Mια γυναίκα. Είκοσι έξι καθρέφτες. Είκοσι έξι φωνές που συγκρούονται μέσα στο ίδιο σώμα. Η Νάντια Κοντογεώργη γίνεται σμήνος∙ χαμαιλέοντας που μεταμορφώνεται σε αθώους, σε δαίμονες, σε πρόσωπα που λάμπουν και που καταρρέουν. «Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» του Όσκαρ Ουάιλντ, στην εκδοχή του Κιπ Ουίλιαμς, ανεβαίνει στην Ελλάδα, στο Θέατρο Πορεία, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Αγιοπετρίτη Μπογδάνου με τη Νάντια Κοντογιώργη να ερμηνεύει όλα τα πρόσωπα του έργου.
***
Η παράσταση που ετοιμάζεται δεν προσεγγίζει το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι ως ένα κλασικό λογοτεχνικό μνημείο προς αναπαλαίωση, αλλά ως ένα ζωντανό, ανήσυχο υλικό που αντιστέκεται στη σταθερότητα. Πρόκειται για μια σκηνική κατασκευή που μοιάζει περισσότερο με μηχανισμό σε διαρκή λειτουργία παρά με ολοκληρωμένο αντικείμενο. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν μένει ακίνητο. Όπως και ο ίδιος ο Ντόριαν, η παράσταση μετατοπίζεται συνεχώς, αλλάζοντας μορφή, τόνο και θερμοκρασία.
Στον πυρήνα της βρίσκεται η σύγχρονη εμμονή με την εικόνα. Όχι όμως ως εύκολο σχόλιο πάνω στα social media ή την ψηφιακή ματαιοδοξία, αλλά ως βαθύτερη υπαρξιακή συνθήκη: η ανάγκη να υπάρξει κανείς μέσα από το βλέμμα του άλλου, ακόμη κι όταν αυτό το βλέμμα είναι απρόσωπο, τεχνητό, αλγοριθμικό. Η σκηνή λειτουργεί σαν οθόνη και ταυτόχρονα σαν ρωγμή. Ό,τι προβάλλεται είναι φτιαγμένο για να γοητεύσει, αλλά και για να καταρρεύσει μπροστά στα μάτια του θεατή. Η ομορφιά δεν αποδομείται· αποκαλύπτεται ως κάτι εύθραυστο, σχεδόν κωμικά επισφαλές.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Γιατί το χιούμορ είναι παρόν. Όχι ως ανάσα εκτόνωσης, αλλά ως εργαλείο ακρίβειας. Ένα χιούμορ λεπτό, συχνά σκοτεινό, που γεννιέται από την αναγνώριση. Το γέλιο προκύπτει όταν ο θεατής συνειδητοποιεί πόσο οικείος είναι αυτός ο κόσμος υπερβολής, αυτοπαρατήρησης και επιμελημένης εικόνας. Γελά γιατί αναγνωρίζει. Και αμέσως μετά παγώνει, γιατί αυτή η αναγνώριση δεν είναι αθώα.
Η παραγωγή αυτή είναι εξαιρετικά απαιτητική. Όχι μόνο τεχνικά —αν και η τεχνική ακρίβεια που απαιτείται αγγίζει τα όρια της ακροβασίας— αλλά και ψυχικά, οργανωτικά, συλλογικά. Πρόκειται για ένα εγχείρημα που θυμίζει άσκηση συγχρονισμού, σα να κρατάμε κάτι πολύ εύθραυστο και πολύτιμο μαζί.

Σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσία της Νάντιας είναι καθοριστική. Όχι μόνο επειδή σηκώνει επί σκηνής ένα εξαιρετικά απαιτητικό, πολυφωνικό έργο, αλλά γιατί λειτουργεί ως ζωντανός κόμβος της παράστασης. Μέσα από το σώμα και τη φωνή της περνούν όλοι οι χαρακτήρες, όλες οι διαθέσεις, όλες οι ρωγμές. Η ερμηνεία της δεν επιδιώκει επίδειξη, αλλά διαθεσιμότητα. Μια σπάνια ικανότητα να αδειάζει και να γεμίζει ξανά, να μετακινείται από το τραγικό στο ειρωνικό, από το εύθραυστο στο επιθετικό, χωρίς να χάνει ποτέ την εσωτερική της συνοχή.
Η ομάδα συνολικά λειτουργεί σαν ένας οργανισμός που μαθαίνει να αναπνέει μέσα σε συνθήκες πίεσης. Το αποτέλεσμα δεν στοχεύει στην τελειότητα, αλλά στην εγρήγορση. Η παράσταση δεν ζητά από τον θεατή να ταυτιστεί με τον Ντόριαν Γκρέι. Ζητά κάτι πιο επικίνδυνο: να τον αναγνωρίσει. Να δει μέσα στην επιθυμία για αθανασία, μέσα στον φόβο της φθοράς, μέσα στην ανάγκη για αποδοχή, στοιχεία απολύτως σύγχρονα και καθημερινά. Και ίσως, φεύγοντας από το θέατρο, να κοιτάξει την επόμενη εικόνα —στον δρόμο, στην οθόνη, στον καθρέφτη— με μια ανεπαίσθητη, αλλά ουσιαστική καχυποψία. Αυτό αρκεί.
Κεντρική εικόνα θέματος – Photo Credit: Πάτροκλος Σκαφίδας
Διαβάστε επίσης:
«Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι», με τη Νάντια Κοντογεώργη στο Θέατρο Πορεία