Βρισκόμαστε ως μάρτυρες, μέσα σε ένα δυστοπικό περιβάλλον με πρωταγωνιστή το αλκοόλ, που ανάγεται σε βασικό στοιχείο αποκάλυψης των σκοτεινών ενστίκτων και των βαθιών μυστικών τεσσάρων ατόμων. Αυτά συναντώνται στο σαλόνι του μεγαλύτερου σε ηλικία ζευγαριού του Τζώρτζ και της Μάρθας, στις δύο το πρωί μετά από ένα πάρτυ σε  κάποιο πανεπιστήμιο στη Νέα Αγγλία, όπου εργάζονται ως καθηγητές οι άνδρες της αλλόκοτης παρέας. Το νεαρό ζευγάρι αποτελούν ο Νικ και η Χάνυ, που τους υποδύονται ο Σαράντος Γεωγλερής και η Τζωρτζίνα Λιώση.

Το κλασικό έργο του Άλμπυ – το έγραψε το 1961 -, που ακροβατεί ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, διατηρεί επί σκηνής σε θαυμαστή ισορροπία το χιούμορ και ενώ απλώνεται σε μια τεράστια θεματολογία, τοποθετεί τους ήρωές του στον κεντρικό πυρήνα, δηλαδή την οικογένεια ανιχνεύοντας τις ανεπάρκειές της. Αυτός ο πυρήνας σπάει , διαλύει κάθε αυταπάτη και ψευδαίσθηση, και ο ίδιος ο συγγραφέας αναρωτιέται μήπως είμαστε εμείς οι ίδιοι μάρτυρες- πιόνια σε ένα παιχνίδι που οδηγεί στο τέλος της Δύσης και στη γέννηση μιας νέας πραγματικότητας, στην οποία όμως ο άνθρωπος χάνει την ατομικότητά του και νεκρώνεται η φαντασία του εμπρός στην αποκαλυπτικότητα της επιστήμης.

Ένα άγριο παιχνίδι, στο οποίο θίγονται πολλά δίπολα. Άνδρας – γυναίκα, αγάπη – μίσος, γονιμότητα – στειρότητα, θύτης – θύμα, ιστορία – βιολογία και θρησκεία – παγανισμός.

Ο μύθος αφορά στη σχέση ενός προβληματικού ζευγαριού με πολλά απωθημένα, μίσος και ένταση, αυτοακυρώσεις και όνειρα, που αποδεικνύονται ανελέητα και οδυνηρά. Η σκηνή μετατρέπεται σε ρινγκ με τους χαρακτήρες να αναμετρώνται με το δίκιο, την αλήθεια, το ψέμα, την εξάρτηση, την εκμετάλλευση και την ανάγκη της υπεροχής μέσα από την εξουσία. Η ανατομία των σχέσεων αποδίδεται εκπληκτικά, εστιάζει στον καμβά της αμερικάνικης οικογένειας, στη δεκαετία του ’60, αλλά το εμβαδόν του συγγράμματος απλώνεται στην επικίνδυνη εθελοτυφλία μιας ολόκληρης κοινωνίας σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς, όπως δήλωσε ο ίδιος ο συγγραφέας,»το έργο αφορά στην ανικανότητα να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας». Και αυτό από μόνο του αποκαλύπτει την πολιτική διάσταση και την οικουμενική εμβέλεια του θεατρικού.

Το αλκοόλ που ρέει άφθονο μέχρι το τέλος, βοηθά τα πρόσωπα να γκρεμίσουν τους κοινωνικούς φραγμούς, ο λόγος να είναι αγοραίος μέσα σε μέθη βακχική, χωρίς καμμία αιδώ. Χρησιμοποιούν τη συνθήκη του παιχνιδιού και επιδίδονται σε ανθρωποσφαγές και στη σαρκαστική απογύμνωση της προσωπικότητας των συνδαιτυμόνων, του τύπου : «Έχεις όρεξη, που τη βρήκες;» ρωτά η Μάρθα και ο Τζώρτζ απαντά : «Στην κατάντια των άλλων». Ή :»Σε κοιτάζω και θέλω να ξεράσω, δεν έχεις όρχεις, αν υπήρχαν θα σε χώριζα», μία ενδεικτική ατάκα της Μάρθας, που δείχνει τον τραγικό εγκλωβισμό, τη απόλυτη εξάρτηση, την απώλεια του εαυτού, γι’ αυτό το λόγο και το σχήμα που τους χαρακτηρίζει είναι η υπερταύτιση. Όταν ταυτίζεσαι, νιώθεις τον άλλον, τον συμπονάς, δεν τον κατασπαράζεις. Ο Άλμπυ εισχωρεί στη σκοτεινή πλευρά του ατόμου και μελετά όχι μόνο τα φανερά πεδία, αλλά ξεσκεπάζει με τόλμη και τα κρυμμένα, καθώς η αναπηρία αποβαίνει κοινός παρανομαστής στην πολύχρονη σχέση του μεσήλικου ζευγαριού και όχι μόνο. Η συμβίωση χωρίς επικοινωνία και νοιάξιμο, γίνεται ένα ψυχοφθόρο θρίλερ, οδηγεί σε συναισθηματική αποστείρωση, παγώνει ό,τι υγιές έχει ακόμη απομείνει, κάνοντας το ζευγάρι να ζει τη ζωή του στα πλαίσια ενός show time.

Η επεξεργασία κειμένου και η σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη, κλασική, γειωμένη, αβανταδόρικη, βοηθούμενη από τη μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη, τα σκηνικά/ κοστούμια του Νίκου Αναγνωστόπουλου και τους φωτισμούς της Κατερίνας Μαραγκουδάκη, στέκεται με σεβασμό στα συστατικά του λόγου και της δομής του έργου, απογειώνοντας τη δραματουργική δομή.

Οι Άκις Βλουτής ως Τζώρτζ και η Δήμητρα Χατούπη ως Μάρθα αποτελούν ένα εξαιρετικό δίδυμο, με τη χημεία μεταξύ τους να ξεχειλίζει, εκτινάσσοντας τη δραματουργική υφή του έργου στα ύψη. Ο θεατής συμμετέχει ενεργά, αναγνωρίζει πράγματα από τη δική του ζωή και συναισθάνεται έντονα την αβάσταχτη  μοναξιά των ηρώων.

Ο κυνισμός και η αναισθησία του Τζώρτζ ενσαρκώνεται δεξιοτεχνικά από τον Α. Βλουτή, ο οποίος απαξιωμένος τόσα χρόνια από τη γυναίκα του και τον πατέρα της, που είναι ο πρύτανης του πανεπιστημίου, χρησιμοποιεί την ειρωνεία για να αποδείξει τη δύναμη της ύπαρξής του, και τη βία για να επιβληθεί όχι μόνο στη Μάρθα, αλλά και στο νεαρό ζευγάρι, που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα. Ως καθηγητής ιστορίας και διανοούμενος, διατηρεί μία ευνουχιστική ψυχραιμία, με λόγο πικρόχολο και αμείλικτο, ερμηνεύοντας το χαρακτήρα ώριμα, με εύπλαστη και συνειδητοποιημένη τεχνική, φανερώνοντας το εύρος των υποκριτικών του ικανοτήτων. Η δωρικότητα και η συγκαλυμμένη αδιαφορία υποθάλπουν μία ρομαντική ψυχή, που ασφυκτιά  σε μία συμβιωτική σχέση. Χαρακτηριστική η ατάκα του: «Νύχτα παντού νύχτα». Υπηρετεί αριστοτεχνικά το ρόλο, αφήνοντας σε αρκετά σημεία ελεύθερη την καταχωνιασμένη του οδύνη, τον ανομολόγητο πόνο, που κρύβει κάτω από τη μάσκα του παγερού  ήρωα.

«Οι άνθρωποι είμαστε μία παρέλαση σ’ ένα νεκροταφείο, που λέγεται ζωή», ακούμε τη Μάρθα να λέει πάνω σε ένα παραλήρημά της.

Η Δ. Χατούπη χείμαρρος πάνω στη σκηνή, εκρηκτική, μέσα στο ερμηνευτικό της κέντρο, με τις σωστές κορυφώσεις, κινείται στο σανίδι ως μία περσόνα , που επιβάλλεται σε όλους μειώνοντάς τους, ακυρωμένη στα προσωπικά της όνειρα, τραυματισμένη από πατέρα και σύντροφο, που όμως θέλει να ζήσει και δεν παραιτείται, όπως ο Τζώρτζ. Ο τρόπος σίγουρα δεν είναι ο σωστός, επειδή έχει ξεφύγει από τα όρια, όμως παραδέχεται στο τέλος την αδυναμία της να ζήσει με αξιοπρέπεια λέγοντας: «Με αγάπησε, άρα πρέπει να τιμωρηθεί», «Δεν μου αξίζει να τον έχω» και » Όλα για το τίποτα». Κάτω από το σκληρό και χυδαίο πρόσωπο κρύβεται μία διαταραγμένη ύπαρξη, μία εύθραυστη και ευαίσθητη γυναίκα που κουβαλά το βάρος μιας ανυπόφορης και αδιέξοδης σχέσης. Γι’ αυτό και επινοούνται πράγματα που δεν ξέρουμε ποια είναι αληθινά και ποια όχι στη ροή του έργου. Το θέμα πάντως  του μωρού που μεγάλωσε, συμβολίζει το ψέμα πάνω στο οποίο κτίστηκε η σχέση σχεδόν από την αρχή. Στο σημείο της ανακοίνωσης του θανάτου του παιδιού η Μάρθα καταρρέει, γιατί τώρα ξέρει πως ήρθε το τέλος. Το μωρό είναι ο συνδετικός κρίκος μιας ανύπαρκτης σχέσης. Στο μονόλογό της η Δ. Χατούπη παίζει με τέτοιο πάθος και ψυχή , που συγκινεί, καθότι εκφράζει το συναίσθημα μέσα από την αντίφαση, στοιχείο που υπηρετεί τα «παράλογα» σημεία του κειμένου και ταυτόχρονα την απογειώνει σε τραγικό πρόσωπο. Η ερμηνεία αυτή παραπέμπει στην γκάμα του ταλέντου των παλιών μεγάλων κυριών του ελληνικού θεάτρου. Είναι σαν να χορεύει αργεντίνικο tango πάνω στη σκηνή.

Ο Νικ ενσαρκώνεται άνετα και επιδέξια από το Σαράντο Γεωγλερή, ένα φιλόδοξο βιολόγο, ανοιχτό στις δημόσιες σχέσεις . Η Τζωρτζίνα Λιώση είναι η γυναίκα του, η Χάνυ, μία  ύπαρξη επιρρεπής στο ποτό και φοβισμένη στην απόκτηση ενός μωρού, η οποία παίζει πειστικά το ρόλο της νεαρής αθώας συζύγου. Παγιδευμένοι στον κυκεώνα του μίσους, της βωμολοχίας και του σαρκασμού, ολισθαίνουν στην έντονη παθολογία του μεσήλικου ζευγαριού, σπάει η όποια εμπιστοσύνη υπήρχε ανάμεσά τους και φεύγουν το πρωί μεθυσμένοι και καταρρακωμένοι από όλη τη φρίκη που εισέπραξαν.

Το θεατρικό πόνημα κινείται ανάμεσα στο παράλογο και το ελπιδοφόρο, γιατί το τέλος της παράστασης συμβαίνει στο λυκαυγές, λίγο πριν το φως της ημέρας, δηλαδή μπορεί και να σημαίνει κάτι το ενθαρρυντικό, το αισιόδοξο.

Κοινά σημεία του έργου βρίσκουμε και σε άλλα θεατρικά του Άλμπυ, όπως : «Ευαίσθητη ισορροπία» και «Τρεις ψηλές γυναίκες».

Μία εξαιρετική δουλειά, μία επιτομή στις προβληματικές σχέσεις της οικογένειας/ κοινωνίας, που μας διδάσκει, πως αυτό που τελικά φοβόμαστε είναι μια ζωή χωρίς ψευδαισθήσεις. Λογικό βέβαια το προαναφερθέν, μόνο υπό την έννοια, ότι έχουμε μάθει να ζούμε σε ένα παραμύθι., το οποίο επινοήσαμε μόνοι μας.

Συστήνεται ανεπιφύλακτα.


Διαβάστε επίσηςΠοιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ, του Έντουαρντ Άλμπυ στο Από Μηχανής