Η ιστορία της Γιουρσενάρ λαμβάνει χώρα σε μία περίοδο έντονων θρησκευτικών συγκρούσεων που θα συνεχιστούν και τον 17ο αιώνα με την Αντιμεταρρύθμιση, δηλαδή την απάντηση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στην προσπάθεια της Προτεσταντικής μεταρρύθμισης που τόσες αντιδράσεις προκάλεσε. Η Γιουρσενάρ στο νεανικό αυτό μυθιστόρημα εισάγει τον αναγνώστη σε μία πραγματικότητα που ήδη είχε απασχολήσει στο παρελθόν συγγραφείς όπως ο Μπάιρον, ο Γκαίτε και ο Τόμας Μαν.

Η Άννα αδερφή μου αν το αποδώσουμε στα ελληνικά είναι μια αφήγηση έντονα συναισθηματική αλλά και δραματική, όχι όμως λιγότερο στοχαστική. Πολλά τα ερωτήματα που τίθενται ως προς την σύλληψη της ιστορίας αυτής και οι απαντήσεις δίνονται εν μέρει από την ίδια την συγγραφέα στο επίμετρο που βρίσκουμε στο τέλος της έκδοσης και ρίχνει φως σε πολλές πτυχές.

Μία αινιγματική υπόθεση αιμομιξίας

Η Αναγέννηση με τις περίφημες ιστορίες ερώτων και εναλλαγής συντρόφων δίχως κανέναν ενδοιασμό ή όνειδος γίνεται στα χέρια της Γιουρσενάρ η αφορμή για να χτίσει τη δική της ιστορία που έχει μέσα πολλά στοιχεία από την σχολή ψυχολογίας που εκείνη την εποχή δημιουργείται. Γιατί δεν μπορεί την εποχή που το γράφει να μην έχει αντιληφθεί τις θεωρίες του Φρόυντ και του Γιουνγκ που κινούν τα νήματα και της λογοτεχνίας και επηρεάζουν συγγραφείς όπως ο Τσβάιχ και ο Ροτ. Η Γιουρσενάρ σε νεανική ηλικία μοιάζει να παρασύρεται από το ρεύμα αυτό που δημιουργεί και προκαλεί ερωτήματα για την άστατη ανθρώπινη φύση, αυτήν που δύσκολα κάποιος μπορεί να ερμηνεύσει. Στο μυαλό της θα έχει τα διαβάσματα των αρχαίων ελληνικών τραγωδιών όπου πρωταγωνιστεί το πρόσωπο του Οιδίποδα και της μητέρας του Ιοκάστης, οι οποίοι δεν γλίτωσαν από τα χέρια της κακής τους μοίρας.

Το περίφημο θέμα της αιμομιξίας μεταξύ μελών της οικογένειας δεν είναι άγνωστο, δεν είναι πρωτότυπο, δεν είναι όμως και αποδεκτό. Ταλαιπωρεί τις κοινωνίες από την Αρχαιότητα μέχρι και την εποχή της Γιουρσενάρ και εκείνη με την γραφή της προσπαθεί να την ερμηνεύσει ως ένα φαινόμενο κοινωνικό. Άραγε η αδελφική αγάπη της Άννας και του Μιγκέλ που μετατρέπεται σε κανονική αγάπη από πού προκύπτει και πώς μπορεί να καθοριστεί; Μήπως το γεγονός πως τα δύο παιδιά θα έρθουν πολύ κοντά είναι τα απόνερα μίας μη φυσιολογικής παιδικής ηλικίας; Από πού πηγάζει και ποιες οι συνέπειες μιας τέτοιας κατάστασης και ποιες οι μέθοδοι να κατανοηθεί καλύτερα; Η υπόθεση αυτή από την αρχή της αφήγησης, η οποία ξεδιπλώνεται ιστορικά και ο αναγνώστης βλέπει να ξετυλίγεται μπροστά του το κουβάρι των εξελίξεων προκαλεί ποικίλα ερωτήματα και απορίες.

Η ίδια η Γιουρσενάρ στο εποικοδομητικό και διαφωτιστικό επίμετρο γράφει χαρακτηριστικά βοηθώντας τον αναγνώστη να την προσεγγίσει όσο καλύτερα γίνεται: «Το μοναδικό ερώτημα που τίθεται διαρκώς είναι το γιατί όλων ετούτων των αναρίθμητων σωματιδίων που ρέουν μέσα στον καθένα από μας, ορισμένα μονάχα απ’ τα οποία ανέρχονται στην επιφάνεια. Όντας πιο ελεύθερη, την εποχή εκείνη, από αισθήματα και προσωπικές έγνοιες, ίσως και να ήμουν περισσότερο ικανή από σήμερα να διαλυθώ ολόκληρη μέσα σε αυτούς τους χαρακτήρες που είχα εφεύρει ή θεωρούσα πως εφευρίσκω«. Είναι προφανές πως και η ίδια με τα μάτια της ωριμότητας ρίχνει φως στις νεανικές λογοτεχνικές της ορμές και μας παραδίδει στον εσωτερικό της κόσμο επιχειρώντας και η ίδια κατά κάποιον τρόπο να ερμηνεύσει εκτός από την θεματολογία που πραγματεύεται και τις ίδιες τις επιλογές.

Μία ιστορία που επανέρχεται αργότερα στο έργο της

Η Γιουρσενάρ, όπως και η ίδια εξομολογείται με περισσή ευθύτητα βρίσκει με αφορμή την ιστορία αυτή, διαθέτει την υπέρτατη χαρά να βυθίζεται στον τρόπο αφήγησης, να σμιλεύει το λογοτεχνικό γλυπτό και να καθοδηγεί τους πρωταγωνιστές και ήρωές της χαρίζοντάς τους ιδιότητες τρωτότητας και αδυναμίας, έτσι όπως τους γέννησε η μητέρα φύση. Τα πρόσωπά της, η Άννα, ο Μιγκέλ, η Ντόνα Βαλεντίνη είναι σάρκα εκ της σαρκός της άστατης ανθρώπινης φύσης που πάντα θα περιπλέκεται σε αμαρτίες, πάντα θα βουτά στα άδυτα των πιο αφύσικων και μεταφυσικών πράξεων γιατί από την εποχή του Αδάμ και της Εύας, του Κάιν και του Άβελ ο άνθρωπος αποδεικνύει πόσο εύθραυστος είναι, πόσο ευάλωτος είναι, πόσο αγκαλιά με τα ίδια του τα λάθη και τις αμαρτίες του βρίσκεται. Έτσι και μας παραδίδεται εδώ δια χειρός Γιουρσενάρ.

«Τα δύο παιδιά, που αγαπιόντουσαν, παρέμεναν σιωπηλά πολύ, μην έχοντας ανάγκη τις λέξεις για να χαρούν το γεγονός ότι ήσαν μαζί ͘ η Ντόνα Βαλεντίνη μιλούσε ελάχιστα, εμπιστευόμενη το σωστό εκείνο ένστικτο όσων αισθάνονται ότι τους αγαπούν αλλά δεν τους καταλαβαίνουν«. Η Γιουρσενάρ θίγει εδώ την μεταφυσικότητα της αγάπης που περνά εμπόδια και στέκεται ψηλά να κοιτάζει όσα διαδραματίζονται από κάτω δίχως εκείνη να πτοείται ή να αγγίζεται. Η αγάπη των δύο αδερφών αν και παράξενη και αφύσικη, είναι αληθινή, είναι αυθεντική, είναι αμόλυντη, τα ίδια δεν κατανοούν το σφάλμα τους και το λάθος τους και δεν προλαβαίνουν να το αντιληφθούν γιατί πολύ απλά η Άννα θα χάσει τον αδερφό της και θα ζήσει τα επόμενα χρόνια της ζωής της με την σκιά του. Κανείς εραστής ή σύζυγος δεν θα μπορέσει να αντικαταστήσει την αγάπη της για εκείνον και αυτή η αγνή και άδολη αγάπη θα την ακολουθεί σαν το φάντασμα που ποτέ δεν εγκαταλείπει τον πύργο του Σαντ Έλμο.

Πρόκειται για μία αφήγηση πραγματικά προφητική για τα όσα θα δούμε να εξελίσσονται στο μεγαλειώδες έργο της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ τα επόμενα χρόνια, όπως για παράδειγμα στα Απομνημονεύματα του Αδριανού, ένα από τα εμβληματικά της έργα που την καθιέρωσαν ως μία εκ των κορυφαίων συγγραφέων. Και βέβαια μην ξεχνάμε πως η Γιουρσενάρ έχει το χάρισμα να «παίζει» στα δάχτυλα και με δεξιοτεχνία, με μοναδικό ταλέντο την ιστορία και να την πλάθει μοναδικά εμπλέκοντάς την με την ψυχολογία, την κοινωνία και την φιλοσοφία. Για αυτό και στέκεται ψηλά στο Πάνθεον μαζί με τους συγγραφείς που με σεβασμό μνημονεύει στο τέλος της έκδοσης αυτής, η οποία έχει την σφραγίδα της εξαιρετικής μετάφρασης του Σπύρου Γιανναρά.


Διαβάστε επίσης: 

Άννα, σορόρ… – Marguerite Yourcenar