Υπάρχουν έργα γιατί δεν μιλούν για μια εποχή αλλά για τον άνθρωπο και επιστρέφουν ξανά και ξανά. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει η «Δεσποινίς Τζούλια» του Στρίντμπεργκ. Ένα κλειστοφοβικό τρίγωνο επιθυμίας, εξουσίας και κοινωνικής ιεραρχίας που θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε: σε μια αριστοκρατική κουζίνα στη Σουηδία του 19ου αιώνα, σε μια ευρωπαϊκή πόλη του Μεσοπολέμου ή σε ένα σύγχρονο αστικό διαμέρισμα. Γιατί στο κέντρο του δεν βρίσκεται η ιστορική συγκυρία αλλά κάτι βαθύτερο: η αιώνια σύγκρουση ανάμεσα στο πάθος και την τάξη, στην επιθυμία και τον φόβο.

Στη διασκευή «Ο κύριος Ζυλ» του Θωμά Μοσχόπουλου, που παρουσιάζεται αυτό το διάστημα στο θέατρο Πόρτα, το σύμπαν του Στρίντμπεργκ μοιάζει σχεδόν διαχρονικό. Σαν ένας μικρός αρχετυπικός μύθος για ανθρώπους που θέλουν να ξεφύγουν από τη θέση που τους επιβλήθηκε και ταυτόχρονα φοβούνται να διασχίσουν το όριο.

«Το ότι ακόμα δεν έχουμε βρει τον τρόπο να μετατρέψουμε τη ζωή μέσα στον πολιτισμό σε πηγή ευτυχίας είναι το ζήτημα που παραμένει άλυτο και καταλήγει να είναι διαχρονικό και σύγχρονο», μας λέει η ηθοποιός που υποδύεται την Κριστίν, Θεόβη Στύλλου, στη συνέντευξη που παραχώρησε στο CultureNow. Η δική της ηρωίδα βρίσκεται στο όριο αυτής της σύγκρουσης. Δεν παρασύρεται από το πάθος όπως οι άλλοι δύο χαρακτήρες, εγκλωβισμένοι σε έντονη ερωτική έλξη, που στη διασκευή του Θωμά Μοσχόπουλου είναι άνδρες.

Στην παράσταση, η σκηνική συνύπαρξη της Θεόβης Στύλλου με τους συμπρωταγωνιστές της μοιάζει σχεδόν οργανική. «Δεν σκέφτομαι τι έχω να παίξω, σκέφτομαι ότι έχω να παίξω με αυτούς», αναφέρει. Και αυτή η απλή φράση ίσως περιγράφει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη λεπτή ισορροπία του έργου: μια χημεία όπου οι άνθρωποι πλησιάζουν ο ένας τον άλλον περισσότερο απ’ όσο επιβάλλουν τα κάθε είδους στερεότυπα. Κάπου εκεί, ανάμεσα στην επιθυμία και τον φόβο, γεννιέται το θέατρο του Στρίντμπεργκ.

Συνέντευξη στον Γιάννη Ασδραχά

***

-Στην παράσταση «Ο κύριος Ζυλ», τη διασκευή του Θωμά Μοσχόπουλου πάνω στη «Δεσποινίδα Τζούλια» του Αύγουστου Στρίντμπεργκ, ανατρέπεται το φύλο του κεντρικού χαρακτήρα. Στη σημερινή εποχή, όπου τα ζητήματα φύλου και ταυτότητας βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, πιστεύετε ότι αυτή η επιλογή επανατοποθετεί το έργο σε έναν πιο σύγχρονο διάλογο για την ταυτότητα, την επιθυμία και την εξουσία;

Νομίζω ότι το έργο εστιάζει σε ένα κομμάτι το οποίο δεν συζητείται τόσο πολύ. Εννοώ το κομμάτι της ανδρικής καταπίεσης μέσα στην πατριαρχία. Στο θέμα των αντρών δεν αναφερόμαστε τόσο σε μια συζήτηση περί καταπίεσης μέσα στην πατριαρχία ώστε να δώσουμε χώρο να ακουστούν άλλες ομάδες που πλήττονται περισσότερο. Βέβαια το περισσότερο και λιγότερο πολλές φορές είναι υποκειμενικό και σε αυτό μάλλον στοχεύει το έργο. Δίνει την ευκαιρία να δούμε την άλλη πλευρά του νομίσματος. Δεν ξέρω τι πάει να πει σύγχρονος διάλογος για την επιθυμία και την ταυτότητα και την εξουσία γιατί αυτά είναι πράγματα που υπάρχουν από την αρχή του πολιτισμού. Το ότι ακόμα δεν έχουμε βρει τον τρόπο να μετατρέψουμε την ζωή μέσα στον πολιτισμό σε πηγή ευτυχίας αυτό για μένα είναι το ζήτημα το οποίο παραμένει άλυτο και καταλήγει να είναι διαχρονικό και σύγχρονο.

Φωτογραφία παράστασης – Credits: Πάτροκλος Σκαφίδας

-Η Κριστίν βρίσκεται ανάμεσα σε μια σύγκρουση που αφορά το πάθος, την εξουσία και την κοινωνική θέση, όμως η ίδια μοιάζει να επιλέγει τη σταθερότητα και τη συνέχεια. Είναι τελικά η πιο ρεαλιστική φιγούρα του έργου ή πρόκειται για έναν χαρακτήρα που, με τον τρόπο του, συμβιβάζεται με το σύστημα;

Μου φαίνεται το ίδιο, δηλαδή είναι ρεαλιστική φιγούρα ακριβώς γιατί συμβιβάζεται. Αυτό είναι που μαθαίνουμε ως φυσιολογικό κοινωνικά, να συμμορφώνεσαι με τις επιταγές της κοινωνίας, να αφήνεις την κοινωνία και την εξουσία να σου επιβάλλεται και να πιστεύεις ότι γίνεται για το καλό σου. Οτιδήποτε παρεκτρέπεται από αυτό το κλειστό σύστημα είναι σφάλμα. Η Κριστίν δεν επιλέγει διαφορετικά γιατί δεν πιστεύει ότι έχει αυτή την επιλογή. Και αυτό είναι κάτι που διατρέχει την κοινωνία μας μέχρι σήμερα. Δέχομαι για τον εαυτό μου αυτό που με έχουν κάνει να πιστεύω ότι αξίζω να έχω. Τις γυναίκες τις μεγαλώνουν μέσα σε φόβο- μην ντύνεσαι έτσι, μην στέκεσαι έτσι, μη μιλάς έτσι, μη φωνάζεις πολύ, μη δίνεις δικαιώματα, μην ντύνεσαι προκλητικά, μην κυκλοφορείς εκεί κλπ. Η μόνη λογική και ρεαλιστική επιλογή σε μια τέτοια τρομολατρεία είναι να επιλέξεις κάτι σταθερό και ασφαλές ακόμα και σήμερα.

-Η παράσταση μεταφέρει τη δράση στον Μεσοπόλεμο, λίγο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πιστεύετε ότι αυτή η ιστορική συγκυρία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο η Κριστίν αντιλαμβάνεται την ασφάλεια και την τάξη; Αισθάνεστε ότι εκείνη η περίοδος συνομιλεί, με κάποιον τρόπο, με τη σημερινή εποχή;

Τοποθετείται το έργο σε μια εποχή που οι άνθρωποι πίστεψαν ότι όλα μπορούν να αλλάξουν και θα αλλάξουν. Αυτό σίγουρα κάνει την Κριστίν να ξανασκεφτεί την θέση της και τις επιθυμίες της. Το αν θα καταφέρει να αποστατήσει από το φύλο της και την τάξη της είναι μια άλλη κουβέντα. Νομίζω όμως ότι φέρνει με έναν τρόπο την Κριστίν πιο κοντά στη σημερινή γυναίκα. Γιατί τελικά δεν τα λύσαμε ακόμα τα θέματά μας. Η Σουηδία ήταν ανέκαθεν πιο μπροστά στο έμφυλο ζήτημα σε σχέση με τις μεσογειακές χώρες. Είχε από πολύ νωρίς φεμινιστικό κίνημα σε σχέση με την Ελλάδα. Το ότι η δράση εκτυλίσσεται στη Σουηδία του Μεσοπολέμου, με σκηνικό και ρούχα σύγχρονα, με γλώσσα σύγχρονη και ταυτόχρονα ποιητική, με κάνει να σκέφτομαι ότι ο χρόνος είναι όλα ταυτόχρονα, όλες οι εποχές μια εποχή και όλες οι κοινωνίες μία κοινωνία και όλοι οι άνθρωποι με τις ‘μοναδικές’ τους επιθυμίες ένας άνθρωπος με την επιθυμία να ζήσει ελεύθερος και που τελικά δεν ζει. Δεν θέλει, δεν μπορεί; Δεν έχω απάντηση.

Ως προς την περίοδο καθαρά, ναι θεωρώ ότι η ‘κρίση’ της αρρενωπότητας, η παρακμή του παλιού, η άνοδος του ολοκληρωτισμού ας πούμε ως θέματα εκείνης της εποχής, είναι ξεκάθαρα σε συνομιλία με το τώρα.

Φωτογραφία παράστασης – Credits: Πάτροκλος Σκαφίδας

-Πώς ήταν η συνεργασία σας με τον Θωμά Μοσχόπουλο; Στις πρόβες λειτουργεί περισσότερο ως αυστηρός καθοδηγητής ή ως σκηνοθέτης που δίνει στους ηθοποιούς χώρο να συνδιαμορφώσουν τον ρόλο;

Ο Θωμάς είναι δάσκαλος χωρίς να θέλει να είναι. Και ίσως ακριβώς επειδή δεν θέλει να είναι και τόσο καλός. Δεν έρχεται με μια ‘θεία’ γνώση να σε ‘διδάξει’. Σε διαβάζει όμως πολύ καλά και βρίσκει αυτό που χρειάζεται για να λειτουργήσεις. Κι αν δεν το βρίσκει σκαρφίζεται κάτι στη στιγμή και πάλι λειτουργεί, δεν είναι ίσως δάσκαλος είναι ένας ορθολογικός σαμάνος που σου δίνει τα εργαλεία που χρειάζεται για να πετάξεις χωρίς να πρέπει να ‘βιώσεις΄ κάτι και να πονέσει η ψυχούλα σου επειδή πονάει η ψυχούλα του ήρωα που υποδύεσαι. Αυτό για μένα ήταν αποκαλυπτικό. Μας έδινε πολύ χώρο να υπάρξουμε ενώ ταυτόχρονα μας έβαζε σε ένα αυστηρό πλαίσιο με κανόνες, χωρίς να μας μικραίνει. Ήταν σαν να δούλευε με εμάς πριν βρεθούμε όλοι από κοντά, σαν να ήξερε κάτι από πριν και μετά να το βρήκε σε εμάς και να μας έκανε και εμάς να το δούμε. Γι αυτό σου λεω, σαμάνος αλλά με τεχνική μέθοδο.

-Στην παράσταση, οι τρεις χαρακτήρες βρίσκονται διαρκώς σε μια λεπτή ισορροπία που καθορίζεται από την εξουσία και το πάθος. Πώς χτίστηκε η σκηνική χημεία ανάμεσα σε εσάς και τους δύο συμπρωταγωνιστές σας, τον Γιάννη Καράμπαμπα και τον Νίκο Κοσώνα, σε ένα έργο που βασίζεται τόσο έντονα στις ψυχολογικές συγκρούσεις;

Υπήρξε χημεία εξαρχής με τον Νίκο και τον Γιάννη, σαν να γνωριζόμασταν δηλαδή από παλιά. Είναι φοβερό συναίσθημα να εμπιστεύεσαι τόσο πολύ τους συμπαίκτες σου και να σε κάνουν να μην φοβάσαι. Δεν σκέφτομαι τι έχω να παίξω σκέφτομαι ότι έχω να παίξω με αυτούς. Και η σκηνική συνύπαρξη με τα παιδιά μοιάζει να είναι τόσο οργανική όσο είναι το να πίνεις νερό.

Φωτογραφία παράστασης – Credits: Πάτροκλος Σκαφίδας

-Το σκηνικό είναι ένα λευκό δωμάτιο με μια σχεδόν σύγχρονη, σκανδιναβική αισθητική, ενώ πάνω από τη σκηνή προβάλλονται βίντεο με κοντινά πλάνα ανθρώπινων σωμάτων. Πώς συνομιλεί, κατά τη γνώμη σας, αυτό το εικαστικό στοιχείο με την ένταση που διατρέχει το έργο;

Για μένα, δημιουργεί μια αντίστιξη όλο αυτό και μια αμφιθυμία. Έρχεται κοντά το μέσα με το έξω, το τότε με το τώρα.

-Ξεκινήσατε από τη Νομική και φτάσατε στο θέατρο. Πότε συνειδητοποιήσατε ότι η υποκριτική δεν είναι πια απλώς ένα πείραμα αλλά μια επιλογή ζωής;

Δεν ξέρω τι έχω επιλέξει, ξέρω όμως ότι κάτι με πάει κάπου. Πολλές φορές φοβάμαι την υποκριτική και συνεχώς με κάνει να αμφισβητώ τα πάντα, αλλά καταλαβαίνω ότι πρέπει να πάω εκεί που φοβάμαι και όπου βγει. Οπότε όσο με πάει θα το πηγαίνω και βλέπουμε, ποια ξέρει που θα βγάλει όλο αυτό, μπορεί και πουθενά μπορεί να γίνω κι εγώ στο τέλος σαμάνος. Σαμάνα.

-Υπάρχει κάτι από τη σκέψη ενός νομικού —όπως η ανάλυση και η επιχειρηματολογία— που βοηθά την υποκριτική διαδικασία, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζετε έναν ρόλο;

Η νομική δεν με βοηθάει περισσότερο από όσο με έχει βοηθήσει να γίνω εγώ. Αν δεν είχα πάει νομική δεν θα ήμουν εγώ τώρα εδώ. Σίγουρα έχει αφήσει αποτύπωμα όπως έχουν αφήσει όλα όσα έχω κάνει μέχρι τώρα είτε καλά είτε κακά. Το πόσο βοηθάνε ή παρεμποδίζουν δεν μπορώ να το κρίνω μεμονωμένα. Είμαι εγώ όλα αυτά και εγώ είμαι αυτή που με βοηθάω ή με εμποδίζω κλπ

-Ποια είναι τα επόμενα καλλιτεχνικά σας βήματα και ποια διαδρομή θα θέλατε να χτίσετε τα επόμενα χρόνια, τόσο στα πλατό όσο και στο σανίδι;

Πω πω δεν ξέρω! Δεν έχω δηλαδή και κάποια φοβερή επιθυμία ως προς τα καλλιτεχνικά βήματα και το μέλλον μου- θέλω άλλα πράματα. Θέλω να ζήσω λίγο πιο καλά με τα μέσα μου, θέλω να με αγαπήσω λίγο περισσότερο, θέλω να ζήσω λίγο πιο ελεύθερη, θέλω να μπορώ να αναγνωρίσω τελικά τι θέλω εγώ, ε και μετά ίσως καταφέρω να γίνω και λίγο καλύτερος άνθρωπος για τους γύρω μου.

Photo Credit κεντρικής εικόνας θέματος: Karol Jarek

Διαβάστε επίσης:

Ο Κος Ζυλ, σε κείμενο & σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου στο Θέατρο Πόρτα