Στο θέατρο 104, στην κεντρική σκηνή, παίζεται το δραματοποιημένο μυθιστόρημα του Αλμπέρ Καμύ «Ο Ξένος», σε σκηνοθεσία και δραματουργική επεξεργασία του Δημήτρη Τσιάμη, με τους Γεράσιμο Μιχελή, Μιχάλη Οικονόμου και Κλεοπάτρα Μάρκου.

«Ο Μερσώ αρνείται να πει ψέμματα, τον κινεί μόνο το πάθος για την αλήθεια του απόλυτου. Αυτό και μόνο τον τοποθετεί εκτός κοινωνίας, για την οποία είναι ένας ξένος. Προσπάθησα να αποδώσω με τον ήρωά μου το μοναδικό Χριστό, που μας αξίζει»: Αλμπέρ Καμύ.

Το έργο.

Το L’ étranger ( = ο ξένος), γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το 1942, την ίδια χρονιά με το «Μύθο του Σίσυφου», το μνημειώδες δοκίμιο του μεγάλου Γάλλου στοχαστή. Ο «Ξένος» συνδιαλέγεται σκηνικά μαζί του, σε μια παράλληλη και διαρκή αναφορά σε αυτόν, ως σύμβολο της μοίρας του ήρωα , του Μερσώ, αλλά και της ανθρώπινης μοίρας ευρύτερα. Το 1955 ο Καμύ δήλωσε: «συνόψισα τον Ξένο πολύ καιρό πριν, με μια παρατήρηση, που παραδέχομαι, πως ήταν εξαιρετικά παράδοξη: στην κοινωνία μας κάθε άνθρωπος που δεν κλαίει στην κηδεία της μητέρας του διατρέχει το ρίσκο να καταδικαστεί σε θάνατο. Ήθελα απλώς να πω ότι ο ήρωας του βιβλίου είναι καταδικασμένος, γιατί δεν παίζει το παιχνίδι».

Το θεματικό κέντρο της νουβέλας αποτυπώνει τη  φιλοσοφία του παραλόγου, που εξέφρασε ο Καμύ στο έργο του «Ο μύθος του Σίσυφου».

Η υπόθεση.

Το θεατρικό έργο ξεδιπλώνει την ιστορία ενός ανθρώπου, στο Αλγέρι, που δίχως τίποτα το ηρωικό  στη συμπεριφορά του, δέχεται να πεθάνει για την αλήθεια. Ο Μερσώ, (Γ.Μιχελής), καταδικασμένος σε θάνατο για το φόνο ενός Άραβα βρίσκεται μπροστά σε όλα τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και του νοήματος της. Χωρίς ποτέ να δίνει κάποια οριστική απάντηση, η ατομική του εξέγερση είναι τελικά αυτή, που τον οδηγεί στην αποδοχή και την υπέρβαση της κατάστασής  του.» Δεν είχα σκοπό να σκοτώσω τον Άραβα, το έκανα εξαιτίας του ήλιου». Έτσι απαντά σε ερώτημα του δικαστηρίου, πράγμα που εξαγριώνει την πολιτική αγωγή, που νιώθει φρίκη για την αναισθησία του και γι’ αυτό τον αποκαλεί τέρας. Οι συνήθεις απαντήσεις του ήταν «το ίδιο μου κάνει», » δεν έχει καμμία σημασία» και «ήταν τυχαίο».

«Στο έργο αποκαλύπτεται η θέση του ήρωα, απαλλαγμένη από συνήθειες, ασφάλειες, συμβάσεις και βεβαιότητες. Μια θέση, που εντοπίζει στους κοινωνικούς ρόλους τον εγκλωβισμό της ύπαρξης»: Δ. Τσιάμης.

«Ο Ξένος» μάς  καλεί να δούμε διαφορετικά, αν θέλουμε να δούμε καθαρά και λειτουργεί ως κάλεσμα για μια διαυγή οπτική της ζωής. Αναδεικνύονται τόσο ο πυρήνας, όσο και η κύρια αίσθηση του έργου μέσα από τα θέματα, που κυρίως απασχόλησαν το συγγραφέα : θάνατος, μητέρα, χρόνος, νόημα, παράλογο, δικαιοσύνη, βία, εξέγερση και άλλα. Ενδεικτική η σημείωση του Μερσώ στην αρχή του θεατρικού: » σήμερα η μαμά πέθανε.Ή ίσως χθες, δεν ξέρω». Φαίνεται η απάθεια, η σύγχυση και η αδιαφορία του σχετικά με την πραγματικότητα, σαν να παρατηρεί τη ζωή και όχι να τη ζει ενσυνείδητα. Εντυπώσεις, γεγονότα, ή βιώματα δεν τα κρίνει, απλώς  τα προσλαμβάνει χωρίς να τα αφομοιώνει. Δεν αντιλαμβάνεται τη δομή του εξωτερικού κόσμου, ούτε την εσωτερική διάρθρωση του «είναι» του.

Όλα μέσα του ατάκτως ερριμμένα. Αφήνεται στο απρόοπτο, και το επιφανειακό.

«Ο μόνος πιο σημαντικός παράγοντας της ύπαρξής του είναι το τώρα. Ο Μερσώ λαχταρά τη μαμά, για την ευτυχία και την αγάπη της, αλλά βρίσκει την  έκφραση αυτών των συναισθημάτων δύσκολη. Η απώλεια της μητέρας οδηγεί αναπόφευκτα τη δράση του θεατρικού στο τέλος, στην τελευταία περίοδο, σε αυτό που απλώνεται πάνω απ’όλα: το θάνατο». New Yorker.

Οι πράξεις του δεν έχουν κάποιο αποχρώντα λόγο, όπως στην πρόταση γάμου της φίλης του, της Μαρί, που συναινεί, αλλά χωρίς να την αγαπά, και στην περίπτωση του φόνου, λόγω της λάβρας του ήλιου, που τον νάρκωσε και σαν πύρινη βροχή τού έκλεινε το δρόμο. Αυτή η μέθη που προέκυψε συνάδει με το συγκεχυμένο σύστημα των προσωπικών του αντιλήψεων, σκέψεων και κλίσεων. Αναζητούσε σκιά στα βράχια δίπλα στην παραλία, όπου υπήρχε και μία πηγή με δροσερό νερό, όταν είχε βγει βόλτα μόνος.  Είχε προηγηθεί συμπλοκή ανάμεσα στους Μερσώ – Ρέιμοντ και στους Άραβες. Εκεί στην ακτή  ξανασυνάντησε τον Άραβα, ο οποίος ήταν ο αδελφός της Μαυριτανής φίλης του Ρέιμοντ. Αξιοσημείωτη η εικόνα, που ενώ με μία σφαίρα ο άνθρωπος κείτεται νεκρός, ρίχνει στο άψυχο σώμα άλλες τέσσερις σφαίρες. Με αυτή του την πράξη κατέστρεψε την ισορροπία της ημέρας. Ο Μερσώ νοιάζεται περισσότερο για ό,τι φυσικό συμβαίνει γύρω του και δεν τον απασχολούν αυτά που η κοινωνία έχει θεσπίσει ή για πράγματα συναισθηματικά. Γι’αυτό το λόγο θαρρετά είπε στη Μαρί πως μόνο  την ποθεί, κάτι που αφορά το ένστικτο και όχι κάτι το στερεοτυπικό, όπως και τη στιγμή του φόνου ήταν πολύ σημαντικός ο ήλιος με την αφόρητη ζέστη, κάτι επίσης σχετικό με τη φύση.  Έτσι επιβεβαιώνεται ο χαρακτήρας του «ξένου» προς την κοινωνία και προς ό,τι αυτή συμβολίζει. Από τη στιγμή που δεν συμμορφώνεται με τα  κοινωνικά δεδομένα  και αγνοεί τους νόμους, η συμπεριφορά του κρίνεται παράλογη και επικίνδυνη. Οι μεροληπτικοί δικαστές, ως εραστές του συστήματος, τον καταδίκασαν σε θάνατο όχι μόνο για το χαμό του Άραβα, αλλά, γιατί άφησε τη μάνα του στο γηροκομείο, ήταν ασυγκίνητος στην κηδεία, αμέσως μετά συνευρέθηκαν ερωτικά με τη Μαρί, και γιατί δεν ήξερε πως ο φίλος του ο Ρέιμοντ ήταν μαστροπός και όχι αποθηκάριος. Εδώ έχουμε τη σύγκρουση δύο κόσμων. Ο ήρωας ένιωθε πως δεν τον κατανοούσαν, είχε δυσφορία και όχι συναίσθημα μεταμέλειας. Όλοι οι άλλοι  μέσα στο δικαστήριο αγωνίζονται να βρουν κάποια λογική εξήγηση, κάποιο κίνητρο για τις πράξεις του. Εκείνος όμως ζώντας στο περιθώριο σε δικό του κόσμο, τώρα αρχίζει να καταλαβαίνει σαφέστερα την αποξένωση και αφού εκτονώθηκε επιτιθέμενος στον παπά, που μπήκε στο κελί του απρόσκλητος, βγάζοντας πάνω του ό,τι είχε μέσα του, μίσος και πόνο, αναρωτιέται: «Υπάρχει διέξοδος από το αναπόφευκτο;» Στη φυλακή έπληττε, γι’αυτό ονειρευόταν ό,τι είχε ζήσει με τη φίλη του για να ξεφεύγει από την ανία και το αφύσικο του κελιού. Οι συνηθισμένες ατάκες εκεί μέσα ήταν το χθες- σήμερα, κάτι που δείχνει την αγάπη του ήρωα στο απρόβλεπτο και το εφήμερο και όχι στο παντοτινό και άφθαρτο.

Αν η περίπτωση του Μερσώ ιδωθεί από ψυχαναλυτική πλευρά παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον, καθώς τα τραύματα από την οικογένεια είναι φανερά. Το στενό δέσιμο με τη μητέρα, και η απουσία του πατέρα εξηγούν συμπεριφορές αποστασιοποιημένες από τον ίδιο τον εαυτό και ηθικά ανάλγητες προς τα έξω, χαρακτηριζόμενες ως αντιστάσεις στα πλαίσια της ψυχολογικής άμυνας. Έτσι καλλιεργήθηκε ένα σύμπαν ιδανικό, μία στάση αυθεντικής  ζωής μόνο για εκείνον. Κάποια αναφορά που γίνεται στον πατέρα βάζει τον ήρωα σε έντονη συναισθηματική έξαρση. Όταν αργότερα έχει πλήρως συμβιβαστεί με το αμετάκλητο του «τέλους», καταλαβαίνει ότι από τη στιγμή που θα πεθάνει το πώς και το πότε δεν έχει καμμία σημασία. Αποδέχεται την πραγματικότητα της επικείμενης εκτέλεσής του ήρεμα, χωρίς απελπισία, και  αισθάνεται έτοιμος να ζήσει από την αρχή, αν είχε δεύτερη ευκαιρία. Το μόνο που εύχεται είναι να μαζευτεί κόσμος στην εκτέλεσή του και να τον υποδεχθούν με κραυγές μίσους, για να μην είναι μόνος. Το τέλος της ιστορίας δεν είναι ορατό ούτε σαφές, αλλά δεν είναι και κάτι που ενδιαφέρει σε σχέση με τον πυρήνα του θεατρικού πονήματος.

Ερμηνείες-Συντελεστές.

Ο Γεράσιμος Μιχελής υποδύεται με εσωτερικότητα και μέτρο τον Μερσώ, με μία παρουσία ευθυτενή, δωρική, στητή και απαθή, όπως ακριβώς ταιριάζει στο  χαρακτήρα. Αυτό που ξεχωρίζει είναι η έκφραση του προσώπου και ιδιαίτερα τα μάτια, που ανέδυαν άλλοτε μία σκοτεινότητα και άλλοτε μία λάμψη, λειτουργική για  τη συγκεκριμένη περσόνα. Ο ρόλος απαιτητικός, αποδόθηκε με συμμετρία και ψύχραιμο προφίλ, χρωματίζοντας την ιδιοσυγκρασία του «ξένου» με όχημα το παγερό της μοναχικότητας, της διαφορετικότητας και του άναρχου της προσωπικότητάς του.

Φάνηκε  καθαρά η εξέγερση του πρωταγωνιστή απέναντι στο συλλογικά θεσμοθετημένο και αναγνωρισμένο. Η εννοιολογική διάσταση «του ξένου» απλώνεται και στους άλλους χαρακτήρες, υφαίνοντας τον καμβά του μύθου μέσα στο σκοτεινό σκηνικό του Γ. Θεοδωράκη με τους μεγάλους γήινους/χρυσούς βράχους(σχετίζονται με το μαρτύριο του Σίσυφου), τους οποίους μετακινούν κυλώντας τους οι ηθοποιοί στη διάρκεια του έργου, εξυπηρετώντας σκηνικές λειτουργίες.

Οι Μιχάλης Οικονόμου (Ρέιμοντ) και η Κλεοπάτρα Μάρκου (Μαρί), αξιοπρεπείς  στους ρόλους τους, στήριξαν την αφηγηματική δράση και ένταση. Ο Ρέιμοντ υποδύεται εύστοχα και άλλα πρόσωπα, τον διευθυντή του γηροκομείου, τον ανακριτή και τον ιερέα. Η σκηνή που η Μαρί εκφράζει την πυρακτωμένη ατμόσφαιρα μέσα στην κάψα του μεσημεριού, είναι ενδιαφέρουσα, καθώς έχει δύναμη και ρυθμό στον κυκλικό χορό της, όπως ο δερβίσικος με ταχύτητα στις απανωτές στροφές.

Η μόνη ένσταση έχει να κάνει με τις σωματικές κινήσεις των ηθοποιών, τα χτυπήματα των χεριών, σαν χορευτικές φιγούρες, και το τρέμουλο, που έβγαζαν ένταση, με στοιχεία κάποιας υπερβολής και ήταν σαν να διέκοπταν τη δραματική ροή.

Τα παραπάνω βέβαια δεν στάθηκαν εμπόδιο στο αξιόλογο συνολικό αποτέλεσμα.

Επίσης αξιοσημείωτο στοιχείο, προαγώγιμο της δράσης,  αποτελεί η άμμος στο κέντρο της σκηνής, που συμβολίζει ένα αγαπημένο ιερό χώρο, μία πηγή, από την οποία μεταλαβαίνουν το φως και τον έρωτα της ζωής, παραπέμποντας σε κάτι φυσικό, στην παραλία και στο νερό της θάλασσας, πράγματα αγαπημένα ιδιαίτερα για τον Μερσώ και τη Μαρί.

Η σκηνοθεσία του Δ. Τσιάμη ικανοποιητική, γειωμένη, ώριμη υποστήριξε με πάθος το μεστό συμβολισμών κείμενο, βοηθούμενος εξαιρετικά από το σκηνικό του Γιάννη Θεοδωράκη, την κίνηση της Ελένης Χατζηγεωργίου, τη μουσική του Λάμπρου Πηγούνη, τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα και τους φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη.

Μία καλή παράσταση πρόκληση στη συνήθεια, στα κλισέ και στις προκαταλήψεις.

Το έργο μέσα από την απραξία και τη νωχέλεια του  πρωταγωνιστή του, αποτελεί μανιφέστο της ανταρσίας και της αντίστασης στο επιζήμιο της κοινοτοπίας. Η εναντίωση σ’ αυτή αποτελεί θετικό πρόσημο για το δώρο της ζωής και το αξίωμα πως η αναζήτηση της ευτυχίας βρίσκεται στα απλά φυσικά πράγματα.


Πληροφορίες παράστασης: Ο Ξένος του Αλμπέρ Καμύ στο Θέατρο 104 | Πέμπτη – Κυριακή, στις 21:00 | Έως 11 Ιουνίου


Διαβάστε επίσης: Γεράσιμος Μιχελής: Στις μέρες μας, ο καθένας μπορεί να αισθανθεί «Ξένος»