«Αυτός ο άτιμος ο Λαφάργκ με ζαλίζει με τον προυντονισμό του και θαρρώ ότι δεν θα με αφήσει ήσυχο αν δεν του σπάσω το κρεόλικο κεφάλι του». Τάδε έφη ο Μαρξ για τον Λαφάργκ, ο οποίος αν και επιφυλακτικός απέναντι στο νεαρό ανερχόμενο άντρα δεν μπόρεσε να αποτρέψει τον γάμο της κόρης του με εκείνον.

Τελικά ο Πολ Λαφάργκ θα παντρευτεί την Λόρα Μαρξ στις 2 Απριλίου 1868 και μαζί θα πορευτούν στη ζωή μέχρι που η μοίρα, η οποία παίζει τα δικά της πονηρά παιχνίδια, θα τους οδηγήσει μαζί στο θάνατο ͘ το ζευγάρι θα αυτοκτονήσει τη νύχτα της 26ης προς 27η Νοεμβρίου 1911 στη βίλα τους έτσι όπως ακριβώς αποφάσισε για εντελώς διαφορετικούς λόγους βέβαια να αυτοκτονήσει και ο Στέφαν Τσβάιχ παρέα με την σύντροφό του το 1942. Ο Λένιν θα περιγράψει τον Λαφάργκ ως «έναν από τους πιο προικισμένους και τους πιο συγκροτημένους προπαγανδιστές του μαρξισμού». Το δικαίωμα στην τεμπελιά, το οποίο είναι μία ωδή στην αποχή από την εργασιακή μανία που κατατρώει τον λαό και καταστρέφει την ζωή του ανθρώπου, γράφτηκε και πρωτοδημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην L’ Egalité το 1881. Θα επανεκδοθεί από το 1905 και το 1907 17 φορές και από τότε μέχρι και σήμερα παραμένει ένα κείμενο καταπέλτης κατά του καπιταλιστικού δαίμονα και ένα μανιφέστο υπεράσπισης των ιδεωδών που προτρέπουν την απελευθέρωση του ανθρώπου από την καταναλωτική μανία που τον οδηγεί στην εργασιακή σκλαβιά με κανένα απολύτως νόημα.

Στην αρχή του βιβλίου ο Λαφάργκ αδυνατεί να συγκρατήσει την οργή του απέναντι σε αυτή την λαίλαπα και έτσι καλεί άμεσα στην απάρνηση της εργασιακής τρέλας που έχει καταλάβει τα πλήθη και τα οποία ούτε λίγο ούτε πολύ υπηρετούν την αστική τάξη και τις ορέξεις της με τον δικό τους ζήλο για καθημερινή υποταγή σε έναν αφέντη που δεν τους προσφέρει παρά μόνο δεινά και δυστυχία. Αυτή η αστική τάξη, διαφεντεύοντας κάθε λογής προτιμήσεις, καταπατώντας πρωταρχικά δικαιώματα και οδηγούμενη από μία ανεξέλεγκτη και αύξουσα κλίση προς την κατανάλωση αναγκάζει την εργατική τάξη στην εξαθλίωση μέσω της πολύωρης και εξαντλητικής εργασίας. Με αυτόν τον τρόπο, η εργατική τάξη τυφλά παρασυρμένη στην παγίδα της υπηρεσίας αλλότριων συμφερόντων τα οποία δεν συνάδουν με τα δικά της, δεν καταφέρνει να απολαύσει ούτε τις στοιχειώδεις χαρές αφού η εργασία δεν επιτρέπει ούτε καν ξεκούραση για την επόμενη μέρα. Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Μια παράξενη τρέλα έχει πιάσει τις εργατικές τάξεις των χωρών όπου επικρατεί ο καπιταλιστικός πολιτισμός. Μια τρέλα που επιφέρει ατομικές και κοινωνικές δυστυχίες, οι οποίες ταλαιπωρούν εδώ και δύο αιώνες την άμοιρη την ανθρωπότητα. Αυτή η τρέλα είναι η αγάπη για την εργασία, το φονικό πάθος για την εργασία, που φτάνει μέχρι την εξάντληση των ζωτικών δυνάμεων του ατόμου και των απογόνων του».

Σε αυτό που καταλήγει ο Λαφάργκ είναι πως η εργατική τάξη, αιχμάλωτη και υποταγμένη σε μία αδηφάγα αστική τάξη που διψάει για ύλη και πηγές ευδαιμονίας για να καλύψει την καλά κρυμμένη κάτω από το τραπέζι ματαιοδοξία της έχει δημιουργήσει τόσες ανάγκες που δεν υπάρχουν τόσοι αστοί για να τις καλύψουν, έτσι οι ώρες εργασίας μειώνονται και η παραγωγή οδεύει σε άλλες αγορές. Η ίδια η εργατική τάξη αποκλείεται από αυτή την καταναλωτική γιορτή λόγω των πενιχρών εισοδημάτων της, λόγω του περιορισμένου χρόνου που έχει για να αφιερώσει σε τέτοιου είδους απολαύσεις και σαφέστατα εξαιτίας της υπεροχής αυτών που με ανησυχία φοβούνται μήπως κάποια μέρα χαθεί το βασίλειο της κυριαρχίας τους και αναγκαστούν οι ίδιοι να απολέσουν τα κεκτημένα που με «κόπο» απέκτησαν πατώντας στα «πτώματα» κάποιων λιγότερο τυχερών. Γιατί όλο το μυστικό κρύβεται σε αυτή την υποκρισία της δήθεν πολιτιστικής προόδου που αυξάνει την προσφορά και την παραγωγή αγαθών και τελικά δεν υπάρχει ζήτηση ενώ η εργατική τάξη είναι αναγκασμένη να υπομένει τον φαύλο αυτό κύκλο χωρίς κανέναν λόγο και με κανένα απολύτως κέρδος για την ίδια. Και ορθώς σχολιάζει πως «η εποχή μας, λένε, είναι ο αιώνας της εργασίας και είναι, τελικά, ο αιώνας του πόνου, της φτώχειας και της διαφθοράς». Γιατί έχει αντιληφθεί κανείς, και αυτά εν έτει 1881 πόσο οδυνηρό και επώδυνο είναι αυτό το μαρτύριο και το βάσανο ενήλικες αλλά ακόμα και παιδιά να υποβάλλονται σε 12ωρη εργασία, η οποία στην πορεία γίνεται δεκάωρη, λες και αυτό αποτελεί μεγάλη κατάκτηση ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο από πύρρεια νίκη; Ωμά και χωρίς περιστροφές ο Λαφάργκ καταθέτει τα παρακάτω: «Υπάρχουν ανάμεσά τους πλήθος γυναίκες, χλωμές, σκελετωμένες, που περπατούν ξυπόλυτες μέσα στη λάσπη και που, όταν βρέχει ή χιονίζει, καθώς δεν έχουν ομπρέλες, γυρίζουν τα φουστάνια ή τα μεσοφόρια τους για να προστατέψουν το πρόσωπο και το λαιμό τους».

Θεωρώ πως δεν χρειάζεται περισσότερη ανάλυση για να κατανοήσει ακόμα και ο σημερινός άνθρωπος πως από τότε που περιγράφει αυτά τα θλιβερά ο Λαφάργκ λίγα έχουν αλλάξει στον τρόπο θέασης και αντίληψης της εργασίας. Στον δυτικό κόσμος ίσως πολλά έχουν αλλάξει από τότε, αν και ούτε αυτό είναι σίγουρο, αλλά σε χώρες αναπτυσσόμενες μόνο ανάπτυξη δεν υπάρχει, το μοντέλο υπηρετεί τους λίγους σε βάρος των πολλών. Και εδώ έρχεται ο Λαφάργκ να δηλώσει με δύναμη φωνής που είναι σαν να την ακούμε στα αυτιά μας: «Ω, αξιοθρήνητο έκτρωμα των επαναστατικών αρχών της αστικής τάξης! Ω, θλιβερό παρόν της θεάς Προόδου της! Οι φιλάνθρωποι επευφημούν ως ευεργέτες της ανθρωπότητας εκείνους που, για να πλουτίσουν τεμπελιάζοντας, δίνουν δουλειά στους φτωχούς ͘ καλύτερα να πέσει πανώλη, να δηλητηριαστούν οι πηγές, παρά να ανεγερθεί εργοστάσιο σε μια περιοχή με αγροτικό πληθυσμό».

Με αυτά τα δεδομένα και κατόπιν αυτών των αναίσχυντων συμβάντων που τον εξοργίζουν, ο Λαφάργκ με σθένος προβάλλει έναν πολύ διαφορετικό τρόπο ζωής και καταθέτει την δική του πρόταση για αποκατάσταση των αδικιών σε βάρος αυτών των υποδουλωμένων από την εργασία ανθρώπων. Προτείνει την επαναφορά στα πρότυπα της προκαπιταλιστικής περιόδου, τότε που οι άνθρωποι αποκομμένοι από την ανάγκη για ύλη ζούσαν αρμονικά και αρκούνταν να καταναλώνουν όσα παρήγαγαν υπηρετώντας τις ανάγκες τους δίχως υπερβολές, δίχως άσκοπα έξοδα, δίχως ωφελιμισμό γιατί δεν θα υπάρχει αυτή η τρέλα της παραγωγής που εξαθλιώνει, δημιουργεί σύγχρονους σκλάβους και τελικά καταστρέφει την ανθρώπινη ευδαιμονία. «»Η φύση» λέει ο Πλάτων στην κοινωνική του ουτοπία, την Πολιτεία, «δεν έπλασε κανέναν τσαγκάρη ούτε σιδερά ͘ παρόμοια επαγγέλματα εξευτελίζουν τους ανθρώπους που τα ασκούν, τους υποβιβάζουν στην κατάσταση των χυδαίων μισθοφόρων και των ανώνυμων αθλίων, που για αυτό ακριβώς στερούνται τα πολιτικά τους δικαιώματα». Ενώ ο Κικέρων ρωτά: «Τι το ευγενές μπορεί να προκύψει από ένα μαγαζί και τι έντιμο μπορεί να δώσει το εμπόριο; Καθετί που αποκαλείται μαγαζί είναι ανάξιο για έναν έντιμο άνθρωπο {…}, οι έμποροι δεν μπορούν να βγάλουν κέρδος δίχως να πουν ψέματα, και υπάρχει κάτι αισχρότερο από το ψέμα;». Και συνεχίζει ο Λαφάργκ: «Οι φιλόσοφοι αυτών των αρχαίων Πολιτειών δεν είχαν διαφθαρεί από τη χριστιανική υποκρισία και τον καπιταλιστικό ωφελιμισμό ͘ απευθύνονταν σε ανθρώπους ελεύθερους και διατύπωναν απλά τη σκέψη τους.»

Κατά τον Λαφάργκ ο άνθρωπος οφείλει να έχει τον χρόνο να σκέφτεται, να φιλοσοφεί και να μπορεί να συμμετέχει στα κοινά της Πολιτείας του, η οποία τον έχει τόσο ανάγκη απαλλαγμένος όμως από το βάσανο της εργασίας, αφήνοντας αυτή στους δούλους. Έτσι θα μπορεί να αφιερώνεται στην προσωπική του παιδεία, στον τρόπο βελτίωσης της καθημερινής ζωής της Πολιτείας του μακριά από βλαβερές υποχρεώσεις. «Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, το μεγαλύτερο επίτευγμα του Λυκούργου, «του σοφότερου των ανθρώπων», για το οποίο τον θαύμαζε η ανθρωπότητα, ήταν ότι παραχώρησε ελεύθερο χρόνο στους πολίτες της Πολιτείας, απαγορεύοντας τους να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα». Αυτή η Γη κατά τον Λαφάργκ έχει ανάγκη να αναπνεύσει, να σπάσει τα δεσμά και να απαγκιστρωθεί από την φτώχεια και την δυστυχία, απαγορεύοντας στον άνθρωπο να εργάζεται παραπάνω από τρεις ώρες την ημέρα. «Ω τεμπελιά, λυπήσου μας για την ατελείωτη δυστυχία μας! Ω τεμπελιά, μητέρα όλων των τεχνών και όλων των υψηλών αρετών, γίνε βάλσαμο για τις ανθρώπινες αγωνίες!».

«Τα φτωχά έθνη είναι τα έθνη όπου ο λαός ζει άνετα ͘ τα πλούσια έθνη είναι τα έθνη όπου ο λαός είναι συνήθως φτωχός» Ντεστί ντε Τρασί

«Στην καπιταλιστική κοινωνία, η εργασία είναι η αιτία κάθε πνευματικού εκφυλισμού και κάθε σωματικής παραμόρφωσης»

«Όλα είναι καλά εκ φύσεως, πρέπει μόνο να αποφεύγουμε την κακή χρήση τους και τις καταχρήσεις» Καρτέσιος, Τα πάθη της ψυχής


Το βιβλίο του Πολ Λαφάργκ, Το δικαίωμα στην τεμπελιά, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.