Το έργο – Περίληψη

Το Όνειρο ενός γελοίου περιλαμβάνεται στο «Ημερολόγιο ενός Συγγραφέα» μαζί με άλλες σύντομες ιστορίες. Γραμμένο το 1877, λίγα χρόνια πριν το θάνατο του ίδιου του συγγραφέα, και σύγχρονο σχεδόν των Αδελφών Καραμαζώφ, η σύντομη αυτή ιστορία δίνει την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο ήρωας είναι ο πιο γελοίος άνθρωπος. Είναι, όπως ομολογεί ο ίδιος, ο πιο ειδικός για να απαντήσει σε οτιδήποτε σχετίζεται με την γελοιότητα. Ο γελοίος όμως αυτός άνθρωπος έρχεται πολύ σύντομα αντιμέτωπος με την συνειδητοποίηση ότι η ζωή δεν έχει σημασία και έτσι αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Και ενώ έχει λάβει την απόφασή του, η παρουσία ενός μικρού κοριτσιού που κλαίει και του ζητάει βοήθεια, επειδή κάτι έχει συμβεί με τη μητέρα του, τον διακόπτει. Ενοχλημένος από αυτή την παρέμβαση, χτυπάει το πόδι του κάτω και διώχνει την μικρή, μολονότι καταλαβαίνει ότι τον έχει ανάγκη. Επιστρέφοντας σπίτι του, επιχειρεί να αυτοκτονήσει με ένα περίστροφο που έχει πρόσφατα αγοράσει. Αποτυγχάνει όμως και στη συνέχεια πέφτει σε βαθύ ύπνο, κατά τον οποίο αρχικά ονειρεύεται ότι πέθανε, ενώ στη συνέχεια βλέπει ότι βρίσκεται σε ένα ειδυλλιακό Ελληνικό νησί, όπου οι άνθρωποι ζουν ευτυχισμένοι και γαλήνιοι. Μέχρι την ημέρα που ο ίδιος κάνει το λάθος και τους μαθαίνει να λένε ψέματα.

Όταν ξυπνάει από το όνειρό του, αποφασίζει ότι τελικά η ζωή είναι πολύ πιο απλή: το μόνο που χρειάζεται είναι να βοηθάς τον συνάνθρωπό σου. Αποφασισμένος, πηγαίνει να βοηθήσει το κοριτσάκι, το οποίο είχε διώξει νωρίτερα. Εφεξής, θα διδάσκει παντού και σε όλους την ευτυχία και την αγάπη.

Η σκηνοθεσία

Ο Γιώργος Κουτλής είναι ένας νέος σκηνοθέτης, ο οποίος διαθέτει όραμα και φαντασία. Επίσης, έχει την ικανότητα να επιλέγει κείμενα τα οποία δύναται να μεταμορφώσει σε θεατρικά διαμαντάκια. Το ίδιο ισχύει με την παράσταση που ανεβαίνει αυτή την περίοδο στο «Θέατρο Πορεία».

Η κατά Κουτλή εκδοχή της ιστορίας προσδίδει στο κείμενο τη θεατρικότητα που του λείπει, καθώς πρόκειται για διήγημα, δημιουργώντας παράλληλα στον θεατή έντονα συναισθήματα και στροβιλίζοντάς τον σε έναν κυκεώνα σκέψεων και αισθήσεων.

Η βαριά κόκκινη κουρτίνα του θεάτρου είναι κλειστή και ο ήρωας της ιστορίας εμφανίζεται αρχικά μπροστά από αυτήν, σαν performer σε stand-up comedy. Αυτοσαρκάζεται, χαριεντίζεται με το κοινό και επιδεικνύει την ελαφρότητα και γελοιότητά του.

Όταν αργότερα ανοίγει η κουρτίνα, φανερώνει το σπίτι του ήρωα, στο οποίο θα αποπειραθεί, ανεπιτυχώς, να αυτοκτονήσει. Από κει και έπειτα, μια σειρά video projections, πλαισιωμένων από μια ζωντανή χορωδία θα δημιουργήσουν τις συνθήκες ενός δοξαστικού πρελούδιου, κατά τη διάρκεια του οποίου ο ήρωας εξιστορεί τη μετάβασή του στο ουτοπικό μέρος της ευτυχίας που ονειρεύεται.

Η σκηνοθετική προσέγγιση του Γ. Κουτλή οδηγεί το κοινό σε μια ψυχεδελική αίσθηση ευδαιμονίας και ευτυχίας, πλημμυρισμένη χρώματα, εικόνες και ήχους. Παράλληλα, ο σκηνοθέτης παίζει σημειολογικά με τα σκηνικά σύμβολα. Έτσι, όταν παραμερίζεται η βαριά κόκκινη κουρτίνα, αποκαλύπτεται ο αληθινός εσωτερικός κόσμος του ήρωα, με τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, παραπέμποντας στο υποσυνείδητο του Ντοστογιεφσκικού λογοτεχνικού προσώπου, που φανερώνει άλλο από αυτό που πραγματικά είναι.

Η παράσταση

Ο Νικόλας Χανακούλας είναι εξαιρετικός στον ρόλο του. Αστειεύεται, ειρωνεύεται, αγριεύει, απελπίζεται, απολαμβάνει και τέλος οδηγείται στην συνειδητοποίηση. Περνάει από διάφορες και ποικίλες συναισθηματικές διακυμάνσεις, παρασύροντας στο πέρασμά του και τον θεατή. Πρόκειται για έναν χείμαρρο υποκριτικής δεινότητας, ο οποίος ωστόσο συνυπάρχει απολύτως αρμονικά με την χορωδία επί σκηνής (Αντωνοπούλου Κωνσταντίνα, Γιαννίτσιου-Παπαευαγγέλου Σοφία, Καλτσής Στέφανος, Καρακατσούνη Κατερίνα, Μακρή Ιφιγένεια, Στεργίου Φωτεινή, Τσιρώνα Θωμαή).

Η πρωτότυπη μουσική (Αλέξανδρος Δράκος Κτιστάκης) συμβάλλει στην δημιουργία μιας αίσθησης απόκοσμης, αλλά και ταυτόχρονα γαλήνιας. Οδηγώντας σε ένα συναισθηματικό κρεσέντο, η μουσική ακολουθεί την διαδρομή συνειδητοποίησης του ήρωα. Θυμίζοντας τα εκκλησιαστικά δράματα του Μεσαίωνα, η μελωδία συχνά θυμίζει ψαλμωδίες, φέρνοντας τον ήρωα κοντά στον αληθινό του προορισμό.

Το τόσο λειτουργικό σκηνικό της παράστασης (Σκηνικά-Κοστούμια: Άρτεμις Φλέσσα) σε συνδυασμό με τους φωτισμούς (Σάκης Μπιρμπίλης) και τα video arts (Χρήστος Συμεωνίδης) συμβάλλουν καταλυτικά στην απόκοσμη αίσθηση που δημιουργείται, καθιστώντας ουσιαστικά τον θεατή συνταξιδιώτη του ήρωα σε μια ονειρική, αλλά εν τέλει εντελώς πραγματιστική, διαδρομή.

Επιλογικά

Ο ίδιος ο ήρωας αναγνωρίζει, στο τέλος, ότι είπε πολλά, ότι φώναξε, ότι τα λόγια του άλλοτε ήταν μπερδεμένα, άλλοτε καλύπτονταν από τη μουσική, αλλά, όπως καταλήγει, ότι μίλησε για την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι ότι δεν είναι και τόσο δύσκολο για κάποιον να αγαπήσει και να βοηθήσει τον πλησίον του και εφεξής να ζήσουν οι άνθρωποι εν ειρήνη και ομονοία.

Η παράσταση είναι ένας ύμνος στη ζωή και τους ανθρώπους.

Διαβάστε επίσης:

Το Όνειρο ενός Γελοίου, του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι στο Θέατρο Πορεία