Αγαπητό μου ημερολόγιο…

Είμαι σχεδόν σίγουρος πως όσα ονειρευόμαστε, βαθιά μέσα μας φοβόμαστε να τα ζήσουμε. Ίσως έμμεσα να σαμποτάρουμε τον εαυτό μας, τουλάχιστον μέχρι του σημείου που εκείνος επαναστατεί και παίρνει βίαια το πάνω χέρι. Νομίζω πως κάπως έτσι γράφτηκαν «Οι Λέξεις των Άλλων» το 2024, όταν ο άλλος Μάνος που έκρυβα μέσα μου από φόβο, αποφάσισε να βγει μπροστά, χωρίς να δέχεται ημίμετρες λύσεις… ή σχέσεις.

Από τις «Λέξεις» ξεκίνησαν όλα κι ας προϋπήρχε «Η φώκια» ως μυθιστόρημα, χαμένο πλέον σε κάποιον κατεστραμμένο σκληρό δίσκο. Η ιστορία της όμως εξακολουθούσε να υπάρχει, κρυμμένη κι αυτή, από τον φόβο των άλλων για εμένα ή και για εκείνους. Και θα έμενε κρυμμένη ακόμα, ίσως και για πάντα, εάν δε είχε υπάρξει ο Βλάσης Πασιούδης, ο «Άρης» στις «Λέξεις των Άλλων». Ο τρόπος με τον οποίο έπεσε από τον ουρανό στην παράσταση, όταν όλα έμοιαζαν μάταια, κινητοποίησε το μικροσύμπαν γύρω μου κάνοντας το χάος ολόγυρα να βγάζει ξαφνικά νόημα. Κι όταν πλέον έκανε δικό του τον ρόλο , τότε το επόμενο λογικό βήμα για εμένα, ως συγγραφέα, δεν ήταν άλλο από τον επόμενο ρόλο. Μόνο που ο νέος ρόλος θα έπρεπε να έρθει από το παρελθόν, ανεπηρέαστος και ανέγγιχτος από το παρόν που έμοιαζε με ψέμα. Και έτσι, επέστρεψε «Η φώκια», είκοσι χρόνια αργότερα, μόνο που από μυθιστόρημα έγινε μονόλογος, που κουβαλά μαζί του την αλήθεια σαν ανάμνηση και τα γεγονότα ως παραληρηματικά όνειρα ενός άνδρα που κάποτε υπήρξε κι αυτός μικρό παιδί.

Επιστροφή στο χθες είναι «Η φώκια», φαντασίωση, παραμύθι και αλήθειες που συναντιούνται σε αυτήν την παραλία, όπου ο Μάνος του έργου αποφασίζει να εξομολογηθεί τα πάντα στον τριών μηνών γιο του. Έχει μια τέτοια δύναμη αυτή η μονόπλευρη συνομιλία πατέρα-βρέφους και μια τέτοια αφοπλιστική τρέλα που ειλικρινά πιστεύω πως υπό καμία άλλη συνθήκη κανείς από εμάς δεν θα ξεστόμιζε την απόλυτη αλήθεια σε κανέναν άλλον. Λέει όσα δεν τολμούσε μέχρι τότε σε κάποιον που ξέρει πως ούτε τον καταλαβαίνει και πως ούτε θα τον προδώσει, ενόσω μέσα του ελπίζει πως αυτά τα ανείπωτα έως τώρα λόγια θα βρουν τη φωλιά τους στο ανθρωπάκι εκεί μπροστά του. Δεν έχω δικά μου παιδιά, δεν είμαι γονέας, όμως νιώθω πως όταν μιλάμε στο παιδί μας, κατ’ ουσίαν μιλάμε και στο παιδί που εμείς υπήρξαμε κάποτε.

Είναι κι αυτή η ακατάπαυστη πολυλογία που μας πιάνει μπροστά σε κάποιον που μας κάνει να πλημμυρίζουμε από αγάπη, αυτή η αμήχανη ανάγκη να πούμε τα πάντα την ίδια στιγμή που από φόβο δεν τολμάμε να πούμε τίποτα ή πολύ απλά λέμε κάτι άλλο, που μας επιτρέπει να ξεσπάμε όταν νιώθουμε πως δεν μας κρίνουν ή πως τουλάχιστον είναι ήδη πολύ αργά για να κριθούμε. Για όνειρα, αγάπες, ευκαιρίες και λάθη μιλάει «Η φώκια», για πατεράδες και γιους και για μάνες που από ένστικτο ένιωθαν και από λογική αντιδρούσαν. Μιλάει και για τη ντροπή, μιλάει για κομμάτια από ζωές που όλοι ζήσαμε αλλά γίνεται και παραμύθι με δράκους, αυτούς που εμείς οι ίδιοι απελευθερώνουμε και τους βάζουμε να μας κυνηγάνε.

Είναι μωρέ κι αυτή η θάλασσα που απλώνεται μπροστά στον Μάνο του έργου, κρυστάλλινη και γαλήνια όπως την ονειρεύεται εκείνο το φθινοπωρινό δείλι του Σεπτέμβρη, αυτή η γνώριμη αίσθηση του σπιτικού, του οικείου, του αγαπημένου που τον καλεί και που τον βρίσκει… αυτή η ίδια θάλασσα που κάνει τις λέξεις του να ακολουθούν το κύμα που κι αυτό με τη σειρά του ακολουθεί τους παλμούς της καρδιάς του, απέναντι από τους φάρους, τους σωστούς.

Είναι κι ο Βλάσης Πασιούδης που αγάπησε τόσο πολύ το κείμενο που αποφάσισε να το σκηνοθετήσουμε μαζί και να κάνουμε και την παραγωγή μαζί και να βουτήξουμε σε αυτήν τη θάλασσα και σε αυτό το όνειρο, για να το κοινωνήσουμε από σκηνής έτσι όπως δεν θα μπορούσε κανείς μας από μόνος του. Κι ας είναι η δεύτερη φορά που συνεργαζόμαστε κι ας είναι το δεύτερο έργο μου που ανεβαίνει στο θέατρο, τα πάντα ξεκινούν από το μηδέν, σαν να είναι η πρώτη μας φορά, σαν να γίναμε και πάλι παιδιά και να ανακαλύπτουμε τον κόσμο εξ αρχής για να μπορέσουμε να τον κατανοήσουμε βήμα βήμα, κατακτώντας την εφηβεία της δημιουργίας και την ενηλικίωση με κάθε λέξη και με κάθε επόμενη σελίδα του κειμένου που ξεφυλλίζουμε.

Αγαπητό μου ημερολόγιο…

Ούτε θυμάμαι πόσες ιδέες μάς κατέβηκαν στο μυαλό, αλλά ούτε και πόσες πετάξαμε. Σήμερα όμως, με το αρχικό κείμενο του Βλάση χιλιομουτζουρωμένο και τσαλακωμένο και τον υπολογιστή γεμάτο με φακέλους από ιδέες και εικόνες και λέξεις και προσθήκες και διαγραφές, ξέρω πως οι φάροι που κοιτούσαμε ήταν οι σωστοί και πως η ρότα που μας οδήγησε στην παραλία του Μάνου έγινε μόνο για τους καλούς τους λόγους. Επειδή το θέατρο πρέπει να λέει την αλήθεια. Κι επειδή η αλήθεια είναι ένα καλογραμμένο παραμύθι που οφείλουμε στον εαυτό μας. Έχουμε πρεμιέρα σε λίγο, αγαπητό μου ημερολόγιο. Και μαζί της θα έχουμε την ίδια θάλασσα. Για πάντα.

Διαβάστε επίσης:

Η φώκια, του Μάνου Θηραίου στο Θέατρο Άβατον