«Έπιασα να γράψω δύο πράγματα για τους παλαιστές γιατί η ζωή τους είναι ένα έτοιμο ρομάντσο – μια λαϊκή φυλλάδα. Οι λογοτέχνες γίνονται πληκτικοί όταν δεν έχουν θέματα να αφηγηθούν. Και δυστυχώς η γενιά μου (δηλαδή η γενιά της πλαδαρής δημοκρατίας) θα βρει τον εαυτό της μόνο όταν επιτέλους απεκδυθεί την αβάσταχτη ψευτιά της».

Οι Παλαιστές του Καρακίτσου ως βιβλίο δεν είναι απλώς μια συλλογή ή μια καταγραφή πληροφοριών που ο ίδιος συγκέντρωσε για τη ζωή αυτών των τίμιων γιγάντων. Οι άνθρωποι αυτοί χωρίς καθόλου περγαμηνές και με ελάχιστες γνώσεις έδρασαν ως λαϊκοί μικροί ήρωες της καθημερινότητας. Αναλώθηκαν σε διάφορες εργασίες αλλά νωρίς σχετικά κατάλαβαν την δύναμη και την ρώμη τους, το γεγονός δηλαδή πως το σώμα τους ήταν το όπλο τους και πως η παλαίστρα θα μπορούσε να τους αποφέρει χρήματα.

Ο συγγραφέας καταπιάνεται με παλαιστές κυρίως όχι τόσο δημοφιλείς. Ασχολείται με πρόσωπα που άφησαν ιστορία με τα κατορθώματα τους και πάλεψαν πρώτα ως παλαιστές και αγωνιστές της ζωής να ορθοποδήσουν και να επιβιώσουν σε δύσκολες εποχές – πόλεμοι, φτώχεια, ξενιτεμός – μακριά από τα μεγάλα κέντρα ως περιοδεύοντες νομάδες ψυχαγωγώντας τους ανθρώπους σε πλατείες χωριών και μικρών πόλεων. Ατίθασοι, επίμονοι και αποφασισμένοι από την μία πλευρά, αφελείς, υπερφίαλοι και αδαείς πολλές φορές από την άλλη δεν λύγιζαν εύκολα και δεν το έβαζαν κάτω. Το επάγγελμά τους, αν μπορεί κανείς να το ονομάσει επάγγελμα, δεν εξασφάλιζε πολυτελή και άνετη ζωή, το αντίθετο μάλιστα καθώς αδυνατούσαν με το πενιχρό τους μεροκάματο να αποκτήσουν τα στοιχειώδη, τα προς το ζην. Για αυτό άλλωστε και εργάζονταν και αλλού όταν το εισόδημα δεν τους ήταν αρκετό για να έχουν τα βασικά. Χαρακτηριστικό είναι πως πολλοί από αυτούς πέθαναν μόνοι και ξεχασμένοι ενώ οι περισσότεροι δεν άφησαν πίσω τους κανένα ίχνος απομνημονευμάτων. Ο Καρακίτσος μας λέει χαρακτηριστικά: «Οι παλαιστές δεν αφήσανε πολλά ίχνη: οι κακοτοπιές που έπρεπε να αποφύγω εδώ ήταν οι μεγάλες ρουφήχτρες του χρόνου». Ο μόνος που κατέγραψε στιγμές της πολυτάραχης ζωής του είναι ο Αποστόλης Γκούμας, γνωστός και ως Αποστολάρας, ο οποίος αναφέρει στην αλληλογραφία του: «Εγώ αγάπησα την πάλη. Οι παλαισταί δουλεύουν δια την ψυχαγωγία του απλού λαού. Δεν έρχονται στις παλαίστρες οι πλούσιοι. Αυτοί πηγαίνουν και βλέπουν θέατρο για τους βυζαντινούς πρίγκιπες. Οι παλαισταί όμως παίζουν για τη φτωχολογιά της πατρίδας».

Ασυνείδητα ο απλός λαός θεωρούσε τους παλαιστές αυτούς υπερήρωες συνδέοντας τους με τα κατορθώματα των μυθικών ηρώων της ελληνικής μυθολογίας όπως τον Θησέα ή τον Ηρακλή. Στην πραγματικότητα όμως οι άνθρωποι αυτοί, κοινοί θνητοί και ευάλωτοι όπως όλοι μας, υπερέβαιναν εαυτούς για να βγάλουν το μεροκάματο και σε βάρος της υγείας τους πολλές φορές καθώς επιδίδονταν σε διάφορα τεχνάσματα και ασκήσεις που απαιτούσαν προσπάθεια όσο και αν το θέαμα ήταν προδιαγεγραμμένο. Ο κόσμος καταλάβαινε εύκολα, δεν υπήρχε χώρος για κοροϊδία. Έτσι η αποστολή τους έπρεπε να φαίνεται δύσκολη αλλά οι αντοχές τους ήταν λίγες καθώς έπρεπε η εκτέλεση να είναι η καλύτερη δυνατή για να προσελκύσουν το κοινό, το οποίο ήταν απαιτητικό και δεν συγχωρούσε λάθη. Ο Αποστολάρας σχολιάζει με τον τρόπο του: «Επειδή δίδουμε έμμορφα θεάματα, τούτο δεν εσημαίνει ότι είμεθα ήρωες και καλός κόσμος…Οι παλαιστές είναι καλοί σαν τους πεις να σπάσουν ένα μαδέρι ή να λυγίσουν κάνα λοστάρι». Και προσθέτει: «Οι αγώνες όπου δίδαμε είναι όλοι τους φτιαχτοί και εμείς απλά παίζαμε δια το θέαμα. Δηλαδή παίζαμε ψεύτικα και καλύτερα έτσι διότι οι παλαισταί έχουν μεγάλη δύναμη, για αυτό και ο κόσμος πιστεύει ότι είμεθα ήρωες σαν τον Θησέα».


«Μωρέ, δεν μ’ αφήνουν να μπω στην παλαίστρα να τονε πιάσω τον κερατά, να ιδείς που θα τρέχουν να κρυφτούν…». Αποστολάρας

«Οι παλαιστές αναγκάζονταν να σπείρουν μπάμια, δηλαδή να βάλουν στις παραστάσεις τους ψευτοπαλαιστές, για να μη βαριέται το κοινό από τα ίδια και τα ίδια. Οι ψευτοπαλαιστές ήταν αγαπητοί στους θεατές μέχρι τη στιγμή που καταντούσαν μανιέρα».

«Καλός παλαιστής, αλλά άπειρος, που είχε όμως και κατιτίς… Αν δεν ερχότανε ο καταραμένος πόλεμος, ο Λαφαζάνης θα ανέβαινε ψηλά… Τον είχα ιδεί στην Αθήνα – φαινότανε πως έχει όρεξη για το επάγγελμα και, μάλλον, ακολουθούσε τα βήματά μου… {…}». Αποστολάρας


Το βιβλίο του Δημήτρη Καρακίτσου, Παλαιστές, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ποταμός.