Λίγα λόγια για το έργο

Η γκουβερνάντα, φτωχή κόρη ενός πάστορα, διαβάζοντας μια αγγελία έρχεται σ’ επικοινωνία με το μελλοντικό αφεντικό της και σύντομα αναλαμβάνει χρέη παιδαγωγού. Ο γοητευτικός κύριός της, της έθεσε έναν όρο ̇ να μην τον ενοχλήσει ποτέ. Η κοπέλα καταφθάνει στο εξοχικό σπίτι, γοητεύεται από τη γνωριμία με τη μικρή της μαθήτρια ενώ ύστερα από δύο μέρες γνωρίζει και τον νεαρό μαθητή της ο οποίος επιστρέφει από το σχολείο στο οποίο φοιτούσε, αποβεβλημένος εξαιτίας της διαγωγής του. Σταδιακά, η γκουβερνάντα αρχίζει να βλέπει φασματικές παρουσίες που δεν γνωρίζει και καταλήγουν να γίνουν για την ίδια εμμονή. Εγκλωβισμένη σε ένα παιχνίδι νοητικών παραδοξοτήτων, μυστηριωδών σκιών και μεταφυσικής ατμόσφαιρας παρακολουθεί το φανταστικό να εισβάλλει στην καθημερινότητα και να της επιβάλλεται ως μία πιθανή εκδοχή της πραγματικότητας.

«Το σημαντικό», έγραφε ο Henry James στα Σημειωματάριά του, «είναι να παρουσιάσει κανείς το θαυμαστό και το παράξενο περιοριζόμενος σχεδόν αποκλειστικά στο να δείξει την αντανάκλασή τους πάνω σε μιαν ευαισθησία, αναγνωρίζοντας ότι το κυριότερο στοιχείο συνίσταται σε κάποια δυνατή εντύπωση που προκαλούν και η οποία γίνεται έντονα αισθητή».

[..] έμπηξε μια στριγγλιά σαν να γκρεμιζόταν σε άβυσσο, κι έτσι που τον άδραξα, ήταν σαν να τον έπιασα την ώρα που έπεφτε. Τον έπιασα, ναι, τον κρατούσα: [..] μα ύστερα από ένα λεπτό άρχισα να νιώθω τι ήταν πραγματικά αυτό που κρατούσα. Ήμασταν μονάχοι με τη γαλήνια μέρα, και η καρδούλα του, στερεμένη, είχε σταματήσει.

(Τζέιμς Χένρι, Το στρίψιμο της βίδας, μτφ. Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Άγρα, σελ.203)

Η ταυτότητα της παράστασης

Παίζουν: Θάλεια Ματίκα, Ιάσων Παπαματθαίου

Διασκευή – Σκηνοθεσία – Μουσική επιμέλεια: Δημοσθένης Παπαδόπουλος

Σκηνικά: Σταύρος Λίτινας

Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη

Βοηθός σκηνοθέτη – επιμέλεια video: Στεφανία Βλάχου

Επιμέλεια γραφιστικού υλικού: Αλίνα Αναστασιάδη

Φωτογραφίες: Μελίνα Δόσιου