Ο τίτλος που επέλεξε ο συγγραφέας, συναισθηματικά φορτισμένος και έντονα μελαγχολικός, είναι η καλύτερη περίληψη και ο αρτιότερος καθρέφτης του κειμένου που ο αναγνώστης θα διαβάσει. Αντικατοπτρίζει απόλυτα το περιεχόμενο του βιβλίου και μας εντάσσει ήδη στο κλίμα της ιστορίας. Ένας κόσμος σκοτεινός, δραματικός και σκληρός περιγράφεται μέσα σε αυτές τις σελίδες γιατί η περίοδος αυτή έχει εμποτιστεί έντονα με την ανασφάλεια, την συνεχόμενη ροή γεγονότων και εξελίξεων. Είναι μία αληθινή ιστορία που αναδύεται από τα έγκατα της ανθρώπινης ύπαρξης και της ιστορίας της, μια ιστορία που δύσκολα μπορεί να ξεχαστεί για αυτό και ο συγγραφέας ανατρέχει στο παρελθόν για να το φωτίσει με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο και να επαναφέρει στη μνήμη μας όσα έλαβαν χώρα.

Ένας ενδελεχής αγώνας επιβίωσης

«Ο αγώνας για επιβίωση είναι αγώνας εναντίον όλων. Δεν είν’ πόλεμος με αρχή και τέλος. Δεν είναι μια μάχη. Ο αγώνας για επιβίωση είναι διαρκής και ολοκληρωτικός» αναφωνεί ο Γιούντα λίγο μετά την απόδραση από το κολαστήριο του στρατοπέδου. Η απόδραση για εκείνον σημαίνει θάνατος για τους άλλους γιατί η παραδειγματική τιμωρία είναι ο μόνος τρόπος να μην ξανασυμβεί στο μέλλον κάτι τέτοιο. Δεν έχει σημασία αν είσαι αθώος ή ένοχος, ενοχή σου είναι η διαφορετικότητά του και αυτό το κρίνει μία ομάδα αρρωστημένων ανθρώπων. Η ιστορία των στρατοπέδων συγκέντρωσης τελικά δεν είναι τόσο γνωστή όσο νομίζαμε. Τα όσα εξιστορεί ο συγγραφέας μέσω των ηρώων του είναι αποκαλυπτικά για το όνειδος και τον απόλυτο εξευτελισμό που βίωναν οι άνθρωποι, μία συμπεριφορά που ούτε τα ζώα δεν πρέπει να έχουν.

Βασανιστήρια, λιγοστό φαγητό, άθλιες συνθήκες διαβίωσης μόνο μερικά από αυτά που πρέπει κανείς να αναφέρει. Ο Ρίχαρντ Φρίντλαντερ με τα δικά του απομνημονεύματα μέσω των γραμμάτων που έστελνε στην κόρη του Μάγδα Γκέμπελς είναι μερικά μόνο από αυτά που κανείς δεν θέλει να τα ξαναδεί γραμμένα γιατί ντρέπεται που είναι άνθρωπος. Γράφει ο ίδιος: «Ακούω φρικτά πράγματα. Λένε ότι πολλοί κρατούμενοι αυτοκτονούν. Δεν θα ήθελα να με αυτοκτονήσουν πολύ γρήγορα. Έτσι, πάω τοίχο τοίχο. Είμαι υπάκουος. Περιμένω στην ουρά. Κουβαλάω όλα τα σακιά που μου φορτώνουν. Κοψομεσιάζομαι στο σκάψιμο. Οι παλάμες μου είναι γεμάτες φουσκάλες, σαν να μ’ έπιασε πανούκλα. Χτες έφτυσα αίμα. Δεν μπορώ να ισιώσω το κορμί μου. Αδύνατον. Και παρά την απέραντη κούρασή μου, δεν καταφέρνω να κοιμηθώ. Έχω ιλίγγους».

Ο φόβος και ο τρόμος είναι το καλύτερο «φάρμακο» και η καλύτερη «θεραπεία» για διατηρείς τον αιχμάλωτο και βασανιζόμενο υπό πλήρη έλεγχο. Καμία κατανόηση, κανένας οίκτος, κανένα απολύτως έλεος. Αυτό το συναίσθημα βιώνει ο εγκαταλελειμμένος στην τύχη του πατέρας της Μάγδας Γκέμπελς, η οποία και είναι η μία εκ των πρωταγωνιστών στο βιβλίο. Αυτή είναι η γυναίκα που κουνούσε τα νήματα στο καθεστώς όντας η γυναίκα του Γκέμπελς, του ιθύνοντος νου και βασικού στελέχους του στρατού του Χίτλερ, το δεξί του χέρι με τον οποίο απέκτησε έξι παιδιά. Η τύχη της Μάγδας Γκέμπελς ήταν αυτή που της άξιζε όχι όμως και στα έξι παιδιά, τα οποία πλήρωσαν το τίμημα μίας απάνθρωπης πολιτικής εις βάρος τόσων και τόσων ανθρώπων. Τα όσα περιγράφονται στο βιβλίο είναι τουλάχιστον φρικτά και απολύτως καταδικαστέα και καταδεικνύουν πως ο ναζισμός υπήρξε πάνω από όλα η ιδεολογία της αποκτήνωσης και της εξολόθρευσης συνειδήσεων.

Η ιστορία ενός γενναίου κοριτσιού

Η Άβα είναι η άλλη όψη του νομίσματος της ιστορίας του συγγραφέα. Είναι το κορίτσι που επιβίωσε μέσα στον ορυμαγδό των απανωτών επιθέσεων των Γερμανών που αναζητούσαν τους δραπέτες των φυλακών. Μεγάλωσε μέσα στο κυνηγητό, έζησε μέσα στο τίποτα και το πουθενά, βίωσε από πολύ νωρίς την σκληρότητα με την μητέρα της την Φέλα, την οποία στην πορεία έχασε. Η μικρή ηρωίδα είναι η προσωποποίηση της αντοχής στις στιγμές απελπισίας και προσπάθειας επιβίωσης σε έναν κόσμο εχθρικό και επικίνδυνο, κάτι που δεν είχε ούτε καν φανταστεί. Οι στιγμές για την μικρή είναι πολύ δύσκολες και η μητέρα της προσπαθεί μέσα σε αυτήν την αβεβαιότητα να της εξασφαλίσει τα προς το ζην και κάποιου είδους διασκέδαση, στο κάτω κάτω παιδάκι είναι, γιατί να πρέπει να υποταχθεί στον κόσμο των μεγάλων από τόσο νωρίς;

Η ελπίδα όμως για αυτήν δεν έχει ευτυχώς σβήσει, ο Γκάρι ο Αμερικανός στρατιώτης που την βρίσκει μόνη είναι εκείνος που τελικά την διασώζει και την περιθάλπει. Ίσως ο κόσμος όλος τελικά να μην είναι τόσο βάναυσος, όπως έχει μέχρι τώρα βιώσει. Αναρωτιέται όμως: «Οι ενήλικοι είναι κουκλοποιοί. Θα ήθελε να είναι μια κούκλα ανάμεσα στις άλλες. Όχι εκείνη που απορρίπτει ο κουκλοποιός. Όχι εκείνη που τον κάνει να ντρέπεται. Θα ήθελε να την αγαπούν ακόμα, να βρει μια άλλη μάνα που θα ήθελε να την βοηθήσει. Ξέρει πως είναι πολύ μικρή για να τα βγάλει πέρα μόνη της, πως έχει ανάγκη κάποιο χέρι για να την οδηγήσει μες στα δάση, στους δρόμους, μέσα στον ήλιο και το χιόνι, που της έφτανε μέχρι τη μέση όταν περπατούσαν τον περασμένο χειμώνα. Έχει ανάγκη από ένα άτομο, από ένα χέρι που να της δείχνει πού να φάει, πού να κοιμηθεί, πού να πάει. Θα ‘θελε αυτός να είναι η μάνα της;»

Οι δύο παράλληλες ιστορίες αποκαλύπτουν περίτρανα τον όλεθρο του πολέμου και τις συνέπειές του ως ένα από τα χειρότερα δείγματα της ανθρώπινης φύσης, κάτι βέβαια που δύσκολα θα εκλείψει αφού δεν συνέβη τόσους αιώνες τώρα. Ωστόσο, μέσα από τις μαρτυρίες που δείχνουν τις δύο πλευρές, της κακίας και της καλοσύνης, κατανοούμε πως οι εποχές μόνο αλλάζουν, οι άνθρωποι δυστυχώς όχι. Και για να αγαπήσεις τον άλλο πρέπει πρώτα να αγαπήσεις τον ίδιο σου τον εαυτό, στην περίπτωση της Μάγδας Γκέμπελς κάτι τέτοιο ουδέποτε συνέβη και για αυτό παρέσυρε στο θάνατο έξι αθώες ψυχές χωρίς την συγκατάθεσή τους ενώ καταδίκασε με τις πράξεις πολλές άλλες. Η ιστορία γράφεται αλλά καλό είναι να μην επαναλαμβάνεται με αυτόν τον τρόπο.

Αποσπάσματα

«Η ατιμωρησία της διαστροφής ήταν ακατανίκητη»

«Αυτός ο πόλεμος έχει ζώνες σκοτεινές, πολύ σκοτεινές για να δεις καθαρά τι γίνεται. Με στολές. Με πολιτικά. Γυναίκες. Ακόμα και παιδιά μερικές φορές»


Διαβάστε επίσης

Αυτά τα όνειρα που ποδοπατούνται – Sébastien Spitzer