μουσικής, στον οποίο έχουν ήδη δηλώσει συμμετοχή πάνω από 130 άτομα, συνθέτες από όλο τον κόσμο και τέλος η Fusion συναυλία με τον Τηλέμαχο Μούσα και τους συνεργάτες του. Αξίζει να τονιστεί ότι μέχρι σήμερα οι εκδηλώσεις των Γεφυρών είχαν μια πληρότητα της τάξεως του 90-95%.

– Παράλληλα με τις ξεχωριστές συναυλίες, συνεχίζονται φέτος οι «Ανοιχτές Πλατφόρμες» και o «Διαγωνισμός Κινηματογραφικής Μουσικής», όπως αναφέρατε και παραπάνω, που δίνουν βήμα σε νέους δημιουργούς και ενισχύουν την σύγχρονη δημιουργία. Πείτε μας λίγα λόγια γι’ αυτές τις δράσεις.

Οι ανοιχτές πλατφόρμες είναι ένας πολύ σημαντικός θεσμός. Κάθε Τρίτη, ακούμε, αφουγκραζόμαστε και ανακαλύπτουμε με ζωντανή ακρόαση, ένα συχνά άγνωστο ελληνικό μουσικό δυναμικό και επιλέγουμε αρκετές ομάδες εντάσσοντάς τες στο πρόγραμμα.

Ο διεθνής διαγωνισμός κινηματογραφικής μουσικής, που είχε επίσης μια απρόβλεπτα μεγάλη διεθνή συμμετοχή, δίνει βήμα σε συνθέτες που συνδέουν τη μουσική με τον κινηματογράφο και πραγματοποιείται σε συνεργασία με το εξαιρετικό Φεστιβάλ Animation της Σύρου.

– Μέσα από την εμπειρία σας όλα αυτά τα χρόνια – μεταξύ πολλών άλλων – ως καθηγητής και καλλιτεχνικός υπεύθυνος της σειράς «Γέφυρες», πώς βλέπετε σήμερα το μουσικό δυναμικό της χώρας μας; Οι σκέψεις σας για την μουσική παιδεία στην Ελλάδα, ποιες είναι;

Έχει ανέβει πολύ το επίπεδο, σαν αποτέλεσμα μιας καλύτερης παιδείας στα Ωδεία, στα Μουσικά Σχολεία, αλλά και στα Μουσικά Πανεπιστήμια της χώρας σε όλους τους τομείς. Όργανα, σύνθεση, μουσικολογία. Μια γενιά νέων καθηγητών, άλλοι με σπουδές στην Ελλάδα με εξαιρετικούς καθηγητές και άλλοι από το εξωτερικό, εκπαιδεύουν με την σειρά τους παιδιά και νέους. Δείτε πόσο έχει ανέβει το επίπεδο όλων των Ορχηστρών. Δείτε πόσα σχήματα από νέους μουσικούς, έχουν δημιουργηθεί και είναι ανοιχτά σε καινοτόμα ρεύματα με ένα εντυπωσιακό επίπεδο τεχνικής. Και εδώ ακριβώς είναι όλο το δραματικό κομβικό σημείο. Πρόκειται για ένα δυναμικό που ζητάει με ένταση μια στήριξη και ζωτικό χώρο έκφρασης και επικοινωνίας. Προβολή, αλλά και θεσμούς που θα το υποστηρίξουν. Εδώ ακριβώς οι ευθύνες για αυτές τις δράσεις, ανήκουν σε όλους τους επίσημους θεσμούς που παράγουν και προάγουν τον πολιτισμό και ειδικά τη μουσική.

Όσον αφορά τις μουσικές σπουδές είναι αδιανόητο τα Ωδεία, το 2018, να είναι αδιαβάθμητα και στον αέρα. Είναι αδιανόητο επίσης οι νέοι να μπαίνουν στα Μουσικά Τμήματα των Πανεπιστημίων για σπουδές στο βιολί ή στο φλάουτο για παράδειγμα με εξετάσεις στις Πανελλήνιες, στην Έκθεση και στην Αρμονία και όχι με εξειδικευμένες εξετάσεις στον τομέα που επιλέγουν, όπως ακριβώς γίνεται στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.

– Θα ήθελα να αναφερθούμε και στην σημαντική συνθετική σας δραστηριότητα. Πολλά από τα έργα σας έχουν παιχτεί με επιτυχία στην Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό. Εκτός από το έργο σας που παρουσίασε η Ξένια Σιμόνοβα, δουλεύετε πάνω σε κάτι καινούργιο αυτή την περίοδο;

Δουλεύω πάνω σε δύο μουσικά έργα, το ένα μόλις τελείωσε και θα παρουσιαστεί στο Λονδίνο τον Απρίλιο, το άλλο ανήκει στον χώρο της Όπερας και του Μουσικού Θεάτρου και θα ανακοινωθεί η παρουσίασή του από τους αρμόδιους σύντομα. Τον Απρίλιο, επίσης, η εξαιρετική Κρατική Ορχήστρα Αθηνών θα παρουσιάσει το Κονσέρτο – Σουΐτα μου για κιθάρα και ορχήστρα με τον σημαντικό Ισραηλινό Μαέστρο Γιοάβ Τάλμι, ενώ η Χορωδία της ΕΡΤ, τον Μάιο,  θα παρουσιάσει τη Λειτουργία «Η έλαφος επί της πηγής» για ψάλτη, χορωδία, παραδοσιακά όργανα και ηλεκτρονική μουσική.

– Όσον αφορά τις «Γέφυρες», ποιο είναι το όραμα και οι προσδοκίες σας για τις «Γέφυρες»;

Η ουσιαστική προσδοκία από τις «Γέφυρες» είναι να ανακαλύπτει ό,τι είναι αληθινά νέο και όχι απλά της μόδας. Να δίνει χώρο σε νέους μουσικούς και να συμβάλλει στην ανάδειξη ενός Μεγάρου, πλουραλιστικού, φιλόξενου, με υψηλό επίπεδο εκδηλώσεων, ενός χώρου που προωθεί σε εποχές πολύπλοκες, επικίνδυνες και ασταθείς τις «γέφυρες» ανάμεσα στους ανθρώπους και στους πολιτισμούς.


Διαβάστε επίσης: