Σκηνοθετώ και χορογραφώ παραστάσεις πάνω από τρεις δεκαετίες. Τα τελευταία χρόνια, χωρίς να διακόψω την ενασχόλησή μου με τις παραστάσεις που απευθύνονται σ’ ένα κοινό ενηλίκων, έχω αναπτύξει μια ιδιαίτερη αγάπη για το θέατρο για παιδιά. Ασφαλώς, και παλαιότερα, μέσα από ποικίλες δουλειές στο θέατρο ή την τηλεόραση, έχω απευθυνθεί στο παιδικό κοινό∙ διαπιστώνω, όμως, πως εδώ και λίγα χρόνια το ενδιαφέρον μου για το παιδικό θέατρο κερδίζει συνεχώς έδαφος: από το 2010 μέχρι σήμερα, έχω σκηνοθετήσει τρεις παραστάσεις για τα θέατρα Ακροπόλ και Badminton και ήδη βρίσκομαι στο στάδιο της προετοιμασίας για την επόμενη.

Δεν ξέρω γιατί ακριβώς συνέβη αυτό. Συγκρίνοντας το θέατρο για παιδιά και το θέατρο για ενήλικες, βρίσκω ότι δεν έχουν μεγάλη διαφορά. Το λέω αυτό υπό την έννοια ότι μπορεί μεν το θέατρο για παιδιά να μην αναπτύσσει «φιλοσοφικά» ζητήματα, όμως τα παιδιά, ακριβώς όπως και οι ενήλικες, χρειάζονται έναν μύθο και συντονίζονται στο ρυθμό του. Ο σκηνοθέτης πρέπει από την αρχή να εγκαθιδρύσει έναν κώδικα επικοινωνίας, με πολλή κίνηση και δράση, καθώς και να κινητοποιήσει τα παιδιά «δι’ ελέου και φόβου» –γιατί στα παιδιά αρέσει να φοβούνται και να αγωνιούν. Είμαι εναντίον της απλοποίησης και της εκλαΐκευσης στο θέατρο για παιδιά. Μπορώ να πω ότι, λόγω επαγγέλματος, τα δικά μου παιδιά «μεγάλωσαν» στην Επίδαυρο ακούγοντας αρχαίες τραγωδίες και μαθαίνοντας χορικά. Ήταν το καλύτερο σχολείο γι’ αυτά.

Και να πώς αντιλαμβάνομαι το παιδικό θέατρο: ακριβώς ως ένα σχολείο, όμως ένα σχολείο που δεν έχει καμία σχέση με την εκπαίδευση όπως τη ξέρουμε μέσα στη σχολική αίθουσα, όπως τη βιώσαμε εμείς ως μαθητές και όπως ακόμα, κάποιες φορές, τη βιώνουν τα σημερινά παιδιά. Το θέατρο για παιδιά οφείλει, νομίζω, να είναι ένα παιχνίδι μάθησης, ένα παιχνίδι αξιών∙ μια διαδικασίας μύησης σε αξίες, η οποία όμως θα προτάσσει ως βασικά διακυβεύματα δύο εννοιες: απόλαυση και συμμετοχή.

Θα μου πείτε, γίνεται; Η μάθηση δεν προϋποθέτει αυστηρότητα, πειθαρχία, συγκέντρωση, αυτοπεριορισμό; Έτσι είναι. Όμως, πάντα πρέπει να υπάρχει χώρος για την απόλαυση και το αλλόκοτο. Πάντα πρέπει να υπάρχει χώρος για μικρές εκτροπές. Αυτά είναι τα στοιχεία που μας εξανθρωπίζουν. Η τέχνη γνωρίζει καλά τις αλήθειες αυτές, αλλά το σχολείο, με τη σημερινή του μορφή, τις αγνοεί. Κανένα παιδί δε διανοείται να πάει στο σχολείο και να περάσει καλά. Το θέατρο που απευθύνεται σε παιδιά αποκαθιστά αυτή τη χαμένη ισορροπία – και πάντα, όπως σημείωσα, χωρίς εκλαϊκεύσεις και απλοποιήσεις. Το θέατρο, όταν είναι πραγματική τέχνη, επαναφέρει το χαμόγελο. Ακόμα κι αν το κάνει παρασταίνοντας ζοφερές ιστορίες, ακόμα κι αν το κάνει στήνοντας έναν καθρέφτη απέναντι σε όσα μας βαραίνουν, η υψηλή τέχνη είναι μια τέχνη ευφρόσυνη – θα τολμούσα να πω αναστάσιμη.

Νομίζω ότι το προσωπικό μου στοίχημα γύρω από το παιδικό θέατρο είναι ακριβώς αυτό:  παιγνιώδης μάθηση, χαμόγελο, εξοικείωση με τις βασικές αξίες που διέπουν έναν ώριμο, πλούσιο συναισθηματικά αυριανό πολίτη. Το ξέρω ότι ένας τέτοιος πήχης βρίσκεται ψηλά και εμπεριέχει υψηλό ρίσκο. Δεν γίνεται όμως τέχνη χωρίς ρίσκο, και μάλιστα μια τέχνη πολύ δύσκολη, όπως το θέατρο. Είναι μια απαιτητική αποστολή την οποία εδώ και μερικά χρόνια χαίρομαι ιδιαίτερα που την αναλαμβάνω. Ελπίζω να γίνομαι κάθε φορά και λίγο καλύτερη. Όπως και να ’χει, ένα είναι σίγουρο: αγαπώ το παιδικό θέατρο και θα συνεχίσω να το υποστηρίζω με όλες μου τις δημιουργικές δυνάμεις.

Info: Η Σοφία Σπυράτου είναι χορογράφος και σκηνοθέτις. Σπούδασε θέατρο, μουσική και χορό στην Ελλάδα και τις ΗΠΑ. Το 1989 ίδρυσε το Χοροθέατρο Ροές και έκτοτε έχει ανεβάσει 20 πρωτότυπα έργα, με τα οποία έχει περιοδεύσει στην Ελλάδα και όλον τον κόσμο. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 έχει συνθέσει χορογραφίες, μεταξύ άλλων, για το Εθνικό Θέατρο, το Θέατρο Τέχνης, την Εθνική Λυρική Σκηνή, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και το Φεστιβάλ Επιδαύρου.