Μετά το ροκ και ανατρεπτικό «Θείο Τραγί» του Γιάννη Σκαρίμπα, το ηλεκτρισμένο ορατόριο για «Το ‘21» που μας καθήλωσε ένα βράδυ πριν το δημοψήφισμα του 2015 (!) και τους δυναμικούς «Πέρσες» που προσέθεσαν μια σύγχρονη μουσική προσέγγιση στις σκηνικές αναγνώσεις αρχαίου δράματος, ο Άρης Μπινιάρης καταπιάνεται με τις «Βάκχες», ένα από τα σπουδαιότερα και πιο αινιγματικά κείμενα της παγκόσμιας δραματουργίας.

«Ένας λόγος που μου αρέσει αυτό το έργο και με συγκινεί ιδιαίτερα είναι επειδή μιλάει για μια φυσική και ζωογόνα δυναμική του ανθρώπου να θέλει να συνθέτει, να συνδιαλέγεται, να γιορτάζει, να γνωρίζει ανεξιχνίαστες πλευρές του εαυτού του», αναφέρει ο σκηνοθέτης, που επιστρέφει στο έργο του Ευριπίδη με σκοπό να μιλήσει για το παρόν και την κατακερματισμένη κοινωνία στην οποία ζούμε. Ο ίδιος, που βρίσκεται και επί σκηνής ανάμεσα σε εξαίρετους ηθοποιούς, θέλει μέσα από την παραβολή των «Βακχών» να «συνειδητοποιήσουμε πού βρισκόμαστε προκειμένου να μην ενδίδουμε”.

Λίγο πριν την πρεμιέρα της πολυαναμενόμενης παράστασης, είχαμε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με τον Άρη Μπινιάρη, έναν ταλαντούχο και παθιασμένο δημιουργό, με ιδιαίτερη ματιά για τα πράγματα, ο οποίος θα μας απασχολήσει πολύ (και) στο μέλλον. 


– Τί πυροδότησε την επιστροφή σου στις Βάκχες, οκτώ χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση του έργου στο Bios;

Καταρχάς, να πω ότι η προσέγγιση που κάνουμε τώρα είναι εντελώς διαφορετική από την πρώτη. Το μόνο κοινό στοιχείο είναι η ζωντανή μουσική και, στην ουσία, η μουσική ανάγνωση του έργου. Δηλαδή, αυτό που θα δει ο θεατής αποτελεί και θέαμα και ακρόαμα.

Το να επιστρέψω σε αυτό το έργο, ήταν για μένα σαν μια ανοιχτή εκκρεμότητα και όταν πια σκέφτηκα ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει στο χώρο της Στέγης, θεώρησα ότι ήταν η σωστή στιγμή. Έτσι, τους έκανα αυτή την πρόταση και την δέχτηκαν.

– Γιατί η Στέγη ήταν ο κατάλληλος χώρος για να ανέβει η παράσταση;

Γιατί πίστευα ότι αν χρειαστεί, που τελικά χρειάστηκε, το πρωτότυπο έργο του Ευριπίδη να “μετακινηθεί” λίγο δραματουργικά – ούτως ώστε να βρω το πως σχετίζομαι εγώ σήμερα μαζί του – η Στέγη μπορεί να παρέχει αυτή την ασφάλεια.

@Elina Giounanli

– Προς τα πού “μετακινήθηκε” το έργο στην παρούσα ανάγνωση;

Σε αυτή την εκδοχή, που είναι βασισμένη στην εξαιρετική μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, βρισκόμαστε στον οίκο του Διονύσου όπου οι ηθοποιοί – μύστες του θεάτρου εγείρουν μια «τελετή» μέσω της κίνησης, της ζωντανής μουσικής και των ερμηνευτικών εργαλείων τους. Μέρος της τελετής αυτής, αποτελεί η αναπαράσταση – αφήγηση του βασικού κορμού και άξονα των Βακχών του Ευριπίδη, εν είδη παραβολής. Όποτε, ο θεατής θα δει μια τελετουργία και θα ακούσει από ένα σύνολο τελεστών την ιστορία του θεομάχου βασιλιά που πολέμησε το θεό ο οποίος τελικά τον συνέτριψε.

Επίσης, έχουμε αφαιρέσει τα ονόματα των ηρώων του έργου και έχουμε κρατήσει μόνο τις ιδιότητες και τα σύμβολα. Δηλαδή, αντί για τον Πενθέα, έχουμε τον βασιλιά της πόλης που πενθεί. Κατ’ επέκταση, αντί για την Αγαύη, την μητέρα του και αντί για τον Τειρεσία, τον μάντη που προειδοποιεί.

– Ποιες είναι οι βασικές οδηγίες που δόθηκαν στους ηθοποιούς;

Υπήρχε το πλαίσιο, η βάση των χορικών την οποία είχαμε προσυνθέσει με τον Βίκτωρα Κουλουμπή και τον Πάνο Σαρδέλη, έτσι ώστε να έχουμε την “παρτιτούρα” του έργου και οι ηθοποιοί αλληλεπίδρασαν με το υλικό. Αυτό που προσπαθήσαμε, κυρίως, είναι οι ρόλοι να βγαίνουν  μέσα από τα χορικά.

@Elina Giounanli

Ανάμεσα στους “τελεστές” βρίσκεται η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, αλλά και εκλεκτοί ηθοποιοί τους οποίους “συναντάς” πρώτη φορά καλλιτεχνικά. Πώς λειτούργησε η συνεργασία σας;

Πάρα πολύ ωραία. Θεωρώ ότι κοπιάσαμε αρκετά, δουλέψαμε πολύ και εύχομαι αυτό να επικοινωνήσει με το κοινό και να αρέσει η παράστασή μας.  Η συνεργασία με όλους τους ηθοποιούς, Γιώργο Γάλλο, Άννα Καλαϊτζίδου, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Χρήστο Λούλη, Αμάλια Μπένετ, Εύη Σαουλίδου, Κωνσταντίνο Σεβδαλή, Ονησίφορο Ονησιφόρου και Χάρη Χαραλάμπους, ήταν πραγματικά εξαιρετική.

– Οι προκλήσεις σε αυτό το εγχείρημα, ποιες ήταν;

Οι προκλήσεις ήταν αρκετές. Καταρχάς, είναι μια μεγάλης κλίμακας παράσταση, επιπλέον γίνεται στη Στέγη, ενώ δοκίμασα και κάποιες καινούργιες συνεργασίες σε τομείς όπως η δραματουργία και η σκηνογραφία – ενδυματολογία, με την Θεοδώρα Καπράλου και τον Πάρι Μέξη, αντίστοιχα. Καθώς και με τον Λευτέρη Παυλόπουλο στους φωτισμούς.

– Στην παράσταση, εκτός από την ιδιότητα του σκηνοθέτη, έχεις παράλληλα και αυτή του ηθοποιού. Γιατί υπάρχει αυτή η ανάγκη να βρίσκεσαι και επί σκηνής;

Μέχρι στιγμής, βλέπω ότι υπάρχει τρόπος να βρίσκομαι και επί σκηνής. Και επειδή θέλω να είμαι σε όλο αυτό και επειδή, αρκετές φορές, με βοηθάει να δουλεύω με τους ηθοποιούς χωρίς να δίνω μια εξωτερική οδηγία. Αρκεί ένας ήχος, ένας ρυθμός, ένας παλμός, μια σωματική κίνηση.

@Elina Giounanli

– Ξεκίνησες αρκετά χρόνια πριν από το θέατρο δρόμου, ακολούθησαν πιο μικροί χώροι, μετά το Φεστιβάλ Αθηνών, και τώρα η Στέγη. Πώς βλέπεις αυτό το βήμα;

Σίγουρα είναι ένα σημαντικό εξελικτικό κομμάτι το ότι βρίσκομαι στη Στέγη, όπως άλλωστε και όσα ήρθαν μέχρι τώρα σε αυτή την πορεία. Όλες είναι στιγμές ίσης, για μένα, αξίας αφού με οδήγησαν σε ένα επόμενο καλλιτεχνικό βήμα.

– Σε όλες τις δουλειές σου, φαίνεται ότι σε ενδιαφέρει ιδιαίτερα η μουσικότητα του λόγου και το πώς αυτή αναδεικνύεται μέσα από το συνταίριασμα μουσικής και θεάτρου. Τί αντιπροσωπεύει για σένα η μουσική;

Η μουσική ήταν η πρώτη τέχνη που με συνεπήρε, παρόλο που στο θέατρο βρίσκομαι από μικρό παιδί λόγω του πατέρα μου, Γιώργου Μπινιάρη. Μέσα από την μουσική, είχες την δυνατότητα ως πιτσιρικάς να κάνεις σχέσεις, να δημιουργήσεις παρέες, να κοινωνικοποιηθείς.

Από την αρχή, ακόμα και όταν κάναμε θέατρο δρόμου, πάντα υπήρχε ένα μουσικό “φίλτρο” μέσα από το οποίο κοιτούσα το θέατρο. Δηλαδή, προσπαθούσα πάντα να κοιτάξω το θέατρο από την μουσική του πλευρά. Μέχρι στιγμής, η μουσική είναι ένα πολύ ισχυρό κομμάτι για μένα. Μπορεί, ωστόσο, να δοκιμάσω κι άλλα πράγματα στο μέλλον.

– Σε ποιο βαθμό σε εκφράζει η ροκ μουσική, συγκεκριμένα;

Μεγάλωσα με την ροκ μουσική – κι εννοώ το ευρύτερο φάσμα της – μου αρέσει πάρα πολύ και συνεχίζω να την ακούω. Με συναρπάζουν η δυναμικότητά της, η ψυχεδέλειά της και οι ατμόσφαιρές της. Είναι μια αστική μουσική, θα έλεγα, που έχει κάτι αδρό, ακατέργαστο, ευθύβολο που με συγκινεί.

– Οι Βάκχες κινούνται σε ροκ μονοπάτια;

Ναι, μπορούμε να πούμε ότι η μουσική της παράστασης αντλεί στοιχεία από ροκ περιοχές. Πολύ ηλεκτρισμένες αλλά και αρκετά ατμοσφαιρικές ποιότητες.

@Elina Giounanli

– Τί θέλεις να πεις για το σήμερα μέσα από αυτή την παράσταση;

Κοίταξε, δεν είναι μόνο ένα πράγμα. Αν όμως θέλουμε να επιλέξουμε το πιο ισχυρό είναι ότι μπορούμε να κάνουμε μία στενάχωρη αντιστοιχία ανάμεσα στο “διαμελισμένο” σώμα του Πενθέα, με το οποίο τελειώνουν οι Βάκχες, και την κατακερματισμένη κοινωνία στην οποία ζούμε σήμερα.

Ένας λόγος που μου αρέσει αυτό το έργο και με συγκινεί ιδιαίτερα είναι επειδή μιλάει για μια φυσική και ζωογόνα δυναμική του ανθρώπου να θέλει να συνθέτει, να συνδιαλέγεται, να γιορτάζει, να γνωρίζει ανεξιχνίαστες πλευρές του εαυτού του – κάτι που φέρει ο Διόνυσος στο έργο – και πως όλο αυτό αλληλεπιδρά μέσα σε ένα περιβάλλον μονωμένο, μονοκόμματο και περιχαρακωμένο, το οποίο εκπροσωπεί ο Πενθέας. Πως τελικά το ένα διαβάλλει το άλλο.

– Ωστόσο, μου δίνεις την εντύπωση ότι δεν είσαι τόσο απαισιόδοξος για το σήμερα.

Όχι, η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι απαισιόδοξος. Παρότι πιστεύω ότι βιώνουμε ως χώρα μία τάση για παραίτηση και φαίνεται τα πράγματα να είναι δύσκολα, αυτό που λέω μέσα από την παράσταση είναι περισσότερο για να συνειδητοποιήσουμε – κι  εγώ μαζί – πού βρισκόμαστε προκειμένου να μην ενδίδουμε. Δημιουργώντας σχέσεις, παραστάσεις και μέσα από μία κινητοποίηση σε όλα τα επίπεδα.

– Μετά τις Βάκχες, τί ακολουθεί σε καλλιτεχνικό επίπεδο;

Του χρόνου, απ’ ότι φαίνεται, θα κάνω δύο δουλειές. Η μία εξ αυτών, είναι μικρής κλίμακας και ασχολείται με το 1940. Συγκεκριμένα, με πολύ δυναμικά και νικηφόρα γεγονότα που συνέβησαν τότε. Πρόκειται για μια περίοδο που με ενδιαφέρει πολύ.

– Η έρευνά σου πάνω στο αρχαίο δράμα, συνεχίζεται στο εγγύς μέλλον;

Σίγουρα συνεχίζεται καθώς το αρχαίο δράμα με απασχολεί και με συγκινεί βαθιά. Ωστόσο, δεν είναι κάτι προγραμματισμένο για το άμεσο μέλλον, εκτός από τις Βάκχες στη Στέγη και τους Πέρσες που θα παρουσιαστούν ξανά φέτος το καλοκαίρι, στο Ηρώδειο και σε περιοδεία στην Ελλάδα και την Κύπρο. Θα πρέπει, άλλωστε, να βρεθεί και η ιδανική συνθήκη ώστε να υπάρχει περισσότερος χρόνος. Θέλω να επιστρέψω στο αρχαίο δράμα αλλά ένα βήμα μετά.


Συντελεστές παράστασης:

Διασκευή βασισμένη στη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά: Άρης Μπινιάρης, Θεοδώρα Καπράλου
Σκηνοθεσία: Άρης Μπινιάρης
Δραματουργική Επεξεργασία: Θεοδώρα Καπράλου
Σκηνικά & Κοστούμια: Πάρις Μέξης
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Μουσική: Βίκτωρας Κουλουμπής, Πάνος Σαρδέλης
Κίνηση: Αμάλια Μπένετ
Sound design & Ηχοληψία παράστασης: Χάρης Κρεμμύδας
Βοηθός ενδυματολόγου: Δάφνη Ηλιοπούλου
Βοηθός σκηνογράφου (intern): Δέσποινα Φαρίδου
Μετάφραση υπερτίτλων στα αγγλικά: Μέμη Κατσώνη
Διεύθυνση Παραγωγής: Μαρία Δούρου
Παραγωγή: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

Ερμηνεύουν: Γιώργος Γάλλος, Άννα Καλαϊτζίδου, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Χρήστος Λούλης, Αμάλια Μπένετ, Άρης Μπινιάρης, Εύη Σαουλίδου, Κωνσταντίνος Σεβδαλής, Ονησίφορος Ονησιφόρου, Χάρης Χαραλάμπους

Μουσικοί: Βίκτωρας Κουλουμπής (ηλεκτρικό μπάσo), Πάνος Σαρδέλης (τύμπανα)

@Elina Giounanli

Περισσότερες πληροφορίες: https://vakxes.sgt.gr/


Κεντρική φωτογραφία θέματος: @Nick Knight


Διαβάστε επίσης:

«Βάκχες», από τον Άρη Μπινιάρη στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση