Ο  Χρήστος Γιαννάκενας με το πρώτο του αυτό βιβλίο θέλησε να τιμήσει το είδος λογοτεχνίας που προτιμά ο ίδιος ως αναγνώστης, το αστυνομικό μυθιστόρημα. Το βιβλίο του «Αίμα στις στάχτες» μοιάζει να αποτελεί ένα εκτενές ερωτικό γράμμα στο νουάρ, γεμάτο με σχετικές αναφορές, που παραμένει πιστό στα χαρακτηριστικά του είδους. Ο πρωταγωνιστής του Δημήτρης Κανιάρης θα βρεθεί απροσδόκητα μπλεγμένος σε μια υπόθεση, μετά από μια περίεργη συνάντηση με την πρώην του. Σε μια μουντή Αθήνα και αργότερα εκτός αυτής, θα ξετυλιχτεί ένα παράδοξο ανθρωποκυνηγητό, όπου τα αουτσάιντερ θα κάνουν τη διαφορά.


-Είστε περιτριγυρισμένος εδώ και πολλά χρόνια από βιβλία, όχι μόνο επειδή είστε φανατικός αναγνώστης, αλλά και γιατί εργάζεστε σε βιβλιοπωλείο. Συνετέλεσε η συνθήκη αυτή στην απόφασή σας να γράψετε μία ολοκληρωμένη ιστορία και να επιδιώξετε την έκδοσή της;

Η πρώτη μου επαφή με το βιβλίο ήρθε μέσω της οικογένειάς μου, καθώς έχουμε τεράστιες βιβλιοθήκες και ο πατέρας μου το δικό του βιβλιοπωλείο. Εκεί έκανα και την αρχή μου δουλεύοντας από ανάγκη αρχικά, όμως κατέληξα να αγαπώ τον χώρο του βιβλίου με τα καλά και τα στραβά του, αναγνωρίζοντας την τεράστια σημασία που έχει για την διάδοση των γραμμάτων και την καλλιέργεια του πνεύματος. Παρ’ όλα αυτά, η απόφαση να γράψω ήταν αποτέλεσμα τεράστιας ζύμωσης μιας βαθύτερης ανάγκης που είχα από μικρός να διηγούμαι ιστορίες στους άλλους. Βέβαια δεν ήξερα πώς θα το πετύχω, οπότε ξεκίνησα με την ελπίδα να γίνω σκηνοθέτης και το χόμπι να σχεδιάζω κόμιξ. Η ζωή, ασφαλώς, είναι τουλάχιστον απρόβλεπτη και στο τέλος συνειδητοποίησα πως η λογοτεχνία αποτελεί το κλειδί για την απελευθέρωση της φαντασίας ενός αφηγητή, το μέσο που μπορεί να οδηγήσει τον καθένα μας σε ανεξερεύνητα μονοπάτια και να δώσει σε κάθε αποδέκτη μια ξεχωριστή εμπειρία.

-Πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο σας βιβλίο, ένα σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα, με τίτλο «Αίμα στις στάχτες», από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Σε αυτό, πρωταγωνιστεί ο Δημήτρης Κανιάρης, ο οποίος είναι μόλις είκοσι τεσσάρων ετών, άπειρος, με τραυματικές εμπειρίες και με ασταθή ψυχική υγεία. Τι σας ώθησε να δημιουργήσετε έναν τέτοιο ήρωα;

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, το «Αίμα στις στάχτες» δεν υπήρχε περίπτωση να δουλέψει έστω και σαν προσχέδιο μυθιστορήματος αν ο πρωταγωνιστής ήταν ένας έμπειρος σαραντάρης αστυνομικός, κι ας είχε τα τραύματα και την ψυχική αστάθεια που στην σύγχρονη αστυνομική πεζογραφία καταλήγουν κλισέ. Με έναν τέτοιο ήρωα δεν θα μπορούσα να ταυτιστώ ο ίδιος, αλλά και εκείνος δεν θα μπορούσε να συμβαδίσει με τους προβληματισμούς και τον τρόπο που σκέφτομαι εν γένει. Άλλωστε, οι ήρωες που πλάθουμε δεν είναι παρά δικά μας δοχεία, τα οποία εκφράζουν τους βαθύτερους φόβους ή πόθους, την σκοτεινή και την φωτεινή μας πλευρά. Έτσι πολλά από τα στοιχεία που χτίσανε τον Δημήτρη βασίστηκαν σε δικά μου στοιχεία, όπως για παράδειγμα τα μουσικά του ακούσματα, η ηλικία και το χιούμορ του. Κατά βάση, όμως, αυτός ο ήρωας χτίστηκε με τον απώτερο σκοπό της απεικόνισης ενός ήρωα ανθρώπινου και τσαλακωμένου, παιδί μιας γενιάς καταθλιπτικών χωρίς πυξίδα, ενός λούζερ ο οποίος όμως πηγαίνει ενάντια στα προγνωστικά και δεν τα παρατάει, σκέφτεται έξω από το κουτί και μπορεί να κάνει την ανατροπή και να τινάξει τα πάντα στον αέρα.

-Ο χαρακτήρας σας παρουσιάζεται περιτριγυρισμένος από αστυνομικά μυθιστορήματα, ενώ οι αναφορές σε ιστορίες, χαρακτήρες και συγγραφείς δε σταματούν ποτέ. Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας ορισμένες από τις βασικές σας επιρροές και να μας μιλήσετε για την επιλογή να τις εντάξετε στο κείμενο σας;

Αγαπώ πολύ το αστυνομικό αφήγημα και δεν μπορώ να μην ξεχωρίσω μερικούς από τους καλύτερους κι αγαπημένους μου, κυρίως όμως αυτούς που έπαιξαν σημαντικότερο ρόλο στην διαμόρφωση του προσωπικού μου ύφους. Από ξένους συγγραφείς θα ξεχώριζα τους Raymond Chandler, James Crumley, Jean-Patrick Manchette, Paco Ignacio Taibo II και Adrian McKinty, ενώ από Έλληνες συγγραφείς θα επέλεγα με δυσκολία τους Γρηγόρη Αζαριάδη, Δημήτρη Μαμαλούκα, Δώρο Αντωνιάδη, Μίνω Ευσταθιάδη και Σέργιο Γκάκα, καθώς υπάρχουν πολλές σημαντικές ελληνικές πένες που αξίζουν την προσοχή μας. Από αυτούς τους παραπάνω έκλεψα πολλά μικρά στοιχεία πέρα από την έμπνευση, οπότε μέσα σ’ όλα δημιούργησα έναν ήρωα που τους αγαπά και τους έχει στη βιβλιοθήκη του, σα μικρό φόρο τιμής κι ευγνωμοσύνης απέναντι στα τόσα μεγάλα ταλέντα.

-Ο άλλος μεγάλος πρωταγωνιστής της ιστορίας σας είναι η μουσική. Ποια θεωρείται πως είναι η συμβολή των μουσικών ακουσμάτων στη ψυχογραφία του χαρακτήρα σας;

Ο Δημήτρης Κανιάρης, όπως θα καταλάβετε από την πρώτη σελίδα, ακούει σκληρή μουσική. Metal και rock παρελαύνουν στις σελίδες όσο τα ακούει στον δρόμο, το σπίτι ή το αμάξι, ενώ σ’ ένα κομβικό σημείο νιώθει λες και πλέει στις νότες των Pink Floyd, του κοινού μας αγαπημένου σόλο. Αυτό που είναι σημαντικό για μένα είναι πως η μουσική δεν είναι ένα κοινό jukebox που χρησιμοποιώ για να δείξω πως ξέρω μπάντες και καλλιτέχνες. Όταν παίζει κάποιο τραγούδι ο Δημήτρης αλληλεπιδρά μαζί του, ενώ υπάρχουν και στιγμές που επιλέγει τραγούδια που απεικονίζουν αυτά που νιώθει. Είναι θυμωμένος και βάζει Meshuggah, ακούει Guns’n’Roses και δυσανασχετεί, νιώθει χαμένος και βάζει Tool για να βρει τον δρόμο του. Και όταν παίζουν οι Rage Against the Machine όλοι ξέρουμε πως πλέον μπήκε σε μια τροχιά που δεν έχει επιστροφή.

-Η αφήγησή σας είναι βαθιά ριζωμένη στην ελληνική πραγματικότητα. Γιατί επιλέξατε να εστιάσετε στη δική μας κοινωνία και στα κακώς κείμενά της;

Για μένα δεν ήταν ζήτημα επιλογής, καθώς πιστεύω ακράδαντα πως το νουάρ μυθιστόρημα είναι το κοινωνικό μυθιστόρημα της εποχής μας, καθώς μέσω αυτού δίνεται η δυνατότητα να θιχτούν σοβαρά ζητήματα με το περίβλημα μιας περιπετειώδους ιστορίας μυστηρίου. Και, κακά τα ψέματα, η ελληνική πραγματικότητα είναι γεμάτη σκοτεινές γωνίες που φτάνουν μέχρι και σήμερα, σκάνδαλα διαφθοράς και πλήθος ανεξιχνίαστων και ανεπίλυτων εγκλημάτων που αγγίζουν κάθε εξουσία. Έτσι, ο συγγραφέας οφείλει να έχει άμεση επαφή με το περιβάλλον του και να ερευνά την καθημερινότητά του προσπαθώντας να εκμαιεύσει τα αντικειμενικότερα πιθανά συμπεράσματα. Ο δε ήρωας μιας τέτοιας ιστορίας οφείλει να είναι μέρος αυτού του κόσμου, να τον παρατηρεί και να τον σχολιάζει προσπαθώντας να βρει ο ίδιος την θέση του μέσα σ’ έναν βρώμικο κόσμο, συχνά αντιδρώντας στο κακό που συναντάει στην εκάστοτε ιστορία με στόχο να επαναφέρει μια τρόπον τινά ισορροπία, κι ας ξέρει πως το κακό έχει το σώμα της Λερναίας Ύδρας.

-Εντύπωση προκαλούν οι αληθοφανείς περιγραφές σας γύρω από τα όπλα και τη χρήση τους. Προηγήθηκε κάποια σχετική έρευνα από πλευράς σας και αν ναι, γιατί δώσετε βάση σε αυτήν την πτυχή;

Όταν βλέπεις πολλές ταινίες, παίζεις βιντεοπαιχνίδια και διαβάζεις κατά κόρον αστυνομική λογοτεχνία δεν μπορείς να πεις πως η σχέση σου με τα όπλα είναι μηδαμινή. Όμως σε ένα ρεαλιστικό βιβλίο πρέπει να υπάρχουν και ρεαλιστικές περιγραφές, οπότε η έρευνα είναι απαραίτητη. Δεν μπορείς να αποκαλέσεις περίστροφο ένα Glock (το κατεξοχήν όπλο που χρησιμοποιεί η αστυνομία παγκοσμίως), όπως επίσης δεν μπορείς να δώσεις στον ήρωα ένα πιστόλι με ατελείωτες σφαίρες, ειδικά όταν ο μέσος γεμιστήρας φέρει μέχρι δώδεκα φυσίγγια, ή ακόμα και να τραυματίσεις κάποιον ελαφρά με σκάγια καραμπίνας, καθώς ένα τέτοιο τραύμα μπορεί εύκολα να αποβεί μοιραίο στον πραγματικό κόσμο. Με το να γράφεις για τα όπλα ρεαλιστικά, όμως, καταφέρνεις να πείσεις τον αναγνώστη πως αυτό που διαβάζει δεν είναι ένα απλό μύθευμα, όπως επίσης και να του υπενθυμίσεις πως τα όπλα δεν παύουν να είναι φονικές μηχανές που σε κάθε χέρι μπορούν να είναι εξίσου επικίνδυνες.

-Ο Κανιάρης παρουσιάζεται να περιφέρεται στον αστικό ιστό της Αθήνας, σχολιάζοντας τα γκράφιτι, τη πολεοδομία, τα σκουπίδια γύρω του. Από το κυνικό του βλέμμα δε γλιτώνει ούτε η Ακρόπολη, την οποία χαρακτηρίζει «ερείπιο στο βάθος». Εσάς ποια είναι η σχέση σας με την πόλη;

Είμαι παιδί της Αθήνας, οπότε μου είναι δύσκολο να σταματήσω να την αγαπάω. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός πως αγαπάμε κάποιον δεν πρέπει να στέκεται εμπόδιο στο να τον βλέπουμε ακριβώς γι’ αυτό που είναι. Η Αθήνα είναι μια γοητευτική πόλη, όμως εμείς, οι κάτοικοί της, δεν την σεβόμαστε και αφήνουμε τα σκουπίδια της να σαπίζουν στους πιο πολυσύχναστους δρόμους, όπως επίσης και δεν έχουμε κάνει πολλά για να διατηρήσουμε -καθαρό, έστω- αυτό το τεράστιο μνημείο που λέμε Ακρόπολη. Δυστυχώς είμαστε ένας λαός που εμμένει στην πολιτιστική του κληρονομία χωρίς να φροντίζει στο ελάχιστο να την συντηρεί και να την διευρύνει, με ένα καλό παράδειγμα τον Παρθενώνα και ένα ακόμα οδυνηρότερο αυτό της προδομένης μας δημοκρατίας. Αλλά, όπως είπα και νωρίτερα, δεν μπορώ να σταματήσω να αγαπώ αυτή την πόλη, ούτε θα σταματήσω να γράφω για το πραγματικό της πρόσωπο.

-Να περιμένουμε σύντομα το επόμενο βιβλίο σας; Μήπως πρόκειται να δούμε τα επόμενα βήματα του Δημήτρη Κανιάρη και να μάθουμε ακόμα περισσότερα για το παρελθόν του;

Η συνέχεια της ιστορίας του Δημήτρη Κανιάρη θα έρθει κάποια στιγμή, όμως από τη στιγμή που δεν έχω καταλήξει σε κάποια ιστορία δεν μπορώ να πω πως θα τον δούμε πολύ σύντομα. Υπάρχουν κάποιες ιδέες και πολλές επιθυμίες για να βουτήξω στο παρελθόν και τις σκέψεις του ήρωα, ενώ σκοπεύω να επαναφέρω και να διευρύνω το ρόλο μερικών αγαπημένων μου χαρακτήρων της ιστορίας. Ξέρω πάντως πως οι εκδόσεις Μεταίχμιο θα είναι δίπλα μου και στο επόμενο αυτό βήμα, όποτε και να είναι να έρθει.

Διαβάστε επίσης:

Αίμα στις στάχτες: Το πρώτο βιβλίο από τον Χρήστο Γιαννάκενα και τις εκδόσεις Μεταίχμιο