Πρωτοδιάβασα τον Έμπορο της Βενετίας πριν από 20 χρόνια περίπου, όταν ήμουν μαθητής Λυκείου. Πλέον, εν έτη 2026, μας δίνεται η ευκαιρία να το ανεβάσουμε μαζί με το Γιώργο Αντωνόπουλο και αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που κάνει αυτό το έργο τόσο σαγηνευτικό και επίκαιρο στο σήμερα.

Ο Έμπορος της Βενετίας γράφτηκε γύρω στο 1596–1598, σε μια περίοδο όπου ο συγγραφέας εξερευνούσε έντονα τις αντιθέσεις ανάμεσα στη δικαιοσύνη και το έλεος, στον έρωτα και το συμφέρον. Το έργο τοποθετείται στη Βενετία, μια πόλη-σύμβολο του εμπορίου και του πλούτου στην Αναγέννηση, και συνδυάζει στοιχεία κωμωδίας, ρομαντισμού, αλλά και έντονου κοινωνικού προβληματισμού. Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από τον έμπορο Αντόνιο, ο οποίος δανείζεται χρήματα από τον τοκογλύφο Σάϋλοκ για να βοηθήσει τον φίλο του Μπασάνιο να διεκδικήσει το χέρι της Πόρσια. Η συμφωνία ανάμεσα στους δύο άντρες είναι παράδοξη και επικίνδυνη: αν ο Αντόνιο δεν μπορέσει να αποπληρώσει το χρέος, ο Σάϋλοκ δικαιούται να πάρει «μια λίβρα από τη σάρκα του». Όταν τα πλοία του Αντόνιο χάνονται και η αποπληρωμή φαίνεται αδύνατη, η σύγκρουση οδηγείται στο δικαστήριο, φέρνοντας στο προσκήνιο μεγάλα ερωτήματα για τη δικαιοσύνη, την εκδίκηση, την προκατάληψη και τη δύναμη του ελέους. Στο δικαστήριο, όμως, δε δικάζει την υπόθεση ένας οποιοσδήποτε δικαστής, άλλα η Πόρσια, μεταμφιεσμένη σε άντρα.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να σταθώ σε δύο βασικές παραμέτρους της παράστασης. Το σκεπτικό του ανεβάσματός της και την σκηνοθετική της προσέγγιση.

Ο τοκογλύφος Σάϋλοκ, ο εμβληματικός ρόλος του έργου, ανήκει στην εβραϊκή μειονότητα και δέχεται κοινωνικό ρατσισμό από τους Χριστιανούς της Βενετίας. Στην εξέλιξη του έργου, η κόρη του δραπετεύει από το σπίτι τους με το Χριστιανό εραστή της, κλέβοντας τα χρήματα του πατέρα της. Παρατηρούμε, λοιπόν, έναν χαρακτήρα ο οποίος αποτελεί παρία μέσα σε μια πόλη που τον αποστρέφεται και τον διώκει, ενώ ταυτόχρονα η κόρη του τον προδίδει. Ο Σάϋλοκ, καίτοι του προσφέρεται το τριπλάσιο του ποσού που δάνεισε στον Αντόνιο, αρνείται να το πάρει, ζητώντας εκδίκηση. Το, επί σειρά ετών, θύμα μετατρέπεται σε θύτη.

Ο θεατής, λοιπόν, ορμώμενος από την υπόθεση του Σάϋλοκ, θα οδηγηθεί σε σκέψεις σε σχέση με γεγονότα του σήμερα. Πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με την παγκόσμια κατακραυγή των στρατιωτικών επιχειρήσεων του κράτους του Ισραήλ στη Γάζα. Τα, επί σειρά ετών, θύματα έχουν μετατραπεί σε θύτες.

Τελικά, το μίσος καλλιεργεί και συντηρεί μίσος. Ειδικά, όταν οι άνθρωποι ζούμε έχοντας σαν αξιακό μας κώδικα μια σκληρή καπιταλιστική ηθική, η οποία θεοποιεί το κέρδος και μας αποξενώνει, αντί να μας φέρνει πιο κοντά.

Προσπαθήσαμε να κατανοήσουμε το Σάϋλοκ – μαζί με τους υπόλοιπους χαρακτήρες- και όχι να τον θέσουμε σαν τον «κακό» της ιστορίας. Το μέσο που επιλέξαμε για να το πετύχουμε αυτό ήταν ο γελωτοποιός, που αποτελεί βασικό πυλώνα της σκηνοθετικής προσέγγισης. Ο γελωτοποιός υπήρξε, εκτός από διασκεδαστής του βασιλιά, και ο βασικός του σύμβουλος, που δε δίσταζε να του λέει την αλήθεια. Με την πάροδο του χρόνου, αποτέλεσε και τη βάση για διάφορους θεατρικούς χαρακτήρες, όπως ο κλόουν/μπουφόνος, ή ο Αρλεκίνος. Οι πέντε ηθοποιοί ενσαρκώνουν δεκατρείς ρόλους χρησιμοποιώντας την «κοροϊδία» του γελωτοποιού.

Διαβάστε επίσης:

Ο Έμπορος της Βενετίας, του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ σε σκηνοθεσία Θωμά Θάνου στο Θέατρο 104