Από τη Μαριάννα Γεωργούλη

Ήταν 18 Φεβρουαρίου του 1931 όταν, στο Οχάιο των Ηνωμένων Πολιτειών, ξεκίνησε η ιστορία της Κλόε Φούφορντ, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα. Κανείς δεν μπορούσε τότε να φανταστεί ότι αυτή θα ήταν μόνο η αρχή πολλών ακόμη ιστοριών. Ιστοριών που θα διαβάζονταν από εκατομμύρια κόσμο και θα της χάριζαν, μεταξύ πολλών άλλων βραβείων, το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1993 – το πρώτο Νόμπελ που δόθηκε ποτέ σε Αφροαμερικανίδα/Αφροαμερικανό συγγραφέα.

Το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά, η Μόρισον μεγάλωσε σε μια οικογένεια με πολλή αγάπη, με γονείς που είχαν μεταναστεύσει από τον αγροτικό αμερικανικό νότο και ανήκαν στην εργατική τάξη. Στα 12 χρόνια της βαφτίστηκε χριστιανή και πήρε το Άντονι ως δεύτερο όνομα. Από εκεί προέκυψε και το ‘Τόνι’ με το οποίο αργότερα θα υπέγραφε τα βιβλία της.

Οι γονείς της τη μεγάλωσαν με παραδοσιακά αφροαμερικάνικα λαϊκά παραμύθια και τραγούδια, εμφυσώντας της έτσι την αγάπη για τις παραδόσεις, την ταυτότητα, τη μουσική και τη γλώσσα τους. Η ίδια αγαπούσε πολύ το διάβασμα από μικρή. Έτσι, οι σπουδές της στις ανθρωπιστικές επιστήμες στo πανεπιστήμιo Howard με ειδίκευση στην αγγλική γλώσσα και λογοτεχνία και το μεταπτυχιακό της στο Cornell με ερευνητικό θέμα την αυτοκτονία στα έργα των Γουίλιαμ Φώκνερ και Βιρτζίνια Γουλφ, ήρθαν κάπως ως φυσικό επακόλουθο. Η Μόρισον μίλησε για όλες τις πτυχές της αφροαμερικανικής εμπειρίας, με τα όπλα που της έδινε η θέση της εντός αυτής της κουλτούρας και το προσωπικό της βίωμα. Όπως, για παράδειγμα, το ότι, όταν εκείνη ήταν σχεδόν δύο χρονών, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που έμεναν έβαλε φωτιά στο σπίτι επειδή οι γονείς της αδυνατούσαν να πληρώσουν το ενοίκιο.

To 1958 παντρεύτηκε τον Χάρολντ Μόρισον, οπότε και πήρε το επίθετο με το οποίο θα γινόταν γνωστή ως συγγραφέας. Ο γάμος τους έληξε το 1964 και εκείνη θα μεγάλωνε τα δυο τους παιδιά ως μόνη μητέρα.

Το προσωπικό βίωμα που γέννησε τη λογοτεχνία των μπλουζ

Βυθισμένη ήδη στα βιβλία άλλων ως επιμελήτρια αλλά και ως λέκτορας στο πανεπιστήμιο, πρόσφατα χωρισμένη με δύο μικρά παιδιά που μεγάλωνε μόνη, και ζώντας σε μια μικρή πόλη που δεν της άρεσε, η Μόρισον βίωνε τότε μια περίοδο θλίψης και μοναξιάς. Η ίδια, όπως έχει πει σε συνεντεύξεις της, επέλεγε να γεμίσει την περίοδο αυτή όχι με πάρτυ αλλά με λογοτεχνία, στριμώχνοντάς την στις βραδινές ώρες που τα παιδιά της κοιμούνταν. Είχε τότε ανάγκη να διαβάσει για ανθρώπους σαν την ίδια. Κάπως έτσι, ξεκίνησε να γράφει το πρώτο της βιβλίο, «Γαλάζια μάτια», παρακινούμενη από την ανάγκη της ως αναγνώστριας να διαβάσει μια τέτοια ιστορία. Όπως λέει χαρακτηριστικά, μία μαύρη μικρή ηρωίδα δεν υπήρχε έως τότε στη λογοτεχνία – σίγουρα όχι ως κεντρική φιγούρα. Στα βιβλια που διάβαζε εκείνα τα χρόνια, ένιωθε τον αφηγητή να απευθύνεται σε κάποιον άλλον και όχι στην ίδια· να την προσπερνάει.

Photograph by Bruce Gilbert

Εκείνη όμως ήθελε να διαβάσει μια ιστορία που να δείχνει πώς ο ρατσισμός πραγματικά πονάει και μπορεί να σε καταστρέψει. Δεν είχε σκοπό να δημοσιεύσει αυτό το βιβλίο, γι’αυτό και το γράψιμό του της πήρε πέντε χρόνια: γιατί το έβλεπε ως μια άσκηση στην ίδια την τέχνη της ανάγνωσης. Όπως τόνιζε, άλλωστε, ήταν πρωτίστως μια απαιτητική και παθιασμένη αναγνώστρια και από εκεί προέκυψε η επιθυμία της να γράψει κάτι αρκετά καλό για να το διαβάσει η ίδια. Ήθελε αυτό που κατάφερναν οι μαύροι με τη μουσική των μπλουζ, να μιλήσουν δηλαδή για τους ίδιους, τη ζωή τους, την κουλτούρα και τις εμπειρίες τους, να το καταφέρει η ίδια με τη λογοτεχνία, ξεκινώντας με την πρώτη ηρωίδα της, την Πέκολα, που ευχόταν να έχει μπλε μάτια κατά το πρότυπο της λευκής ομορφιάς.

H Μόρισον είχε μοιραστεί πως γράφοντας προσπαθούσε πάντα να διασφαλίσει ότι σε κανένα βιβλίο της οι λευκοί δε θα ήταν κυρίαρχοι στην αφήγηση, όπως ήταν η κοινή πρακτική τότε. Όπως λέει, οι Αφρικανοί συγγραφείς τη βοήθησαν πολύ σ’αυτήν την κατεύθυνση, αφού γι’αυτούς η φυλή τους – οι ίδιοι δηλαδή – ήταν στο κέντρο του κόσμου τους, άρα και των ιστοριών τους· δεν αποτελούσαν μειονότητα σε μια χώρα, και κανείς δε θα μπορούσε να τους ρωτήσει γιατί δε γράφουν περισσότερο για λευκούς ήρωες, όπως κάποτε ρώτησε την ίδια τη Μόρισον μια δημοσιογράφος. Τη βοήθησαν δηλαδή στο να βρει τη δική της γλώσσα, εκείνη με την οποία θα μπορούσε επιτέλους να μιλήσει για τον εαυτό της αλλά και τους ανθρώπους της ως αυθύπαρκτες και όχι περιφερειακές υπάρξεις. Ήταν με αυτήν τη γλώσσα που ήθελε να απαντήσει στα ερωτήματα που την ταλάνιζαν. Και από αυτά τα ερωτήματα ξεκινούσε για να γράψει, αισθανόμενη ότι γράφοντας έβαζε τάξη στο χάος του κόσμου που την περιέβαλλε. Το γράψιμο ήταν η ζωή της. Ήταν ο τρόπος να στέκεται απέναντι στη συμφορά του κόσμου και να σκέφτεται το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον με τον τρόπο που η ίδια θα επέλεγε. Αυτός ήταν ο δικός της κόσμος.

Tα μυθιστορήματα της Μόρισον είναι πολυφωνικά. Δίνουν φωνή σε παιδιά, γυναίκες και άντρες, ακόμα και σε φαντάσματα. Όλες οι σκληρές αλήθειες της καθημερινότητας είναι εκεί, όπως άλλωστε γινόταν πρώτα με τα μπλουζ τραγούδια. Οι αλήθειες όμως αυτές είναι συνυφασμένες με το μύθο, τη μαγεία, τη φαντασία, τα πνεύματα, ακόμα και τiς δεισιδαιμονίες της παράδοσης που κληρονόμησε η Μόρισον. Όλα όσα αποτελούσαν παράδοση και πατρογονική κουλτούρα και ρούφηξε ως παιδί, λέει σε μία από τις αφοπλιστικές συνεντεύξεις της, έπρεπε να τα αμφισβητήσει και να τα απορρίψει κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής της. Ό,τι θα μάθαινε στο σχολείο και το πανεπιστήμιο ήταν ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος. Κι όμως, όσα κληρονόμησε από την αφροαμερικανική κουλτούρα βρήκαν έπειτα το δρόμο τους στα βιβλία της και έχουν συχνά δομικό ρόλο σε αυτά.

Το φάντασμα για παράδειγμα της νεκρής κόρης στην «Αγαπημένη» δεν είναι απλά απομεινάρι από τις ιστορίες φαντασμάτων που άκουγε ως παιδί, αλλά παραπέμπει και στη μνήμη, την ιστορία που πάντα σε ακολουθεί: το παρελθόν των προγόνων και της εμπειρίας της σκλαβιάς, που είναι πάντα παρόν και διαμορφώνει το “τώρα” μιας ολόκληρης φυλής. Η δουλεία, και όσα άφησε στο πέρασμά της, είναι συνεχώς παρούσα. Όπως έχει πει η ίδια, δεν ήθελε να γράφει απλά και μόνο επειδή μπορούσε, ούτε ήθελε να γράφει περισσότερο· αυτό που ήθελε είναι να γράφει έργα που να σημαίνουν και να λένε περισσότερα, για το παρελθόν αλλά και για το παρόν των Αφροαμερικανών, για τη θέση τους στην κοινωνία.

Photograph by Timothy Greenfield-Sanders

Αλκοολισμός, βιασμοί, αιμομιξία, δολοφονίες σφραγίζουν τις ιστορίες της. Παράλληλα όμως, η βαθιά τρυφερότητα, η καλοσύνη και η αγάπη έχουν κεντρικό ρόλο στο έργο της Μόρισον που ήθελε να ωθεί τους ήρωες της στο να αναζητήσουν την καλύτερη εκδοχή του εαυτού τους· αφού βέβαια πρώτα θα έρχονταν σε σύγκρουση με την ταυτότητά τους: ποιοι είναι, ποιος ο ρόλος τους στη ζωή, πώς σχετίζονται με τους άλλους. Μια σύγκρουση που ίδια παραδέχτηκε πως βίωσε από πρώτο χέρι εκείνη την περίοδο της μοναξιάς που την ώθησε στο να γράψει, ερχόμενη για πρώτη φορά αντιμέτωπη με τον ίδιο της τον εαυτό. Και όπως είχε πει, είναι απαραίτητη αυτή η διαδικασία προκειμένου να φτάσει κανείς σ’αυτό που ονομάζουμε ‘ενηλικίωση’.

Ο ρόλος της μουσικής στα έργα της

Η Μόρισον είχε μιλήσει πολλές φορές για τη μουσική ως αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινότητάς της ως παιδιού. Όπως έλεγε, η μουσική για την οικογένειά της δεν ήταν απλώς ψυχαγωγία. Ξυπνούσε το πρωί με τη φωνή της μητέρας της και από αυτήν τη φωνή καταλάβαινε τη διάθεσή της. Οι δικοί της έπαιζαν μουσική κι ας μην ήξεραν να τη διαβάζουν. Ήταν ο τρόπος να επιβιώσουν, να δώσουν φωνή σε όσα βίωναν, να συνδεθούν μεταξύ τους, τότε που δεν είχαν ραδιόφωνο ή τηλεόραση. Από τα σπιρίτσουαλς και τα γκόσπελ έως τα μπλουζ και την τζαζ, οι Αφροαμερικανοί αναζητούσαν στη μουσική ανακούφιση και λύτρωση από την σκλαβιά, τη σκληρή εργασία, το ρατσισμό και τις διακρίσεις που βίωναν, ενώ παράλληλα εξέφραζαν τις αγωνίες αλλά και τις ελπίδες τους .

Αυτή η παράδοση επηρέασε ανυπολόγιστα τη Μόρισον, όχι μόνο στον τρόπο που έγραφε τα μυθιστορήματά της (προφορικότητα, επαναληπτικότητα, χαλαρότητα στην οργάνωση, αντιστίξεις, ριφ) αλλά και στο συναίσθημα που ήθελε να προκαλέσει στον αναγνώστη: αναστάτωση των αισθήσεων, συγκίνηση, ενσυναίσθηση, αναγνωστική συμμετοχή (με τον ίδιο τρόπο που συμμετέχει κανείς σε μια εκκλησιαστική λειτουργία).

«Η Τόνι Μόρισον γράφει σαν να τραγουδάει το συναισθηματικό διφορούμενο. Η λογοτεχνική της κλίμακα είναι blue: αγνοεί την αδρή αντίθεση μειζόνων και ελασσόνων τρόπων, την απλησίαστη απόσταση που χωρίζει έξαρση και καταβύθιση.» έχει γράψει η Κατερίνα Σχινά, που έχει μελετήσει σε βάθος και μεταφράσει με αξιοσημείωτη φροντίδα το έργο της Μόρισον. Όπως και στα blues, η ιστορία δεν εκτυλίσσεται γραμμικά, αλλά οι συνειρμοί ή η μνήμη μάς μεταφέρουν από το ένα σημείο στο άλλο, πάμε εμπρός και ξανά πίσω. Κυριαρχεί η πολυφωνία, το μικρόφωνο αλλάζει χέρια.

Aπό όλα τα βιβλία της, ίσως το πιο μουσικό είναι το «Τζαζ», που δημοσιεύτηκε το 1992 και γράφτηκε σύμφωνα με τις αρχές του ομώνυμου είδους μουσικής. ‘Τζαζ’ σημαίνει πειραματισμός με τη φόρμα, απόρριψη των παραδεδομένων συμβάσεων. Ο όρος φέρει πάντα πάνω του «κάτι το παράνομο» όπως έχει πει η ίδια. Η Μόρισον εδώ οικειοποιείται τα μέσα της μουσικής, με την οποία μεγάλωσε, και τα μεταφέρει στη λογοτεχνία. Η ιστορία του έργου, η βασική θεματική, δίνεται από την αρχή του έργου, όπως και σε ένα τζαζ κομμάτι, και πάνω σε αυτόν τον άξονα ξεδιπλώνονται στη συνέχεια οι λεπτομέρειες του έργου. Αυτοσχεδιασμοί, επίκληση και απόκριση, εναλλαγή ρυθμού, επαναλήψεις, συγκοπές, προφορικότητα, γλώσσα που να ρέει αβίαστα, σχεδόν αυτοσχεδιαστικά. Η αίσθηση ότι δεν υπάρχει τέλος, ότι η ιστορία μένει ανοιχτή για να διαγράψει νέους κύκλους.

Photograph by Chad Batka

«Ανθρωπε των μπλουζ. Μαύρε και μπλουζίστα. Μαύρε και γι’ αυτό άνθρωπε των μπλουζ» είναι ένα χαρακτηριστικό ριφ – δηλαδή επαναλαμβανόμενη φράση που επανέρχεται, όπως σε ένα τζαζ κομμάτι, για να διατηρήσει τη συνοχή στην αποσπασματική αφήγηση.

«Αγαπημένη»

Θα δανειστώ τον τίτλο ενός από τα πιο σπουδαία και δημοφιλή έργα της –που της χάρισε μάλιστα το βραβείο Πούλιτζερ– για να κλείσω την αναφορά μου στην αγαπημένη Τόνι Μόρισον. Αυτή η σπουδαία συγγραφέας, από τον Αύγουστο του 2019, δε βρίσκεται πια ανάμεσά μας. Όμως, όπως η ηρωίδα της, θα συνεχίσει να επανέρχεται σαν μια άλλη ‘αγαπημένη’ με τα κείμενά της στις ζωές μας κι εμείς θα τα σιγοτραγουδάμε μαζί της. Η ιστορία άλλωστε δείχνει πως ο αγώνας της να δώσει φωνή στους Αφροαμερικανούς πολίτες και να καταγγείλει την αέναη αδικία σε βάρος τους, παραμένει επίκαιρος. Και θα παραμένει όσο η λέξη ‘φυλή’ παραπέμπει σε συγκεκριμένο χρώμα, όσο η αξία της ζωής μικραίνει καθώς το χρώμα του δέρματος σκουραίνει, όσο απαιτείται να συνεχίζουμε να υπενθυμίζουμε πως “Black Lives Matter”.

Εκτός από τα κείμενά της, είμαστε τυχεροί που έχουμε ως παρακαταθήκη τις –ευτυχώς αρκετές– συνεντεύξεις και διαλέξεις της, για να μπορούμε να την ακούμε να μιλάει με τον πιο απλό, ανθρώπινο τρόπο για τα πιο θεμελιώδη ζητήματα της ζωής. Και να βλέπουμε την ευαίσθητη ματιά της να μας διδάσκει τι σημαίνει δύναμη, κατανόηση, ενσυναίσθηση και να μας προτρέπει να γίνουμε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας – όπως η ίδια προέτρεπε τους ήρωές της.

Τα βιβλία της Τόνι Μόρισον επανακυκλοφορούν στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος σε μεταφράσεις της Κατερίνας Σχινά.

Πληροφορίες και φωτογραφίες από: Wikipedia, The Books’ Journal, Los Angeles Times, Charlie Rose Youtube Channel, The Foreigner’s Home, The New York Times

Κεντρική φωτογραφία θέματος: Timothy Greenfield-Sanders