Με αφορμή τη συμπλήρωση δεκαπέντε χρόνων από τον θάνατο του καλλιτέχνη, η γκαλερί επαναφέρει μια ενότητα του εμβληματικού έργου «The End» που εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Μπιενάλε της Βενετίας το 2007 αναδεικνύοντας τη διαχρονική του επικαιρότητα, παρά την απόσταση που μας χωρίζει από την εποχή εκείνη. Η κεντρική εγκατάσταση και προβολή πλαισιώνονται από μια επιλεγμένη σειρά έργων του Νίκου Αλεξίου.

Ο ιστορικός τέχνης και επιμελητής Χριστόφορος Μαρίνος σημειώνει: «Η επανέκθεση του “The End”, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά και σε νέα εκδοχή, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την απουσία του ίδιου του Νίκου Αλεξίου, ο οποίος έφυγε πρόωρα από τη ζωή τον Φεβρουάριο του 2011. Σήμερα το έργο του –ένα έργο που εικονογραφούσε ποιητικά και αρκούντως αινιγματικά το τέλος– καλείται να υπάρξει χωρίς την παρουσία εκείνου που το ενεργοποιούσε διαρκώς με τη χειρονομία και τη σκέψη του. Η απουσία αυτή, ωστόσο, δεν μετατρέπει το “The End” σε μνημειακό κατάλοιπο· αντίθετα, καθιστά ακόμη πιο ορατή τη βασική του ιδιότητα ως χειρωνακτική πρακτική που λειτουργεί μέσα στον χρόνο. Τίποτε δεν κλείνει οριστικά· ό,τι επανεμφανίζεται ζει μόνο μέσα από την αναπλαισίωσή του. Για τον ίδιο, η βίωση ενός έργου τέχνης στηρίζεται σε μια «λοξή» σχέση, σε μια διαδρομή όπου το βλέμμα δεν κυριαρχεί αλλά περιπλανιέται και επιστρέφει. Ήδη από τη συνέντευξη του 2007, ο Αλεξίου μιλούσε για το τέλος όχι ως κλείσιμο αλλά ως στιγμή συγκέντρωσης: πλησιάζοντας το τέλος, γίνεται σαφέστερο τι έχει προηγηθεί, καθώς το τέλος δείχνει τη διαδρομή και όχι το αντίστροφο. Σήμερα, αυτή η σκέψη αποκτά άλλη βαρύτητα. Το “The End”, χωρίς τον δημιουργό του παρόντα, οργανώνεται πλέον γύρω από τη μνήμη, την απουσία και το κενό, μετατοπίζοντας το βάρος από τη χειρονομία στο ίχνος.

Η νέα εκδοχή του “The End” στη γκαλερί Ζουμπουλάκη αποτελεί μια αναπλαισίωση και λιγότερο μια αναδρομική χειρονομία. Η επανεμφάνιση του έργου επαναφέρει με ένταση το ερώτημα της σχέσης ανάμεσα στο τέλος και στο άπειρο. Αυτό που παρουσιάζεται έχει σχεδιαστεί εξαρχής για να μεταμορφώνεται, να προσαρμόζεται σε νέους χώρους και να λειτουργεί σε διαφορετικό χρονικό πλαίσιο, χωρίς να χάνει τον πυρήνα του. Σε μια εποχή όπου το τέλος συχνά βιώνεται ως ρήξη ή ως εξάντληση, το έργο του Αλεξίου προτείνει μια διαφορετική αντίληψη: το τέλος ως τελετουργικό σημείο επαφής με τη ζωντανή μορφή – με αυτό που ο Henri Focillon περιέγραψε ως τη «ζωή των μορφών». Το να το ξαναβλέπουμε σήμερα, σε μια εποχή επιτάχυνσης και συνεχούς κατανάλωσης εικόνων, σημαίνει να το προσεγγίζουμε ως πρόταση μιας άλλης χρονικότητας. Πρόκειται για ένα έργο ανοιχτό, σε κατάσταση διαρκούς παραμονής· για πάντα εδώ, ως ένα καλλιτεχνικό όραμα που επιβιώνει, μετασχηματίζεται και επανέρχεται».

Με την υποστήριξη της ΑΜΚΕ Ο Μεγάλος Κήπος – Αρχεία Νίκου Αλεξίου.

Η έκθεση στην Αθήνα αποτελεί μια εισαγωγή για την αναδρομική του Νίκου Αλεξίου που θα γίνει στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο Ρέθυμνο τον Μάιο του 2026.

Νίκος Αλεξίου – Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα καλλιτέχνη

Ο Νίκος Αλεξίου, ένας από τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες της γενιάς του, γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1960. Σπούδασε πρώτα στην Akademie der Bildenden Künste της Βιέννης (1982-1983) και μετά στην ΑΣΚΤ της Αθήνας, στο εργαστήριο χαρακτικής του Κ. Γραμματόπουλου. Η πρώτη ατομική του έκθεση (1985, Δεσμός) με συνθέσεις από φυσικά υλικά (πέτρα, ξύλο, λάσπη κ.λπ.) ήταν αποτέλεσμα των αναζητήσεών του γύρω από τις πρωταρχικές ανθρώπινες κατασκευές. Καθώς η δουλειά του εξελίσσεται, το ενδιαφέρον του στρέφεται προς τα φυσικά φαινόμενα, κυρίως προς την κίνηση και τις αντανακλάσεις του φωτός, την ανάλυση των φωτεινών ακτίνων και την προβολή των ιριδισμών πάνω σε διάφορες επιφάνειες ή στο νερό. Δημιουργεί εγκαταστάσεις με δαντελωτές γεωμετρικές κατασκευές από καλάμι ή από χαρτί σε ποικίλες διαστάσεις, που κτίζουν ρευστούς και ποιητικούς χώρους, συχνά με συμβολικές προεκτάσεις. Η τέχνη του εμπεριέχει αναφορές στην παράδοση ή στο ιστορικό παρελθόν, με μια εντυπωσιακή ποικιλία μέσων, από τις εύθραυστες χειροτεχνικές κατασκευές  μέχρι την προηγμένη τεχνολογία.

Από το 2003 ασχολήθηκε επισταμένα με θέματα και μοτίβα από την Ιερά Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους, την οποία επισκεπτόταν συχνά. Κατόρθωσε να εκφράσει το μυστικιστικό στοιχείο και τον πλούτο της θρησκευτικής αρχιτεκτονικής με πολυσύνθετα μέσα, αλλά και με μια διάθεση στοχασμού και περισυλλογής.

Εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 23η Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (2005), καθώς και στην 52η Μπιενάλε της Βενετίας (2007), με το πολυσυζητημένο έργο του «The End», μια μεγάλη εγκατάσταση εμπνευσμένη από το ψηφιδωτό δάπεδο του Καθολικού της Μονής Ιβήρων. Μια περιληπτική εκδοχή του έργου, με ψηφιακά επεξεργασμένες αποτυπώσεις του ίδιου ψηφιδωτού, εκτέθηκε παράλληλα στην Αθήνα (Γκαλερί Ζουμπουλάκη, 2007) και στο Μόναχο (FRANÇOISE HEITSCH / GALLERY FOR CONTEMPORARY ART, 2007). Με ανάλογο τρόπο, σε ψηφιακές εκτυπώσεις μεγάλων διαστάσεων, παρουσιάστηκε και ο χώρος της Πλατείας και της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου της Βενετίας, (Γκαλερί Ζουμπουλάκη 2010), σαν δεύτερη φάση της ίδιας πορείας.

Παράλληλα με την εικαστική του δουλειά, σκηνογράφησε πλήθος θεατρικών παραστάσεων, κυρίως στην Ελλάδα. Συνεργάστηκε με τη χοροθεατρική «Ομάδα Εδάφους» του Δημήτρη Παπαϊωάννου και με πολλούς σημαντικούς θιάσους. Υπήρξε επίσης συλλέκτης έργων σύγχρονης τέχνης.

Μέχρι τον πρόωρο θάνατό του (Αθήνα, 2011), είχε παρουσιάσει το έργο του σε πάνω από 15 ατομικές εκθέσεις και σε πολλές ομαδικές, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.