Προς μία φαινομενολογία της ενδυματολογικής αρχειοθέτησης

Υπάρχει στη φιλοσοφία του υλικού πολιτισμού μια θεμελιώδης ασυμμετρία που σπανίως αναγνωρίζεται ως τέτοια: ανάμεσα στη λογική του αρχείου, που επιδιώκει τη διατήρηση μέσω εκκαθάρισης, και στη λογική της μνήμης, που επιβιώνει ακριβώς χάρη στα κατάλοιπα της φθοράς. Ο Jacques Derrida, στο Archive Fever (1995), υποστήριξε ότι η αρχειακή ορμή ενέχει πάντοτε και την ορμή της εξαφάνισης — το αρχείο θέλει να αντικαταστήσει αυτό που φυλάσσει. Η ενδυματολογική αρχειοθέτηση που επιχειρείται στο Ongoing της Tilda Swinton στο Onassis Ready διαπραγματεύεται ακριβώς αυτήν την ένταση: τι σημαίνει να φυλάσσεις ένα ρούχο χωρίς να το αποστειρώσεις από την ιστορία που το στοιχειώνει;

Στην περφόρμανς A Biographical Wardrobe — από τις πιο θεωρητικά συμπυκνωμένες πτυχές της έκθεσης — η Swinton ξεδιπλώνει ενώπιον του κοινού μια σειρά ενδυμάτων από το προσωπικό της αρχείο: κοστούμια ταινιών, φορέματα από κόκκινα χαλιά, οικογενειακά κειμήλια. Το ερώτημα που θέτει η ίδια — αν πρέπει να καθαριστεί ένα κιλτ που φέρει ακόμη τις τρίχες ενός σκύλου που δεν ζει πλέον — δεν είναι συναισθηματικό αλλά οντολογικό: ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην υλική παρουσία (τρίχα, υφή, οσμή) και στο γεγονός που τη δημιούργησε; Η Swinton επιλέγει να μην καθαρίσει. Αυτή η επιλογή λειτουργεί ως ριζοσπαστικότατη χειρονομία εναντίον αυτό που ο Paul Connerton αποκάλεσε «σκόπιμη λήθη» στο How Societies Forget, 2008 — την κοινωνικά κανονιστική τάση να αφαιρούμε τα ίχνη πένθους από τους αντικειμενικούς φορείς μνήμης.

Εδώ επιστρατεύεται η φαινομενολογική σκέψη του Maurice Merleau-Ponty, και συγκεκριμένα η έννοια του «σώματος-σχήματος» στο Phenomenologie de la perception, 1945: το σώμα δεν κατοικεί τον χώρο από απόσταση αλλά τον συγκροτεί ενεργά μέσα από κινησιακές, απτικές, υφαντικές σχέσεις. Το ένδυμα, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι περίβλημα αλλά επέκταση της σαρκός — «δεύτερο δέρμα» που κρατά εντός του τη γνώση του σώματος που το φόρεσε. Αυτό που η Swinton προτείνει δεν είναι απλώς μία προσωπική ιστορία της μόδας, αλλά μια εμπειρική θεωρία της ενσαρκωμένης μνήμης: η γνώση που φέρει ένα ρούχο δεν είναι αναπαραστάσιμη έξω από το σώμα που το έζησε.

Tilda Swinton

Συλλογικό υποκείμενο και μεταγενεαλογικός χρόνος

Η έκθεση, ωστόσο, αρνείται να μείνει στο αυτοβιογραφικό. Το ατομικό αρχείο υπερεκχειλίζει διαρκώς σε μια πιο πολύπλοκη χρονικότητα — αυτό που ο Walter Benjamin αποκάλεσε Jetztzeit, τον «νυν-χρόνο» στον οποίο παρελθόν και παρόν συναντιούνται σε μια αστραπιαία σύγκρουση. Στο Ongoing, αυτή η σύγκρουση είναι κυριολεκτικά υλική: ένα κιλτ φέρει τρίχες ενός νεκρού σκύλου, μια ζακέτα μυρίζει πατέρα από άλλον αιώνα, ένα κοστούμι εγκλωβίζει μια επίδοση που δεν είναι πλέον επαναλήψιμη, χωρίς όμως να διαπερνάται από νοσταλγία ruinlust αλλά από μία διάθεση που διατηρεί το ερείπιο αντί να ανακατασκευάζει το αρχικό.

Πλέον αναδεικνύεται μια βαθύτερη ταξινόμηση: το ένδυμα λειτουργεί ταυτόχρονα σε τρία επίπεδα χρονικότητας. Ως ιδιωτική μνήμη (το φόρεσε η ίδια η Swinton)· ως γενεαλογική μεταβίβαση (ήταν του πατέρα της, της φυλής της, της Σκωτίας ως εδαφικής και πολιτισμικής οντότητας)· και ως συλλογικό ιστορικό κατάλοιπο, στο βαθμό που οι ιστορίες τις οποίες επικαλείται η Swinton — από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έως τις μεταπολεμικές επιβολές του έμφυλου σχήματος — υπερβαίνουν κάθε ατομική βιογραφία. Αυτή η τριπλή χρονικότητα του ενδύματος θεωρητικοποιείται από τον Gilles Deleuze μέσω της ιδέας της «ουλής»: ο χρόνος δεν ρέει γραμμικά αλλά εγγράφεται στο σώμα ως ένα στρωμένο, χαραγμένο παρελθόν που επανέρχεται εκτός χρονολογικής τάξης.

Στη θεωρία της «ενσαρκωμένης ιστορίας» η Swinton εισάγει μια εξαίρεση: η εκ νέου απόδοση των ενδυμάτων ενώπιον κοινού αποτελεί δυνητικά πράξη ανατροπής αυτής της αθέλητης αναπαραγωγής. Να φοράς αναγνωρίσιμα κοστούμια «επιβεβλημένης θηλυκότητας» και να τα επαναδιαπραγματεύεσαι δημόσια σε queer πλαίσιο — αυτό δεν είναι απλώς παρουσίαση ρούχων, είναι επιτελεστική αντίθεση.

Tilda Swinton

Πολλαπλό βλέμμα, κατακερματισμένο υποκείμενο: οι καλλιτέχνες ως ερμηνευτές του αρχείου

Η μεθοδολογική τόλμη της έκθεσης έγκειται στο ότι τοποθετεί ταυτόχρονα οκτώ διαφορετικά «βλέμματα» πάνω στο ίδιο υποκείμενο, αρνούμενη κάθε κυρίαρχη εκδοχή. Αυτή η δομή επικαλείται — και ενεργά αμφισβητεί — τη λακανική θεωρία του βλέμματος: για τον Lacan, το βλέμμα λειτουργεί ως ορμή που προβάλλει την ανυπαρξία του υποκειμένου να εαυτο-καθοριστεί απόλυτα. Εδώ, όμως, η Swinton δεν εμφανίζεται ως παθητικός αποδέκτης βλεμμάτων που τη διαμερίζουν, αλλά ως συν-οργανώτρια του βλέμματος που τη διατρέχει. Η διαφορά είναι καθοριστική: αυτή είναι η επιμελήτρια, δηλαδή εκείνη που επιλέγει ποιοι θα τη φανταστούν.

Tilda Swinton

Ο Tim Walker επισκέπτεται το σκωτσέζικο σπίτι και επιστρέφει με φωτογραφίες που εξερευνούν τη σχέση της Swinton με τους προγόνους της- συγκλονιστική η φωτογραφία τοπίου με το προσθετικό πόδι του πατέρα- και τη συνέχεια που προσφέρει ο τόπος. Η φωτογραφική μεθοδολογία του Walker εμπεριέχει μία θεμελιακή ένταση: η έντονα αισθητικοποιημένη, ονειρική του γλώσσα κινδυνεύει να υπαγάγει τη γενεαλογική πληθωρικότητα σε μια καθαρή εικόνα. Αλλά ταυτόχρονα — και εδώ ο Walker υπερβαίνει τον εαυτό του — η τοποθέτηση του σώματος στο τοπίο, η αρνητική σχέση φόντου-μορφής που χαρακτηρίζει τη σειρά, αναφέρεται  στον τόπο όχι ως σκηνικό αλλά ως η ίδια η συνθήκη δυνατότητας του υποκειμένου. Το σώμα της Swinton φωτογραφίζεται όχι στον τόπο αλλά ως τόπος — ως σωματοποίηση μιας γεωγραφίας που τη συγκροτεί πριν αυτή τη συγκροτήσει.

Εντελώς διαφορετικό είναι το εγχείρημα του Apichatpong Weerasethakul: η δικάναλη εγκατάσταση που γυρίστηκε επίσης στη Σκωτία κινείται στη διεπαφή εγρήγορσης και ύπνου, παρουσίας και φαντάσματος — μια θεματολογία που διαπερνά ολόκληρο το έργο του. Ο Weerasethakul δεν φωτογραφίζει τη Swinton αλλά διαποτίζει το τοπίο με την παρουσία της, ερχόμενος πιο κοντά σε αυτό που ο Jacques Rancière αποκάλεσε «αισθητικό καθεστώς» της εικόνας: ένα πεδίο στο οποίο αισθητό και νοητό δεν είναι ιεραρχικά διατεταγμένα. Στην εγκατάσταση αυτή, τα ενδύματα της Swinton — ή μάλλον η απουσία τους, η εκπορευόμενη από ένα σώμα που βρίσκεται σε κατάσταση αδρανοποίησης ― καθίστανται σχεδόν λειτουργικά: δεν εκθέτουν αλλά ενεργοποιούν τα πνεύματα του τόπου.

Η συνύπαρξη αυτών των δύο αναγνώσεων του ίδιου χώρου — η Walker εκ του ονειρώδους εξωτερικού, ο Weerasethakul εκ του βυθισμένου εσωτερικού — αρνείται κάθε ενοποιητική συνθήκη. Το Ongoing δεν παράγει ένα πορτρέτο αλλά ένα σύμπλεγμα αντικρουόμενων ερμηνειών — και αυτό αποτελεί την πιο σαφή θεωρητική του τοποθέτηση: κατά της μοναδικής οπτικής, υπέρ του αναγκαστικά πολλαπλού υποκειμένου.

Συλλογικότητα ως ηθική μέθοδος

Η έκθεση αποτελεί, σε τελευταία ανάλυση, ένα μανιφέστο κατά του αυτόνομου δημιουργικού υποκειμένου. Η Swinton επιλέγει να παρουσιαστεί μέσα από τους άλλους — Almodóvar, Guadagnino, Hogg, Jarman, Jarmusch, Saillard, Walker, Weerasethakul — σε μια χειρονομία που εγγράφεται στη βαθύτερη παράδοση της φεμινιστικής αμφισβήτησης του καλλιτεχνικού φαλλοκεντρισμού, ενώ ταυτόχρονα η πρωταγωνίστρια δεν διεκδικεί αυτόν τον τίτλο ή εκείνον της «μεγάλης καλλιτέχνιδας» εντός των υφιστάμενων κανόνων, αλλά αναδιορίζει τους κανόνες εντός των οποίων συγκροτείται η καλλιτεχνική σπουδαιότητα. Κι αν στο Ongoing, οι οκτώ συνεργάτες ανήκουν σε μια κατεξοχήν διεθνή δημιουργική αριστοκρατία, κάτι διαφοροποιεί το project: η ρητή συμπερίληψη της θνητότητας (Derek Jarman, αποθανών), της οικογενειακής χρονικότητας (το σπίτι, οι πρόγονοι), της σωματικής φθοράς (οι τρίχες, η μυρωδιά, το χρώμα που ξεθωριάζει) εισάγει ένα αντίβαρο στη λεία αισθητικοποίηση της καλλιτεχνικής συντροφικότητας. Η συλλογικότητα εδώ δεν είναι ιδεώδης κατάσταση αλλά βιωμένη επιτέλεση πλαισιωμένη από απώλεια.

Το πρώην βιομηχανικό συγκρότημα στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη, έρχεται να προσδώσει την αίσθηση του βιωμένου χώρου που μετασχηματίζεται σε χώρο καλλιτεχνικής πειραματικής πρακτικής — και αυτή η επιλογή του χώρου δεν είναι άσχετη με την κεντρική θεωρητική υπόθεση της έκθεσης: ότι το υλικό κατάλοιπο — η τρίχα στο κιλτ, η ρωγμή στο τσιμέντο του εργοστασίου — αντιστέκεται στη μουσειακή λογική εκκαθάρισης. Εκεί που το αρχείο θέλει να αφαιρέσει τα ίχνη της χρήσης, το Ongoing επιμένει στα ίχνη ως τους μόνους φορείς αλήθειας. Αυτή είναι, τελικά, η φιλοσοφικά πιο δυναμική πρόταση της έκθεσης: ότι η ιστορία δεν διατηρείται αλλά φοριέται, και έτσι εγγράφεται.

Photo Credit: Φαίη Τζανετουλάκου

Διαβάστε επίσης:

Tilda Swinton – Ongoing: Έκθεση, performance, προβολές & masterclass στο Onassis Ready
«Η καλύτερη Φάση είναι τώρα. Ξανά.» – B’ φάση προπώλησης στη Στέγη με Tilda Swinton, Λάνθιμο & Αγγελάκα