Η Ρουθ είναι Βιβλικό πρόσωπο. Η αφήγηση της ζωής της Ρουθ γίνεται στο ομώνυμο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης και το πρόσωπό της απεικονίζεται σε πολλά μεσαιωνικά χειρόγραφα. Η Ρουθ ήταν Μωαβίτισσα που διέμενε στη Βηθλεέμ. Εξαιτίας της όσιας αγάπης που έτρεφε για την πεθερά της Ναομί, η Ρουθ παρέμεινε μαζί της ακόμη και μετά το θάνατο του συζύγου της Μααλών.

Αργότερα, όταν ένας πλησιέστερος συγγενής αρνήθηκε να την παντρευτεί μέσω ανδραδελφικού γάμου, ένας άλλος συγγενής, ο Βοόζ, ανέλαβε αυτή την ευθύνη. Με αυτό τον τρόπο η Ρουθ έγινε μητέρα του γιου του Βοόζ Ωβήδ και πρόγονος (προμάμμη) του Βασιλιά Δαβίδ καθώς επίσης και του Ιησού Χριστού, μέσω του νομικού πατέρα του Ιωσήφ.

Η Ρόμπινσον με μεγάλες δόσεις ευαισθησίας και μέσα από την αφηγηματική δεξιοτεχνία που την διακρίνει σε όλο το φάσμα του έργου της, σε αυτό το πρώτο της μυθιστόρημα που χρονολογείται το 1980, αναμετράται επάξια με την χριστιανική κληρονομιά και τις ερωτήσεις που προκύπτουν όταν ο Θεός με τις αποφάσεις του θέτει ερωτήματα και διλήμματα στις ζωές των ανθρώπων. Πως είναι δυνατόν ένα ορφανό κορίτσι να δεθεί με έναν τόπο, με έναν άνθρωπο που καλείται να την φροντίσει, πόσο ευάλωτη και εύθραυστη καθίσταται η κατάσταση της και σε τι ψυχολογικό κλοιό καλείται πια να «κατοικήσει» γιατί η μοίρα που της έτυχε είναι απλά να συνεχίσει να υπάρχει;

Κανείς δεν ξέρει τι παιχνίδια παίζει η μοίρα και πως είναι τόσο πονηρή και απρόβλεπτη ώστε να συνδέει τους ανθρώπους χωρίς να δίνει προηγουμένως πληροφορίες. Είναι αυτή η μοίρα που θα φέρει κοντά και εντελώς τυχαία τις δύο γυναίκες, την Ρουθ και την Συλβί, αφού η έτερη ορφανή Λουσίλ θα πάρει άλλο δρόμο.

Στο Φίνγκερμποουν θα λάβει χώρα το επεισόδιο από την ζωή των δύο ορφανών κοριτσιών, της Ρουθ και της Λουσίλ. Το μέτωπο σε αυτή την πόλη είναι μια ανοιχτή πληγή και για τις δύο που καταβάλλουν προσπάθειες επίπονες και επίμονες για να αποδεχτούν το κακό που τους συνέβη αλλά και δουν κατάματα και ρεαλιστικά το παρόν με το οποίο είναι πλέον αντιμέτωπες.

Η Ρουθ, βιβλικό πρόσωπο που αναγεννάται στα χέρια της Ρόμπινσον, καθίσταται έρμαιο της δικής της αδυναμίας να χαράξει έναν δρόμο ή να επουλώσει τα εσωτερικά τραύματα που κηλίδωσαν με οδυνηρό τρόπο την τρυφερή παιδική της ηλικία. Πίσω στις αναμνήσεις της θα βρει την γιαγιά της, την μητέρα της, κάποιες άλλες συγγενείς που θα αποδράσουν γιατί δεν μπόρεσαν και έτσι να έρθει η ώρα της Συλβί να επιφορτιστεί με την ανατροφή των δύο κοριτσιών.

Σε ένα αχανές και άγνωστο τοπίο τα δύο κορίτσια θα επιστρατεύσουν ψυχικές δυνάμεις καλά κρυμμένες και θα διαμορφώσουν χαρακτήρα ενώ θα αρχίζουν σιγά σιγά να ροκανίζουν τον πανδαμάτορα χρόνο που σβήνει τα κακώς κείμενα στο πέρασμά του. Αυτός ο τόπος δεν τους ευχάριστος τους, είναι τρόπον τινά ξένος, όπως ξένος είναι κάθε τόπος που δεν είναι εκείνος με τον οποίο συνδέονται οι αναμνήσεις και τα βιώματα. Η γιαγιά τους, την οποία μνημονεύουν είχε την δική της φιλοσοφία: «{…}

Αντιλαμβανόταν τη ζωή σαν έναν δρόμο, έναν αρκετά βατό δρόμο που διασχίζει έναν τόπο πλατύ, αναπεπταμένο ͘ πως πίστευε ότι ο προορισμός του ανθρώπου βρίσκεται από την αρχή κάπου εκεί κοντά, ότι τον προσμένει σε μια λογική απόσταση φέγγοντας στο φως της μέρας σαν ένα απλό σπιτάκι: μπαίνει, τον χαιρετούν άνθρωποι αξιοσέβαστοι και τον οδηγούν σ’ ένα δωμάτιο όπου όλα όσα έχασε ή παραμέρισε στη ζωή του είναι εκεί μαζεμένα περιμένοντας».

Πράγματι η μικρή Ρουθ, που έχει και περισσότερη ανάγκη, πάντα θα περιμένει την μητέρα της ή την γιαγιά της να επανέλθουν για να την πάρουν, σαν το κακό όνειρο της απώλειας να πέρασε για πάντα. Όταν όμως ξυπνάει από το όνειρο εκείνο όλα είναι όπως πριν, η ζωή συνεχίζεται και εκείνη οφείλει να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό της στον χρόνο και η Ρόμπινσον με ενέσεις φιλοσοφικής φύσεως καθώς και καταδύσεις εσωτερικής αναζήτησης στον μπερδεμένο νου της θα προσπαθήσει να την βγάλει στο ξέφωτο μακριά από το λαβυρινθοειδές αδιέξοδο στο οποίο έχει επέλθει.

Η Ρουθ της Ρόμπινσον, είναι και αυτή ένα πρόσωπο βασανισμένο αλλά η επώδυνη απώλειά της, η ορφάνια της μαζί με την αδελφή της την Λουσίλ την οδηγούν να δει τον κόσμο με άλλα μάτια. Στην Ρόμπινσον, όπως και στην Παλαιά Διαθήκη, η Ρουθ είναι η ενσάρκωση της αγάπης για την Συλβί, την γυναίκα, που μετά τον θάνατο των γονιών της, αναλαμβάνει να την μεγαλώσει και σχεδόν καταλήγουν να έχουν σχέση μάνας και κόρης. Αν η συγγραφέας στην Ρουθ χτίζει όλη της την αφήγηση, στην Συλβί θα βρει το πρόσωπο και τον χαρακτήρα εκείνο που δεν θα επιτρέψει στο λογοτεχνικό κτήριο να καταρρεύσει.

Η Συλβί είναι μια αγγελικής φύσεως ύπαρξη που εμφανίζεται ως από μηχανής θεός για να συνδράμει στην σωτηρία της πελαγωμένης και χαμένης Ρουθ. Η Συλβί λειτουργεί ως μάνα, αδερφή και φίλη μαζί, σε ένα τρίπτυχο ζωγραφικό που αλλάζει τα χρώματα της μέχρι τώρα μελαγχολικής ζωής της, θα ομορφύνει το παρόν για να σώσει έτσι και το μέλλον, το κοινό τους μέλλον. Με αυτό τον τρόπο, η Ρουθ θα αλλάξει την αντίληψη των πραγμάτων και με θετική σκέψη θα πορευτεί σε αυτό για το οποίο έχει οριστεί και θα δηλώσει γλαφυρά: «Γιατί μου φαινόταν ότι τίποτα από όσα είχα χάσει, ή ίσως έχανα, δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί εκεί, ή για να το πω διαφορετικά, μου φαινόταν πως ό,τι κι αν είχα χάσει ίσως και να μπορούσε να βρεθεί στο σπίτι της Συλβί».

«Τι είναι σκέψη, τελικά, τι είναι όνειρο, αν όχι κολύμπι και ροή και οι εικόνες που μοιάζουν μέσα απ’ αυτά να ζωντανεύουν; Οι εικόνες είναι το χειρότερο κομμάτι».

«Αν η εμφάνιση μιας μορφής είναι απλώς ένα τέχνασμα του μυαλού και το φάντασμα απλώς ένα δευτερεύον τέχνασμα του μυαλού, μια λιγότερο τέλεια ψευδαίσθηση, τότε αυτή η προσδοκία, αυτή η αίσθηση της ασύλληπτης παρουσίας, δεν ήταν τόσο απατηλή, αν σκεφτεί κανείς πως έχουν τα πράγματα σε αυτόν τον κόσμο».

«Κάθε πνεύμα που περνάει από τον κόσμο αγγίζει το απτό και καταστρέφει το ευμετάβλητο, γιατί τελικά έρχεται να ρίξει μια ματιά και όχι να αγοράσει».


Διαβάστε επίσης:

Ρουθ – Marilynne Robinson