Άνθρωποι γεμάτοι αδυναμίες, χαρακτήρες που ρέπουν προς την κατάρρευση του εγώ τους, γυναίκες θύματα των ίδιων τους των συζύγων που υπολείπονται αυτοσεβασμού, βαθιά απεγνωσμένες φυσιογνωμίες που πασχίζουν από κάπου να πιαστούν, ήρωες απρόσωποι του μόχθου που καθημερινά η μέρα τους ξεβράζει στην αμμουδιά της επιβίωσης μήπως και βρουν διέξοδο και λύσεις.

Αυτοί είναι μερικοί από τους ανθρώπους που αποτελούν τον κόσμο του Τσέχοφ και καταδεικνύουν τα πάθη μίας κοινωνίας βουτηγμένης στην αχαριστία, την παρανομία, την κουτοπονηριά, την μικρότητα, την μοχθηρότητα, το ψέμα αλλά συνάμα την συμπόνια, την ανθρωπιά, την ανιδιοτέλεια, την καλοσύνη. Όλα γύρω μυρίζουν στάχτη από το καμένο δέντρο του ψυχικού τους δάσους. Κάθε του διήγημα είναι συνυφασμένο με την ίδια την ζωή που ο Τσέχοφ γεύτηκε σε διάφορες δουλειές και είδε την απελπισία κατάματα να τον αγγίζει στις συναναστροφές του. Αυτήν ακριβώς την ζωή ο αναγνώστης βλέπει να οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στον γκρεμό, λόγω της συνεχούς και επίμονης απαξίωσης των κοινωνικών δομών, που επί στύλου κρεμάμενες ο Τσέχοφ ξεκοκαλίζει.

Ο Τσέχοφ, σαν ιερέας που δέχεται τους άπιστους και αμαρτωλούς, είναι κοντά στους ανθρώπους και μας θυμίζει ψυχίατρο που καθίζει τους πρωταγωνιστές του στο ντιβάνι του ασθενούς για να εκμαιεύσει πληροφορίες ενώ παράλληλα προσπαθεί να τους φωτίσει μέσα τους όλα αυτά για τα οποία οι ίδιοι εθελοτυφλούν ή προσποιούνται ότι αγνοούν σαν δείγμα άρνησης των αδιεξόδων στα οποία έχουν περιέλθει. Το τέλμα μοιάζει να έχει επέλθει στους ήρωες του Τσέχοφ και η καταστροφή ή το βήμα πριν από αυτήν είναι βέβαιο γεγονός και σχεδόν επιβεβαιωμένη πράξη προς υπογραφή. Παρόλα αυτά, όπως σημειώνει πολύ ορθά στο επίμετρο του βιβλίου η Βιργινία Γαλανοπούλου «ο Τσέχοφ δεν χάνει στιγμή την πίστη του στον άνθρωπο και στις φωτεινές προοπτικές του». Εξάλλου όπως αναφέρει και ο ίδιος και επιβεβαιώνει αυτή την παρατήρηση στο διήγημα «Αγκάφια»: «Εκεί μέσα στο σκοτάδι, όπου το μάτι δύσκολα ξεχώριζε τη γραμμή του ορίζοντα, τρεμόπαιζε ένα φως». Οι Τσεχοφικοί χαρακτήρες, μακριά από τα ηθικά διδάγματα και την εγκράτεια που οφείλει ο άνθρωπος να επιδεικνύει ξεμακραίνοντας από τους όποιους πειρασμούς, είναι ανδρείκελα και υποχείρια του εγωισμού τους, των ασυγκράτητων ενοχικών τους συνδρόμων και έχουν συνεχώς την ανάγκη μίας παρεμβατικής δύναμης: ενός πανταχού παρόντος Θεού ίσως, που θα τους λυτρώσει και θα τους απελευθερώσει από την κατηφόρα και τον εκτροχιασμό που οι ίδιοι έχουν εκούσια επιλέξει.

Δραματικές γραπτές εκδηλώσεις είναι οι αφηγήσεις του. Πλήρως απογυμνωμένες από κάθε δείγμα αισιοδοξίας ανοίγουν διάπλατα και δίχως αναισθητικό την ψυχή του ανθρώπου που ασθενεί και βρίσκεται σε μία μόνιμη εντατική έτοιμη να υποβληθεί σε εγχείρηση. Η ζωή είναι τόσο σκληρή σε αυτή την γωνιά της υφηλίου και αυτό διαφαίνεται από την ανέχεια, την φτώχεια, την αγωνία όχι για την επόμενη μέρα αλλά για το επόμενο λεπτό που κυλάει ανορθόδοξα σαν το νερό στο ποτάμι. Για να αντέξει κανείς αυτή τη ζωή, ο άνθρωπος του Τσέχοφ δεν μπορεί να μην παραστρατίσει, μοιάζει να υποβάλλεται σε οριστική διάλυση αφού η άνωθεν παρέμβαση που περιμένει δεν έρχεται ποτέ. Ο Τσέχοφ, όντας και γιατρός αλλά και μέλος μίας κοινωνίας που ακροβατεί και είναι σφόδρα υλιστική χωρίς αναστολές, παρουσιάζει τις ελεύθερες φυλακές, τα σπίτια όπου διαδραματίζονται στιγμές βίας, λύπης, πόνου αλλά και χαράς. Όλα αυτά μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των προβληματικών συμπεριφορών όπως είναι το ποτό, η ασυδοσία, η μικροπρέπεια, η χλιδή που στο διήγημα «Πριγκίπισσα» για παράδειγμα έχει θολώσει το μυαλό της γυναίκας και δεν λογαριάζει τίποτα μπροστά στην δική της επίδειξη ισχύος. Μία εγωκεντρική μαρκησία που χειραγωγεί ανθρώπους και συναισθήματα όχι από αγάπη για τον πλησίον αλλά από καθαρό συμφέρον. Αυτό που μαχαιρώνει και πληγώνει τα βλέμματα και δηλητηριάζει την αξιοπρέπεια.

Η τέχνη της γραφής του Τσέχοφ είναι ένα κομψό καλλιτέχνημα, ένας πίνακας παθών και μαρτύρων, εκεί αποτυπώνει και απεικονίζει χωρίς περιστροφές αλλά με διαφάνεια και ειλικρίνεια την σχοινοβασία της ανθρώπινης ψυχής που είναι έτοιμη για κάθε πιθανή εμπειρία της ζωής. Την κακία, το μίσος, την επίθεση, τον φθόνο για αυτά που δεν κατέχει και δεν μπορεί να αποκτήσει. Και δεν γίνεται να μην θέσει υπό την κριτική του ματιά όλη αυτή την λαίλαπα και την λάβα διαφθοράς και σήψης που κατακαίει τα χλωρά μαζί με τα ξερά και έχει μολύνει τον κοινωνικό ιστό.

Ο Τσέχοφ, αινιγματικός, γιατί έτσι προβάλλονται στην ιστορία και φθάνουν ως εμάς τέτοιες προσωπικότητες, προσεγγίζει τους συμπατριώτες του σαν η μοίρα να τους έχει ορίσει να διάγουν αυτόν τον δύσμοιρο βίο, υποχρεωμένοι να προορίζονται να ζουν σε ένα μωσαϊκό δύστυχων στιγμών με την ευτυχία να είναι ένα όνειρο απόμακρο. Άδικη η ζωή τους, φρούδες οι ελπίδες τους για ένα καλύτερο αύριο, σαν να το βλέπουν να περνάει έξω από την πόρτα τους το γέλιο και να μην μπορούν να το αρπάξουν. Τίποτα δεν συμβαίνει και όλα συμβαίνουν. Και όπως χαρακτηριστικά σχολιάζει σχετικά με το έργο του Τσέχοφ ο Ανρί Τρουαγιά: «Στα έργα του Τσέχοφ δεν υπάρχουν θεαματικά γεγονότα, βαρύγδουπα λόγια ή ηρωικές πράξεις, αλλά μία βουβή εσωτερική μουσική με φωτοσκιάσεις και ερωτήματα χωρίς απάντηση, ο ήρεμος παραλογισμός της καθημερινής μας ύπαρξης που μας παρασύρει μαλακά σαν κύματα της θάλασσας στην άβυσσο του τέλους».

«Θέλετε να θεραπευτείτε από τις αρρώστιες σας; Αμ δεν υπάρχει γιατρειά για την προστυχιά και την χυδαιότητα»

Από το διήγημα Πληκτική ζωή

Το βιβλίο του Άντον Τσέχοφ, Πολύχρωμες αφηγήσεις, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροές.