Μια νεαρή γυναίκα με αγάπη για τη λογοτεχνία και συγγραφικές φιλοδοξίες φτάνει στο Παρίσι για σπουδές. Η γαλλική πρωτεύουσα θα αποδειχθεί ένας τόπος γεμάτος κλειδωμένα δωμάτια στα οποία εκείνη αδυνατεί να εισέλθει. Οι κοινωνικοί και ακαδημαϊκοί κύκλοι στους οποίους νιώθει ότι δικαιωματικά ανήκει αποδεικνύονται απροσπέλαστοι, και η –πλατωνική αλλά ερωτικά φορτισμένη– σχέση με τον καθηγητή της θα αποτελέσει την αφορμή για ένα πλήθος επιστολών που απευθύνονται στον ίδιο και αποτελούν και τον κορμό του μυθιστορήματος. Η Ρένα Λούνα στο βιβλίο της «Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα» δίνει τον λόγο σε μια γυναίκα η οποία προσπαθώντας να παίξει με αυτούς που θεωρεί “κανόνες του παιχνιδιού” θα φτάσει στα όρια της τρέλας, θέτοντας έτσι ζητήματα, μεταξύ άλλων, ως προς τις σχέσεις εξουσίας, την ευθύνη του πιο δυνατού, τον πόνο της απόρριψης, αλλά και τις ολέθριες συνέπειες που μπορεί να έχει ένα “συνηθισμένο” παιχνίδι σε έναν ήδη εύθραυστο ψυχισμό.
***
– Το βιβλίο σας διαδραματίζεται εκτός Ελλάδας, κατά βάση στο Παρίσι, με κεντρική ηρωίδα με νεαρή γυναίκα από τη Μάλτα. Ποιες είναι οι ελευθερίες που σας προσφέρει ως συγγραφέα όταν γράφετε για τόπο και πρόσωπα χωρίς σύνδεση με τα εδώ οικεία και γνώριμα;
Η απόσταση από το οικείο μού προσφέρει μια μορφή αποδέσμευσης. Ίσως, γράφοντας για την Ελλάδα κάθε λεπτομέρεια να κουβαλήσει ένα πλήθος συνδηλώσεων που δεν ήθελα να καταβυθιστώ. Αντίθετα, το Παρίσι και η Μάλτα μού επέτρεψαν να κατασκευάσω έναν κόσμο αναζητώντας και υποθέτοντας –μερικές φορές επίσης μαντεύοντας–, με μια προσωπική προσέγγιση ενός τόπου.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Τοποθετώ τον εαυτό μου εκεί διότι ξέρω πως ο ενθουσιασμός μου για το άγνωστο περιβάλλον θα κάνει τα πράγματα πιο συναρπαστικά για εμένα, κάτι που ελπίζω να αποτυπωθεί και στην ιστορία.
Η πρωταγωνίστριά μου είναι μια ξένη στο Παρίσι, όπως θα ήμουν κι εγώ εάν βρισκόμουν στη θέση της, άρα ίσως να μοιραζόμασταν τα ίδια μάτια. Το «ξένο» εκτός από γεωγραφικός τόπος είναι και απόσταση από τη ζωή μου εδώ. Γράφοντας με φόντο το άγνωστο νιώθω πιο ελεύθερη να επεξεργαστώ το οικείο. Έτσι κι αλλιώς η επιθυμία, η εξουσία και η ανάγκη να ανήκουμε δεν έχουν σύνορα.
Σε μια πιο ελεύθερη ματιά μπορεί κανείς να δει το Παρίσι ως τον ψυχικό τόπο της ηρωίδας· το μεγάλο όνειρο που όσο το πλησιάζεις, μικραίνει. Τους πολλαπλούς κόσμους της Μάλτας, πολιτισμικούς και γεωγραφικούς, ως τη ρευστή ταυτότητα της ηρωίδας. Τέλος, το «ταξίδι» ως αφηγηματική, αναγκαία σύγκρουση: επισκέπτεται τη φανταχτερή φαντασία για να επαναξιολογήσει την ταυτότητά της στη γενέθλια γη.
– Η ηρωίδα σας σπουδάζει λογοτεχνία και συχνά επικαλείται λογοτεχνικά έργα αλλά και περιστατικά από τη ζωή αγαπημένων της λογοτεχνών, με τους οποίους ταυτίζεται και ίσως βλέπει ως πρότυπα. Παρομοίως, στη δημόσια σφαίρα συχνά βλέπουμε καλλιτέχνες να αναδεικνύονται ως πρότυπα αλλά και να κατακρημνίζονται σε περίπτωση κάποιας αποκάλυψης για τη ζωή τους. Εσείς πώς τοποθετείστε σχετικά; Ενδιαφέρει η ζωή του καλλιτέχνη, ή μόνο το έργο του;
Με ενδιαφέρει η ζωή του καλλιτέχνη, αλλά δεν τη θεωρώ ούτε το μαγικό κλειδί που θα ξεκλειδώσει τις σημασίες του έργου του, ούτε το έργο ως άλλοθι που συγχωρεί τις πράξεις του. Ένα έργο, από τη στιγμή που δημοσιεύεται αποκτά τη δικιά του ζωή, πολλαπλασιάζεται μέσα από τις αναγνώσεις των άλλων, αποκτά δικές του συμπάθειες και αντιπάθειες. Ταυτόχρονα, δεν πιστεύω και σε έναν αποστειρωμένο διαχωρισμό έργου και καλλιτέχνη· όταν μαθαίνουμε κάτι, δεν μπορούμε απλώς να το ξεμάθουμε· η γνώση επιστρέφει στο έργο και μεταβάλλει το φως μέσα από το οποίο το κοιτάζουμε – μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς;
Νομίζω πως το πρόβλημα αρχίζει όταν, μαζί με το έργο, εξιδανικεύουμε και ολοκληρωτικά τον άνθρωπο που το δημιούργησε, χάνουμε κάθε αίσθηση κριτικής ματιάς και προσδίδουμε χαρακτηριστικά ηθικής ανωτερότητας. Του παραχωρούμε πάσο «δημιουργικής ελευθερίας» το οποίο έχει κάθε δύναμη ο καλλιτέχνης να καταχραστεί.
Ίσως αξίζει και να σταθούμε στην έμφυλη ασυμμετρία σε αυτό: η βιογραφία του άνδρα καλλιτέχνη χρησιμοποιείται συχνά για να μυθοποιήσει ή και να δικαιολογήσει τη βία, ενώ η βιογραφία μιας γυναίκας χρησιμοποιείται για να περιορίσει το έργο της στην ερωτική της ζωή, στην ψυχική της κατάσταση ή στο τραύμα της.
Επιστρέφοντας στην ηρωίδα: η απομόνωσή της στη Μάλτα και η μοναξιά της εντός της οικογένειάς της την οδήγησαν να αναζητά τις βιογραφίες των αγαπημένων της λογοτεχνών, φτιάχνοντας έναν καινούριο «οικογενειακό χάρτη» – κάτι τρυφερό αλλά και επικίνδυνο, μιας και όποτε ένιωθε σύγχυση έβλεπε κάθε ξένο σενάριο ενός λογοτέχνη ως το προσωπικό «καταραμένο πεπρωμένο» της.
– Η ηρωίδα σας ομολογεί πως γενικά οι γυναίκες δεν την εμπιστεύονται, αλλά κι εκείνη δείχνει να αναζητά την παρέα και την αποδοχή μόνο αντρών. Επιπλέον, τηρεί απόλυτη μυστικότητα σχεδόν μέχρι τέλους για ό,τι της συμβαίνει. Πόσο κρίσιμη θεωρείτε ότι είναι για την εξέλιξη της ιστορίας της αυτή η απουσία της γυναικείας φιλίας και του μοιράσματος;
Η πορεία της ηρωίδας διαμορφώνεται από όσα της συμβαίνουν και απ’ όσα δεν της συμβαίνουν. Η ηρωίδα δεν μιλάει άσχημα για τις γυναίκες, αλλά παραδέχεται πως δεν την εμπιστεύονται – αδυνατεί να δει πως ούτε εκείνη τις εμπιστεύεται κι έτσι απομακρύνεται κι άλλο από τις ήρεμες θάλασσες.
Αδυνατεί να δει πως μια φίλη δεν θα ήταν η σωτηρία της, αλλά η πιο ασφαλής εξομολογήτρια και μάρτυράς της: κάποια που θα βρισκόταν δίπλα της και θα ζούσε μαζί της όλα τα μυστήρια για εκείνη γεγονότα. Θα έβλεπε στα μάτια της φίλης αντιδράσεις που ίσως να τη βοηθούσαν να μετατοπιστεί. Ταυτόχρονα, απορρίπτει τη χαρά και το προνόμιο να ακούσει και να βιώσει από κοντά ιστορίες άλλων γυναικών – εάν το επέτρεπε στον εαυτό της θα έβλεπε πόσα κοινά στοιχεία θα είχε με τις άλλες γυναίκες και θα μεγάλωνε (μεταφορικά και κυριολεκτικά) εντός μιας συλλογικότητας, έστω και μόνο δυο ατόμων.
Όσο η ηρωίδα καθρεφτίζεται αποκλειστικά στα μάτια των αντρών, το αντρικό βλέμμα αποκτά το μονοπώλιο της εικόνας που έχει για τον εαυτό της. Επικαλείται την ανάγκη για σύνδεση, ωστόσο γυρνάει την πλάτη στη γυναικεία οικειότητα η οποία θα απαιτούσε να γίνει γνωστή πέρα από την επιθυμητότητά της.
Επίσης, η μυστικότητα είναι η συνέχεια αυτής της απομόνωσης αλλά και η τελευταία μορφή ελέγχου που διαθέτει, ενώ αγνοεί με ποιον τρόπο η μυστικότητά της είναι βολική στον καθηγητή. Όσο δεν αφηγείται όσα της συμβαίνουν, η εμπειρία παραμένει αποκλειστικά δική της: δεν χρειάζεται να ονομαστεί, να κριθεί ή να αμφισβητηθεί. Το μυστικό την προστατεύει από την έκθεση, αλλά συγχρόνως την απομακρύνει από την πραγματικότητα. Ακόμα και τα γράμματά της είναι ένας σφραγισμένος πνευματικός τόπος ανάμεσα σε εκείνη και στον καθηγητή, συνεπώς δεν επιτρέπει καμία άλλη ανάγνωση, έστω μέχρι να ωριμάσει το ταξίδι της και να τα δείξει σε εμάς, τους αναγνώστες.
– Μοιάζει να υπάρχει διαρκώς ένας κύκλος στον οποίο η ηρωίδα σας προσπαθεί αλλά αποτυγχάνει να ενταχθεί: οι μπουρζουά φίλοι του συντρόφου της, οι συνάδελφοι στο πανεπιστημιακό έντυπο που αρθρογραφεί, ο χώρος της λογοτεχνίας εν γένει, το ίδιο το Παρίσι. Τι ρόλο μπορεί να παίξει στη ζωή ενός ανθρώπου ένας τέτοιος αποκλεισμός; Μπορεί ποτέ να σταματήσει να είναι τόσο οξύς ο πόνος, και αν ναι, πώς;
Ένας μεμονωμένος αποκλεισμός μπορεί να πληγώσει, όμως εμείς, πράγματι, παρακολουθούμε επαναλαμβανόμενους αποκλεισμούς οι οποίοι ρημάζουν την αυτοπεποίθησή της και γίνονται ταυτότητα που μοιάζει ως απόδειξη ότι υπάρχει κάτι θεμελιωδώς ελαττωματικό στην ίδια.
Γι’ αυτό ο καθηγητής αποκτά τόσο μεγάλη δύναμη επάνω της: της μοιάζει πως κρατά τα κλειδιά πολλών κλειστών βασιλείων: της ερωτικής αποδοχής, του πανεπιστημίου των ονείρων της, της βεβαιότητας ότι μπορεί να γράψει πραγματικά καλή λογοτεχνία, του φωτεινού Παρισιού και της κοινωνικής τάξης στην οποία επιθυμεί να εισέλθει. Θεωρώ πως έχει δίκιο. Οι κόσμοι έχουν πραγματικούς μηχανισμούς περιφρούρησης, όπως την κοινωνική τάξη με την καταγωγή και τη γλώσσα, τις σημαντικές γνωριμίες, και τους άγραφους κώδικες συμπεριφοράς με τους οποίους η ηρωίδα τα πάει ιδιαίτερα άσχημα. Βρίσκεται σωματικά μέσα σε έναν χώρο και ταυτόχρονα παραμένει στο συμβολικό του κατώφλι. Η θέση αυτή της χαρίζει ένα διπλό βλέμμα, σα τη «Διπλή όψη»: επιθυμεί χωρίς να κατακτά κι έτσι παρατηρεί πολύ προσεκτικά τον κύκλο και τους μηχανισμούς του, κάτι που οξύνει τη ματιά της με έναν επώδυνο τρόπο.
Δεν ξέρω εάν ο πόνος του αποκλεισμού παύει ποτέ. Η απόρριψη συναντάει το παιδί μέσα μας και το ερώτημα ίσως είναι εάν το έχουμε αποδεχτεί εμείς αυτό το παιδί, ώστε να ξέρουμε με τι λόγια θα του το ανακοινώσουμε και με τι λόγια θα το παρηγορήσουμε.

– Οι ερωτικές σχέσεις καθηγητών ή άλλων μεγαλύτερης ηλικίας διανοούμενων με νεαρά άτομα, που είτε σπουδάζουν είτε προσπαθούν να κάνουν ένα καλλιτεχνικό ξεκίνημα στον ίδιο κλάδο, δεν είναι κάτι καινούριο, τουναντίον. Μπορεί μια φαινομενική συναίνεση να αναιρέσει τη σχέση εξουσίας;
Η ερώτηση μου θυμίζει το σχόλιο πως η φοιτήτρια είναι χειριστική, ένα σχόλιο που με ιντρίγκαρε. Δεν διαφωνώ ότι προσπαθεί να χειριστεί τον καθηγητή. Ο χειρισμός της, όμως, αποτελεί μια τακτική μέσα σε ένα πεδίο του οποίου τους όρους και τις συνέπειες ελέγχει εκείνος· δεν ισοδυναμεί με κατοχή εξουσίας. Όλες οι πράξεις της εκτυλίσσονται κάτω από την ομπρέλα αυτής της ασυμμετρίας.
Στέκομαι στη λέξη «φαινομενική». Όταν μιλάμε για δύο ενήλικα πρόσωπα, η συναίνεση της νεότερης μπορεί να είναι απολύτως πραγματική· μπορεί να επιθυμεί, να φαντασιώνεται, να επιδιώκει τη σχέση, ακόμη και να παίρνει την πρωτοβουλία. Εάν αρνηθούμε εκ των προτέρων αυτή τη δυνατότητα, κινδυνεύουμε να της αφαιρέσουμε την αυτενέργεια και να την αντιμετωπίσουμε σαν παιδί. Η επιθυμία και η φαντασία της, όμως, δεν εξισώνουν αυτομάτως τους όρους της σχέσης. Η σχέση τους παραμένει εκμεταλλευτική, εξαιτίας του πώς ο καθηγητής χειρίστηκε το μεταξύ τους: εκείνος όριζε τις αποστάσεις και κάθε επανάσταση από την ίδια θα ήταν καταστροφική. Φυσικά και έχεις λίγο χώρο να κινηθείς εάν έχει πιαστεί το πόδι σου σε μια παγίδα – αλλά πόσο μακριά μπορείς να πας; Οι σχέσεις εξουσίας εμπεριέχουν αυτή την παγίδα, την οποία ο δυνατός μπορεί να χρησιμοποιήσει ή και όχι. Όταν την χρησιμοποιεί, κοινωνικά έχουμε μάθει να το αποδεχόμαστε με φυσικότητα.
Η επιθυμία της δεν είναι ψεύτικη, αλλά είναι μπλεγμένη με ένα πολύπλοκο κοινωνικό και πολιτικό οικοσύστημα, συνεπώς η συναίνεσή της είναι προέκταση αυτού του μπερδέματος. Υπήρχε συναίνεση, αλλά υπήρχε και μια μεγάλη ευθύνη του καθηγητή, την οποία ο ίδιος είχε συνηθίσει να αγνοεί, διότι, απλώς, έτσι γίνονταν τα πράγματα.
– Τι σημαίνει για σας “γυναικεία γραφή”; Είναι όρος που οικειοποιείστε για το έργο σας;
Όσο δεν υπάρχει όρος «αντρική γραφή», ο όρος «γυναικεία γραφή» θα είναι υπό συζήτηση. Λυπάμαι που ο όρος δημιουργήθηκε εξαρχής, διότι σήμαινε πως υπάρχει ένας έμφυτος, ενιαίος τρόπος με τον οποίο γράφουμε οι γυναίκες. Πως επιλέγουμε το ίδιο θέμα και μας απασχολούν αποκλειστικά τα ίδια ζητήματα. Οι γυναίκες είναι άνθρωποι, άρα διαφορετικές, συνεπώς δεν αποτελούν μια ομοιογενή κατηγορία.
Τα τελευταία χρόνια, όμως νομίζω πως ο όρος έχει επαναδιεκδικηθεί και εννοούμε μια γραφή που γνωρίζει ότι οι γυναίκες δεν εισήλθαν ιστορικά στη γλώσσα, στη λογοτεχνία και στον δημόσιο χώρο από μια ουδέτερη θέση, τότε ναι, από αυτή την άποψη οικειοποιούμαι τον όρο. Εάν η γυναικεία γραφή είναι εκείνη που παρατηρεί πώς η έμφυλη εξουσία εισχωρεί στο σώμα, στην επιθυμία, στη φιλοδοξία, στην ντροπή, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο μια γυναίκα αφηγείται τον εαυτό της, τότε, περήφανα, είμαι μέρος του όλου.
Επομένως οικειοποιούμαι τη «γυναικεία γραφή» ως παράδοση κι ως γενεαλογία, όχι ως αισθητική συνταγή, ούτε ως ξεχωριστό ράφι. Συμφωνώ με τον όρο ως πολιτική θέση, μέχρι να σταματήσει να είναι απαραίτητο.
Διαβάστε επίσης:
Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα: Ένα αριστοτεχνικά δομημένο μυθιστόρημα από τη Ρένα Λούνα