Με αφορμή την παράσταση «Ήταν όλοι τους παιδιά μου», που παρουσιάζεται στο Θέατρο Εμπορικόν σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου, είχα την χαρά να κάνω μία ωραία και ουσιαστική συζήτηση μαζί της για τους ήρωες του Μίλλερ, για την ευθύνη μας απέναντι στο κοινωνικό σύνολο, για ευτυχείς συνεργασίες, καθώς και για τα νέα παιδιά που αντιστέκονται.

«Πρέπει να βρείτε τον τρόπο και την δύναμη, ακόμη κι αν είναι δύσκολο, να αντιστέκεστε και να παλεύετε. Αν καταφέρεις να αντιμετωπίσεις τις δυσκολίες, χωρίς να χαθεί ο πυρήνας της ύπαρξής σου, δυναμώνεις. Εμένα, προσωπικά, οι δυσκολίες της ζωής με πλούτισαν ως άνθρωπο.»


– «Ήταν όλοι τους παιδιά μου»:  Ένα έργο ορόσημο για την μεταπολεμική αμερικάνικη δημιουργία αλλά και για την θεατρική γραφή του 20ου αιώνα. Εσείς πώς θα το χαρακτηρίζατε;

Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου: Καταρχήν, επειδή έχω παίξει κυρίως πιο κλασικό ρεπερτόριο –Γκολντόνι, Μολιέρο, Σαίξπηρ- ομολογώ ότι είναι μία δραματουργία την οποία πρώτη φορά πλησιάζω υποκριτικά… Πραγματικά, με έχει ξαφνιάσει ο Μιλλέρ σ’ αυτό το έργο γιατί καταφέρνει μέσα από έναν καθημερινό λόγο να αγγίξει τους χαρακτήρες, την ύβρη που διαπράττουν και την τιμωρία που θα έρθει, με όρους αρχαίας τραγωδίας. Το έργο, θίγει κατά τη γνώμη μου ένα πολύ βαθύ θέμα: την ευθύνη μας απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Είναι σημαντική η ευθύνη απέναντι στους δικούς μας ανθρώπους, σε όσους αγαπάμε και στην οικογένεια.

Τι είναι όμως οικογένεια; Οικογένεια είναι μόνο το σπίτι μας; Είναι η χώρα μας; Είναι ο κόσμος; Αυτή η μεγέθυνση των συναισθημάτων, που δεν κλείνεται σε μικροαστικές αγωνίες, με συγκινεί βαθιά. Χρειάζεται λοιπόν και ερμηνευτικά, για να προσεγγίσεις αυτά τα πρόσωπα, να απλωθείς όχι σε μικρά συναισθήματα αλλά στο μεγάλο συναίσθημα της ύβρεως και της τιμωρίας, που θα επέλθει. Οι ήρωες του Μίλλερ φτάνουν στην άβυσσο· μαζί τους και εμείς.

 Θα μπορούσατε να σκιαγραφήσετε την προσωπικότητα της ηρωίδας που υποδύεστε;

Αλ. Σ.: Η μάνα δεν συμμετέχει στην απόφαση του συζύγου της, σε σχέση με τα σκάρτα ανταλλακτικά, αλλά ενώ υποψιάζεται τι έχει συμβεί, δεν μιλάει. Κι εκεί που αποδεικνύεται πόσο μεγάλος είναι ο Μίλλερ, είναι που βάζει τον θεατή να σκεφτεί «εσύ τι θα έκανες;». Όπως καταλαβαίνεις, δεν είναι πάρα πολύ απλό να πεις «εγώ θα πήγαινα να καταδώσω τον σύζυγό μου».

Η δική μου ηρωίδα, είναι ένας πολύπλοκος ρόλος γιατί μέχρι και το τέλος του έργου, μέχρι να της παραδοθεί το γράμμα του γιου που αυτοκτόνησε, δεν θέλει να πιστέψει ότι το παιδί της έχει χαθεί και περιμένει ότι θα επιστρέψει. Κατά βάθος νομίζω, ότι δεν αντέχει να πιστέψει το παιδί της έχει σκοτωθεί γιατί αν έχει συμβεί αυτό αισθάνεται ότι είναι η τιμωρία που έρχεται για το θάνατο των άλλων παιδιών… Κάποια στιγμή λέει: «Γι’ αυτό υπάρχει θεός». Αυτό που την τρελαίνει περισσότερο είναι, πως μέσα στο σπίτι τους δεν μιλάνε ποτέ γι’ αυτό το θέμα στις πραγματικές του διαστάσεις, όλοι ζουν με ένα ζωτικό ψεύδος.

– Μ’ ένα ζωτικό ψεύδος που ζει εδώ και χρόνια ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων…

Αλ. Σ.: Ακριβώς έτσι! Ειδικά αν σκεφτείς πως, στα χρόνια της ευημερίας, οι περισσότεροι Έλληνες –δεν θα πω όλοι- ζήσανε φροντίζοντας την καλοπέραση των δικών τους και της οικογένειάς τους, πολλές φορές εις βάρος μίας ολόκληρης κοινωνίας. Από την ανικανότητα των κρατούντων, αλλά και από την δική μας σπατάλη δημόσιου πλούτου, φτάσαμε να το πληρώνουμε τώρα τόσο ακριβά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως υπάρχει μια ευθύνη του καθενός απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Το δημόσιο είναι η πατρίδα μας. Στην ουσία, τα παιδιά μας δεν τα φροντίσαμε σωστά. Εμείς οι ίδιοι τα μεγαλώσαμε με ένα ζωτικό ψεύδος ενός ψευδού πλούτου.

– Σύμφωνα με τη δική σας άποψη, ο καθένας από μας αναγνωρίζει την ευθύνη που του αναλογεί;

Αλ. Σ.: Και να μην το κάνουμε, πρέπει να το κάνουμε! Γιατί αν δεν αναγνωρίσουμε την προσωπική μας ευθύνη μας σε όλο αυτό και αύριο να μας χαρίσουν όλο μας το χρέος, πάλι στα ίδια θα φτάσουμε! Μια χώρα, η οποία δεν φροντίζει για το παρακάτω και ζει μόνο για το σήμερα, δεν μπορεί να προοδεύσει. Και το τραγικό για όλους εμάς είναι ότι οι ηττημένοι των δύο παγκοσμίων πολέμων, που ήταν οι Γερμανοί, μας έχουν καθήσει πάλι στο κεφάλι. Γιατί; Γιατί, με έναν πραγματικό –πες περίεργο ή  προτεσταντικό- τρόπο, αυτός ο λαός αγαπάει την πατρίδα του. Έχουν έναν σεβασμό σε αυτό που λέγεται «χώρα». Αυτό οφείλουμε να τους το αναγνωρίσουμε. Εμείς, δεν ξέρω γιατί, είμαστε περισσότερο της οικογένειας, του χωριού, της γειτονιάς, του εαυτού μας εν τέλει.

– Που πιστεύετε ότι οφείλεται αυτό;

Αλ. Σ.: Πραγματικά δεν μπορώ να το εξηγήσω. Δεν θυμάμαι να ήταν έτσι τα πράγματα όταν ήμουν εγώ νέα κοπέλα. Σήμερα υπάρχει μεγάλη αδιαφορία για το δημόσιο χώρο. Πιστεύω ότι έχει να κάνει με μία βαθύτερη έλλειψη καλλιέργειας, αλλά όχι με την έννοια ποιος έχει βγάλει ή όχι το Πανεπιστήμιο. Μιας βαθιάς και απλής ευγένειας που έχει εκλείψει στις μέρες μας. Μου είναι αδύνατο να καταλάβω πως προέκυψε αυτή η αυτονόητη γαϊδουριά. Συνυπάρχουμε στο δρόμο και στα ΜΜΜ με ένα είδος βιαιότητας και αγριότητας, χυδαιότητας θα έλεγα. Νομίζω ότι σήμερα, περισσότερο από όλα, λείπει η ευγένεια και η συμπάθεια· η συναίσθηση και η έγνοια του άλλου. Δεν υπάρχει μόνο το σπίτι μας, υπάρχει και ο έξω χώρος.

– Έχετε ελπίδες για το μέλλον; Ότι θα αλλάξει κάτι προς το καλύτερο;

Αλ. Σ.: Ο κόσμος αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μια πάρα πολύ επικίνδυνη στροφή. Νομίζω ότι όλη αυτή η τριακονταετία- τεσσαρακονταετία του ανείπωτου καταναλωτισμού, στην οποία έπαψαν να έχουν σημασία αρχές όπως: η καλλιέργεια, η καλοσύνη,  η γενναιοδωρία, οδήγησε σε μία αποκτήνωση των ανθρώπων. Και δεν μιλάω μόνο για την Ελλάδα αλλά για όλο τον δυτικό κόσμο, κυρίως την Ευρώπη και την Αμερική. Οι άνθρωποι απομακρύνθηκαν από την πνευματικότητα, όποια μπορεί να είναι αυτή για τον καθένα. Πολύ φοβούμαι λοιπόν για τα χρόνια που έρχονται… Τι να πω.. Εύχομαι με όλη μου την ψυχή να μην ξανασυρθούμε στην χυδαιότητα ενός παγκόσμιου πολέμου. Όλα μυρίζουν κάτι τέτοιο.

Ελπίδα βλέπω μόνο στους νέους ανθρώπους που συναντάω και συνομιλώ. Καλή ώρα και εσένα που σ’ ακούω να αγωνιάς το ίδιο. Η δουλειά μου, μου επιτρέπει να έρχομαι σε επαφή με αρκετά νέους και ταλαντούχους ανθρώπους και αυτό μου κάνει πολύ καλό.

– Όπως συμβαίνει και στο «Ήταν όλοι τους παιδιά μου»;

Αλ. Σ.: Ασφαλώς! Εγώ με τον Δημήτρη (σ.σ. Καταλειφό) είμαστε η παλιά γενιά ας πούμε αλλά ανάμεσά μας βρίσκονται παιδιά που είναι 28 και 30 ετών. Αυτά τα τέσσερα παιδιά (Γιώργος Βουρδαμής, Δανάη Επιθυμιάδη, Γιώργος Τζαβάρας και Ιωάννα Πιατά) που θα μπορούσαν να είναι παιδιά μου, έχουν πολύ μεγάλη ποιότητα, όχι μόνο ως ηθοποιοί αλλά ως άνθρωποι. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τους μεγαλύτερους. Είναι όλοι τους ένας κι ένας! Με συγκινεί και με παρηγορεί πολύ που μέσα σ’ αυτή την καταστροφή της χώρας- την ηθική και την πολιτιστική- φυτρώνουν αυτά τα παιδιά. Παρά την επικρατούσα κατάσταση και την κουλτούρα που έχει αναπτυχθεί, υπάρχουν άνθρωποι που αντιστέκονται. Σ’ αυτούς τους Έλληνες, σ’ αυτά τα νέα παιδιά ελπίζω εγώ!

– Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια και για την «συνάντησή» σας με τον Γιάννη Μόσχο και τον Δημήτρη Καταλειφό;

Αλ. Σ.: Η φετινή μου συνεργασία στο Θέατρο Εμπορικόν είναι πραγματικά ευτυχής, από κάθε άποψη! Θέλω να μιλήσω αρχικά για τον Γιάννη Μόσχο. Είναι ένας σοφός άνθρωπος, εξαιρετικά ευφυής, που ξέρει πολύ καλά τι θέλει και σε οδηγεί σε αυτό με την μεγαλύτερη ευγένεια. Με απίστευτο χιούμορ ξεπερνάει τα δύσκολα και με μεγάλη ηθική ακεραιότητα στέκεται δίπλα στους συνεργάτες του. Τον λατρεύω! Θα ήθελα πολύ να ξαναδουλέψω μαζί του.

Όσον αφορά τον Δημήτρη Καταλειφό, επίσης, χαίρομαι πάρα πολύ που τον ξανασυναντάω. Ξεκίνησα κοντά του, όταν ήμασταν παιδάκια, εγώ 25 και αυτός 28 τότε. Έπαιξα δίπλα του τον πρώτο μου πρωταγωνιστικό ρόλο, στο «Συμφορά από το πολύ μυαλό», σε σκηνοθεσία του Λευτέρη Βογιατζή. Όλα αυτά τα χρόνια λέγαμε ότι θέλουμε να δουλέψουμε μαζί και τελικά ήρθε φέτος! Δουλέψαμε επίπονα και δύσκολα κάποιες στιγμές, αλλά φτάσαμε στο αποτέλεσμα που θέλαμε. Νιώθω ότι έχω έναν σύμμαχο, έναν συνοδοιπόρο πάνω στη σκηνή και τον αγαπάω πολύ.

– Υπάρχει συνταγή για μία επιτυχημένη, καλλιτεχνικά, συνύπαρξη;

Αλ. Σ.: Να αντέχεις τους ανθρώπους! Εγώ θεωρώ ότι πρέπει να τους αγαπάς, με τα καλά τους και τα κακά τους. Αν δεν μπορείς όμως να τους αγαπάς, πρέπει να τους αντέχεις, να τους συμπονάς. Το θέατρο είναι πληθυντική τέχνη, μόνος σου δεν γίνεται. Είμαστε πολλοί, δεν είναι μόνο όσοι βρίσκονται μπροστά. Είμαι ευτυχής για όλους αυτούς που βρίσκονται εκεί για να παίξω εγώ με όσο το δυνατόν καλύτερες συνθήκες. Είμαι ευτυχής που υπάρχουν τα Αθηναϊκά Θέατρα. Σε μία τέτοια εποχή, παρά τον ορυμαγδό, κάποιοι άνθρωποι ποντάρουν τα λεφτά τους στο θέατρο και τους εύχομαι πραγματικά να πηγαίνουν καλά.

– Αλήθεια, πώς αντικρίζετε το πληθωρικό θεατρικό τοπίο της Αθήνας;

Αλ. Σ.: Είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν πολλές καλές παραστάσεις και πολλοί ταλαντούχοι άνθρωποι που παλεύουν να κάνουν κάτι σε υπερβολικά δύσκολες συνθήκες. Το τραγικό όμως είναι ότι, με την πληθώρα των Δραματικών Σχολών βγαίνουν άπειροι ηθοποιοί κάθε χρόνο. Ανάμεσα σ’ αυτά τα πλάσματα, σίγουρα όσα έχουν ιδιαίτερη αντοχή –γιατί το ταλέντο δεν αρκεί- θα μείνουν. Χρειάζονται όμως πολλαπλές ικανότητες για να αντέξεις αυτή τη δουλειά: ψυχικό και ηθικό σθένος, σωματική και ψυχική υγεία. Εύχομαι και πιστεύω ότι τα παιδιά που έχουν αυτές τις ικανότητες θα βρουν τον τρόπο.

Κακά τα ψέματα όμως, συντηρείται ένα ζωτικό ψεύδος από πάρα πολύ κόσμο, ότι είμαστε ηθοποιοί. Λυπάμαι πολύ που το λέω αλλά δεν μπορούν να «εκφραστούν» τόσοι καλλιτέχνες- ηθοποιοί στη χώρα μας, δυστυχώς δεν το σηκώνει. Κάποιοι βγάζουν το ψωμί τους εις βάρος νέων παιδιών και είναι κρίμα (φυσικά δεν αναφέρομαι σε όλες τις Δραματικές Σχολές υπάρχουν και εξαιρέσεις). Ένα τελευταίο θα πω: Οχτώ παιδιά τελειώσαμε το 1983 τη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Πόσα έχουμε μείνει στο θέατρο; Δύο ή τρία. Και ήταν μία τάξη ζηλευτή.

– Κλείνοντας, ας επιστρέψουμε στο «Ήταν όλοι τους παιδιά μου». Τι κρατάτε από αυτή η δουλειά;

Αλ. Σ.: Αυτό που διαπιστώνω και θέλω να το κρατήσουμε τους μήνες που έρχονται είναι ότι λειτουργούμε σαν μια ορχήστρα, σαν ένα ανσάμπλ. Με έναν μαγικό τρόπο, εννέα άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών και διαφορετικής εμπειρίας, υπό την διδασκαλία του Γιάννη Μόσχου, συνθέτουν ένα αρμονικό σύνολο. Αυτή η συνείδηση του «είμαστε μαζί, συνοδοιπόροι, συνένοχοι σε ένα κοινό στοίχημα», παίζοντας ο καθένας όσο μπορεί καλύτερα την «παρτιτούρα» του, πιστεύω ότι βγάζει τη δύναμη και τη συνοχή της παράστασης. Εύχομαι αυτό να το αντιληφθεί και ο κόσμος που θα έρθει να μας δει.


Διαβάστε επίσης:

Ήταν όλοι τους παιδιά μου στο Θέατρο Εμπορικόν | Από 11 Οκτωβρίου 2017 (2ος χρόνος)