Αποκαλύψεις για παρακολουθήσεις πολιτικών αρχηγών και δημοσιογράφων, προειδοποιήσεις για λογισμικά καθημερινής χρήσης που συλλέγουν προσωπικά δεδομένα, εφαρμογές που καταγράφουν κάθε μας κίνηση, κάμερες σε απίθανα σημεία, βιβλία που μοιάζουν να σε παρακολουθούν… Βιβλία;
Το απίθανο εξώφυλλο του μυθιστορήματος «Η Μέντορας» όταν το κρατά κανείς ανοιχτό, κοινώς το διαβάζει, μοιάζει λες και «καρφώνουν» δύο μάτια όποιον τυχόν κάθεται απέναντι από τον αναγνώστη.
Η Αλεξία Κέπελη, μια νέα συγγραφέας, πλάθει έναν κόσμο γεμάτο δράση, αλλά και κοινωνικούς προβληματισμούς. Στο επίκεντρό του βρίσκεται η Vis, ένα σύστημα που επιχειρεί να ρυθμίσει με απόλυτο τρόπο κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής, από την επαγγελματική πορεία και τις προσωπικές επιλογές μέχρι τις πιο καθημερινές κινήσεις. Μια δυστοπία που μοιάζει ακραία, αλλά δεν είναι καθόλου ξένη προς την πραγματικότητά μας. Άλλωστε, όπως γνωρίζουν καλά οι λάτρεις του είδους, για να λειτουργήσει μια δυστοπία, πρέπει να πατά πάνω σε υπαρκτούς φόβους, ανισότητες και ρωγμές της ίδιας μας της κοινωνίας.
Και εδώ, πίσω από την παντοδυναμία της Vis, αναδύονται γνώριμα προβλήματα: η εργασιακή εξουθένωση, η κοινωνική ανασφάλεια, η οικονομική εξαθλίωση, η διαρκής απαίτηση για παραγωγικότητα και τελειότητα. Ένας κόσμος όπου το πρόβλημα είναι ο άστεγος και όχι η αστεγία· ο άνεργος και όχι η ανεργία· ο άρρωστος και όχι ένα προβληματικό σύστημα υγείας. Όπου η αποτυχία χρεώνεται στο άτομο και όχι στις συνθήκες που την παράγουν.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Μέσα σε αυτό το σύστημα γεννιέται και κινείται η Λητώ, μια αντιηρωίδα που γοητεύει ακριβώς επειδή δεν προσφέρεται για εύκολη ταξινόμηση. Μέσα από τις αντιφάσεις της, τις μικρές χειρονομίες και τις επιλογές της, αποκαλύπτεται σταδιακά ένας σύνθετος εσωτερικός κόσμος.
Η ιστορία ξεδιπλώνεται στην Αθήνα και τον Πειραιά, σε μια πόλη που αλλάζει, με γειτονιές και τοπόσημα που χάνονται μέσα στο gentrification και την υπερτουριστικοποίηση. Σαν ένα στραβό ενθύμιο μιας ολόκληρης εποχής…
Με αφορμή τη «Μέντορα», το CultureNow συζητά με την Αλεξία Κέπελη για την επιτήρηση, την κουλτούρα της διαρκούς παραγωγικότητας, τις αντιφάσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς, τη δυστοπία που βρίσκεται ήδη γύρω μας και, φυσικά, για τη Λητώ.
***
-Όταν άρχισες να πλάθεις την ιστορία στο μυαλό σου, ποια ήταν η κεντρική σου ιδέα και τι ήθελες να διερευνήσεις μέσα από αυτήν; Αλήθεια, είχες πρώτα διαμορφώσει τις βασικές αρχές του συστήματος της Vis ή την ιδιαίτερη πρωταγωνίστρια του βιβλίου σου;
Η αρχική μου σκέψη αφορούσε το πώς παλεύουμε καθημερινά να είμαστε, κατά κάποιο τρόπο, τέλειοι/τέλειες. Από το πώς αποδίδουμε στη δουλειά, πόσο γρήγορα ανεβαίνουμε στην ιεραρχία, μέχρι το πώς είμαστε εμείς οι ίδιοι στην καθημερινή μας ζωή. Αν έχουμε το τέλειο αμάξι, τα τέλεια ρούχα, τον τέλειο ή την τέλεια σύντροφο κ.ο.κ. Στην εποχή μας, έχουμε ταυτίσει σε μεγάλο βαθμό την επαγγελματική και προσωπική μας επιτυχία με την αξία μας ως άνθρωποι, πάντα σε συνάρτηση και σε αντιπαραβολή με τους άλλους· πόσα έχουν οι άλλοι, πόσο καλύτεροι είναι οι άλλοι από εμάς. Ορμώμενη από αυτό, υπέθεσα πως στην Ελλάδα υπάρχουν άνθρωποι που θα προτιμούσαν να λειτουργούσαμε σαν ρομπότ, προτεραιοποιώντας πάντα τη δουλειά μας και στοχεύοντας σε μια τέλεια εικόνα· κρατώντας και τους γύρω μας δέσμιους σε αυτή την προσπάθεια. Μετά, σκέφτηκα πως αν υπήρχε ένα σύστημα για να εφαρμόσει αυτή την ιδέα και αν επιβαλλόταν με αρκετά σκιώδη τρόπο, το πιθανότερο είναι ότι, χωρίς πολλά πολλά, θα γινόταν αποδεκτό. Θα εφαρμοζόταν. Μπορεί να συναντούσε κάποια αντίσταση, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του θα μπορούσε απλώς να αποτελεί την καθημερινότητά μας και να εδραιωθεί σχετικά ανώδυνα – και ύπουλα. Αυτή η σκέψη, ότι σήμερα κανονικοποιούνται συνθήκες που είναι εξαντλητικές, απάνθρωπες, βίαιες, με τρομάζει αρκετά ώστε να θέλω να την αναλύσω, να γράψω γι’ αυτήν, να συζητήσω – να συζητήσω γράφοντας. Οπότε νομίζω πως πρώτα γεννήθηκε το σύστημα. Η Λητώ γεννήθηκε από τα έγκατα αυτού.
-Θέλω να μείνουμε σε κάτι που μόλις ανέφερες, γιατί οι έννοιες της παραγωγικότητας και της αποδοτικότητας επανέρχονται και στο βιβλίο. Τι ακριβώς σε ενδιαφέρει στον τρόπο με τον οποίο έχουν εισχωρήσει στην καθημερινότητά μας και διαμορφώνουν τη σχέση μας με τον χρόνο, την εργασία και τον εαυτό μας;
Εστίασα σε αυτές κυρίως επειδή είναι αποπροσανατολιστικές. Δηλαδή, αλήθεια, τι σημασία έχει αν ολοκληρώνεις δεκαπέντε tasks την ημέρα στη δουλειά σου, ενώ σου ζητήθηκαν μόνο τα δέκα και όταν ο μισθός σου δεν καλύπτει τα βασικά; Τι σημασία έχει να παίρνεις μια προαγωγή όταν έχεις διαλυθεί, ψυχολογικά και σωματικά, για να την πάρεις; Και ακόμα, παρ’ όλα αυτά, ο μισθός σου να μην καλύπτει τα βασικά; Ξεχνάμε να συνειδητοποιούμε τις συνθήκες υπό τις οποίες ζούμε και δουλεύουμε. Αυτό που ζούμε μας φαίνεται απολύτως φυσιολογικό. Φυσικά, αν δεν αποδώσουμε ιδιαίτερα καλά σε κάτι, μάντεψε: εμείς φταίμε· δεν προσπαθήσαμε αρκετά· δεν διαβάσαμε αρκετά· δεν μοχθήσαμε αρκετά· δεν κάναμε το έξτρα πεντάωρο για να βγει η δουλειά μας όπως έπρεπε. Το χειρότερο από όλα είναι πως πραγματικά έχουμε πιστέψει ότι αυτό μας αξίζει και ότι δεν υπάρχει καμία εναλλακτική. Οπότε, αν εστιάζεις στο τι κάνεις εσύ λάθος, δεν εστιάζεις στην ευρύτερη εικόνα. Δεν μπορείς ποτέ να φανταστείς τον εαυτό σου να σπάει τον φαύλο κύκλο.
-Με λίγα λόγια, πώς θα περιέγραφες τον κόσμο που μας παρουσιάζεις στο βιβλίο «Η Μέντορας»; Σε τι διαφοροποιείται από τη δική μας πραγματικότητα και σε τι συγγενεύει μαζί της;
Λοιπόν, η πιο ουσιαστική διαφορά είναι ότι στη δυστοπική Αθήνα που φαντάστηκα υπάρχουν Ρυθμιστές οι οποίοι εφαρμόζουν τους αυστηρούς κανόνες της Vis. Οι κανόνες αυτοί αφορούν τα πάντα στις ζωές των ανθρώπων, από το ποια δουλειά τους ταιριάζει μέχρι πόσα παιδιά πρέπει να κάνουν, ακόμα και το πώς περπατούν στον δρόμο και πώς τακτοποιούν το γραφείο τους. Κατά τα άλλα, νομίζω πως δεν υπάρχουν άλλες διαφορές. Η οικονομική εξαθλίωση μιας τεράστιας μερίδας ανθρώπων, οι δύσκολες εργασιακές συνθήκες, οι ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, οι εξώσεις, οι αυτοκτονίες, οι ευκαιριακές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων… Όλα αυτά θεωρώ πως δεν είναι τόσο μακριά από εμάς ώστε να δυσκολευόμαστε να τα φανταστούμε.
-Γιατί τοποθετείς την ιστορία στην Αθήνα και τον Πειραιά;
Η Αθήνα ήταν η πρώτη σκέψη μου, η προφανής, επειδή ζω κοντά στο κέντρο όλη μου τη ζωή. Επίσης, ήθελα να είναι ένα μυθιστόρημα τοποθετημένο σε οικεία μέρη μας. Και σε μια πυκνοκατοικημένη πόλη, που είναι στα όρια να «ξεχειλώσει». Ήθελα η ιστορία να είναι τοποθετημένη δίπλα μας. Κοντά σε κάτι που θα μπορούσαμε εύκολα να φανταστούμε. Και αυτό επειδή ήθελα να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο καθησυχαστική. Επέλεξα τον Πειραιά περισσότερο επειδή βρίσκεται εκτός κέντρου αλλά κοντά σε νερό, κοντά, δηλαδή, στην πιθανότητα και την υπαρκτή ικανότητα διαφυγής. Οπότε, η ύπαρξη μιας πιο επαναστατικής και ανοιχτόμυαλης ομάδας κοντά σε ένα λιμάνι έβγαζε απόλυτο νόημα στο μυαλό μου. Τα λιμάνια, εξάλλου, είναι σημεία έναρξης και τέλους ταξιδιών – και συναντήσεων.
-Η αφήγηση κινείται διαρκώς ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Πώς σε εξυπηρέτησε αυτή η εναλλαγή στην ανάπτυξη της ιστορίας και στην αποκάλυψη της Λητώς ως χαρακτήρα;
Μου άρεσε πάρα πολύ που είχα την ευκαιρία να πειραματιστώ με αυτό το μπρος πίσω. Και ήθελα πολύ το τέλος κάθε σκηνής ή κάποιο στοιχείο της να συνδέεται με κάτι από το παρελθόν. Ήθελα να δώσω την ευκαιρία, σε εμένα πρωτίστως αλλά και στους αναγνώστες και στις αναγνώστριες, να γνωρίσουν τη Λητώ σε τρία διαφορετικά σημεία της ζωής της: προτού ξεκινήσει την εκπαίδευσή της, κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης και ως Ρυθμίστρια πια που προσπαθεί να γίνει Μέντορας. Με τις ματιές στο παρελθόν μπορούσα πολύ καλύτερα να χτίσω τον χαρακτήρα της στο παρόν και να δείξω γιατί πήρε κάποιες αποφάσεις. Μπόρεσα να της δώσω άλλο βάθος έτσι.

-Θεώρησα αριστοτεχνικό τον τρόπο με τον οποίο σκιαγραφείς τη Λητώ, καθώς δεν μας τη συστήνεις μέσα από χαρακτηρισμούς ή κραυγαλέες πράξεις, αλλά μέσα από μικρές, καθημερινές κινήσεις, όπως, για παράδειγμα, όταν επιλέγει να μην ενημερώσει τη φίλη της ότι έχει κραγιόν στα δόντια της. Πώς προσέγγισες τη διαμόρφωση του χαρακτήρα της; Τι μπορεί να αποκαλύψει, κατά τη γνώμη σου, μια φαινομενικά ασήμαντη χειρονομία για έναν άνθρωπο;
Ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό το σχόλιο. Πραγματικά, δεν ήμουν σίγουρη αν κάποιες τόσο μικρές κινήσεις θα προκαλούσαν κάποια εντύπωση ή αν θα έμεναν στους αναγνώστες και στις αναγνώστριες. Αντίστοιχη αγαπημένη μου στιγμή είναι όταν βουρτσίζει τα μαλλιά της μητέρας της απαλά και με φροντίδα, αλλά ξεριζώνει με δύναμη όσα έχουν μείνει στη βούρτσα. Αυτές οι μικρές στιγμές, αυτές οι στιγμές που δεν είμαστε απόλυτα εμείς, που λειτουργούμε αυτόματα, σχεδόν υπνωτισμένα, φωνάζουν πολλά περισσότερα για εμάς από όσα ελέγχουμε συνειδητά. Ήθελα η Λητώ να είναι ολόκληρη μια αντίφαση και να μην έχει πλήρη επίγνωση του εαυτού της, να χάνεται στις αντιφάσεις της, να είναι μία το ένα και μία το άλλο και να είναι όλα αληθινά ταυτόχρονα. Εξαρχής, η Λητώ είναι απόλυτα ειλικρινής για το τι ακριβώς είναι. Τι μπορεί να αποκαλύψει μια ασήμαντη χειρονομία; Τα πάντα.
-Γιατί επέλεξες να εντάξεις ραπ στη σκηνή της νυχτερινής εξόδου της Λητώς; Αν θέλεις, θα μπορούσες να μας μιλήσεις και για τους συγκεκριμένους στίχους που επέλεξες να απομονώσεις;
Τα τελευταία χρόνια έχω έρθει σε επαφή αρκετά με τη ραπ σκηνή λόγω του Ravious – κυρίως με την underground ραπ. Ενώ δεν είναι η μουσική που ακούω συνήθως, αναγνωρίζω τον επαναστατικό χαρακτήρα της, καθώς και το βάθος των στίχων πολλών καλλιτεχνών, κυρίως όσων κάνουν κοινωνικοπολιτική ραπ. Η σκηνή που περιγράφεται στην έξοδο της Λητώς έχει συμβεί στην πραγματικότητα. Καθώς όλοι χόρευαν σε ένα κλαμπ, ξαφνικά άρχισε να παίζει το «Δεν ήταν ατύχημα». Και κάπως όλοι πάγωσαν. Δεν ήξεραν πώς να το διαχειριστούν, αν έπρεπε να χορέψουν ή όχι. Μου φάνηκε συγκλονιστικό. Πόσο εύκολα μπορεί κάτι τόσο απλό να σε βγάλει από τη «βολή» σου εκείνη την ώρα. Πώς μπορεί να σε αποσυντονίσει. Να σε κάνει να ακούσεις. Όταν προσπαθούσα να γράψω τη σκηνή, αρχικά είχα γράψει κάτι δικούς μου στίχους. Όταν τους διάβασε ο Νίκος, συμφωνήσαμε ότι δεν θα κάνω καριέρα στη ραπ. Είχε την ιδέα να εντάξω τους δικούς του και συνειδητοποίησα ότι οι στίχοι του, πραγματικά, εξέφραζαν το πνεύμα ολόκληρου του βιβλίου. Ο στίχος που επέλεξα ήταν: «Οι ζωές μας γι’ αυτούς θα κοστίζουνε πάντα λιγότερο από ένα εισιτήριο». Πάντα γρανάζια. Πάντα αριθμοί. Πάντα αναλώσιμοι. Σε αυτό πρέπει να αντισταθούμε· να μην έχει ένα εισιτήριο, ένα εργοστάσιο, μια οικοδομή ή ό,τι άλλο μεγαλύτερη αξία από τη ζωή μας.
-Τι σε δυσκόλεψε περισσότερο κατά τη συγγραφή του βιβλίου; Υπήρξε κάποιο σημείο στο οποίο ένιωσες ότι η ιστορία “αντιστεκόταν” να εξελιχθεί με το ρυθμό που επιθυμούσες;
Για να είμαι ειλικρινής, όχι! Και είμαι πολύ χαρούμενη γι’ αυτό. Σε όλο το βιβλίο είχα μια πολύ καλή ροή, πράγμα που μου δείχνει ότι απόλαυσα και την ίδια την ιστορία. Δεν υπήρξε κάτι συγκεκριμένο που να με δυσκόλεψε πραγματικά, αν και ορισμένες σκηνές ήταν σκληρές και άρα πιο απαιτητικές όταν τις σκεφτόμουν, τις επεξεργαζόμουν και τελικά όταν τις έγραφα.
-Μπορείς να μας μεταφέρεις λίγο στο πώς είσαι όταν γράφεις; Ακολουθείς κάποια συγκεκριμένη ρουτίνα ή αφήνεσαι περισσότερο στον αυθορμητισμό, χωρίς να ακολουθείς κάποιο σταθερό μοτίβο;
Η αλήθεια είναι πως δεν έχω κάποια συγκεκριμένη ρουτίνα. Όταν νιώθω έτοιμη, συνήθως απλώς κάθομαι και γράφω. Μπορεί να ακούω νορβηγική φολκ παράλληλα, αλλά μέχρι εκεί. Και γενικά μου αρέσει να αλλάζω παραστάσεις, όμως δεν το κάνω εντελώς συνειδητά. Μπορεί να γράφω για μήνες σε ένα συγκεκριμένο σημείο του σπιτιού και ξαφνικά να αρχίσω να γράφω οπουδήποτε αλλού, χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Γενικά, μου αρέσει να ξέρω ότι, όταν ξεκινάω να γράφω, δεν έχω υποχρεώσεις μετά. Το μεγαλύτερο κομμάτι της διαδικασίας είναι εγώ που κοιτάζω την οθόνη του υπολογιστή με κενό βλέμμα (αυτό μπορεί να πάρει τριάντα λεπτά ανά σκηνή του βιβλίου), καθώς προσπαθώ να στήσω τη δομή της κάθε σκηνής στο μυαλό μου. Οπότε είναι σημαντικό να μη βιάζομαι ή ότι πρέπει να είμαι κάπου αλλού μετά (σωματικά ή πνευματικά).

-Πότε ένιωσες ότι το μυθιστόρημα «Μέντορας» είχε πάρει την τελική του μορφή; Θυμάσαι τη στιγμή που κατάλαβες ότι η ιστορία είχε πλέον ολοκληρωθεί; Και πώς ένιωσες όταν κράτησες για πρώτη φορά στα χέρια σου το αντίτυπο του βιβλίου σου;
Κατάλαβα ότι η ιστορία ολοκληρώθηκε όταν έφτασα στο σημείο όπου η Λητώ συνειδητοποιεί την τραγικότητα μέσα στην οποία έκλεισε τον εαυτό της. Ήξερα ακριβώς πώς ήθελα να τελειώσει η ιστορία και ήθελα να είναι μια σκηνή στο παρελθόν, μια σκηνή που θα έδειχνε ακριβώς την τραγική ειρωνεία της ζωή της. Όταν έγραψα την τελευταία λέξη παραλίγο να βάλω τα κλάματα.
Ένιωσα, για πρώτη φορά, απολύτως ικανοποιημένη από αυτό που είχα δημιουργήσει. Μπορεί, βέβαια, μετά να το αποδόμησα, εκείνη τη στιγμή όμως, για πρώτη φορά, ένιωσα ότι είχα καταφέρει αυτό ακριβώς που είχα φανταστεί. Όταν κράτησα το πρώτο αντίτυπο στα χέρια μου, φυσικά και βούρκωσα. Δεν είναι ποτέ δεδομένο ότι επειδή έχεις εκδώσει ένα βιβλίο θα καταφέρεις να εκδώσεις και το επόμενο· ούτε ότι η ιστορία σου θα αρέσει στον εκδότη και στη συνέχεια στο κοινό. Ήταν η στιγμή που ένιωσα ότι είχα γράψει κάτι για το οποίο ήμουν πραγματικά περήφανη.
Διαβάστε επίσης:
Αλεξία Κέπελη – Η μέντορας: Ένα βιβλίο φαντασίας για μια ανθρωποφαγική κοινωνία