Ο Θάνος Σαμαράς ανήκει στην ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα κατηγορία των καλλιτεχνών που ενώ βρίσκονται σε σταθερά ανοδική πορεία, τα αφήνουν όλα για λίγο στην άκρη, προκειμένου να δοκιμαστούν σε κάτι διαφορετικό. Έτσι έγινε πριν μερικά χρόνια, που αν και ο ίδιος πρωταγωνιστούσε σε επιτυχημένες ταινίες και παραστάσεις, αποσπώντας επαίνους, έκανε ένα μεγάλο διάλειμμα. Έζησε στη Νέα Υόρκη και ασχολήθηκε με τη μόδα, συνεργαζόμενος με μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του χώρου.

Φέτος, αποφάσισε να προχωρήσει ένα σχέδιο που όπως φαίνεται, είχε καιρό στο μυαλό του. Σκηνοθετεί για πρώτη φορά στο θέατρο, τον «Ευαγγελισμό της Κασσάνδρας«, του Δημήτρη Δημητριάδη. Στην συζήτηση που ακολουθεί, μιλά για τον τρόπο που οικοδόμησε την παράσταση, τις θετικές κριτικές που ήδη έχει αποσπάσει η δουλειά του, αλλά και το πώς ονειρεύεται την δημιουργική του συνέχεια.


– Γιατί επιλέξατε στην πρώτη σας σκηνοθεσία να καταπιαστείτε με τον «Ευαγγελισμό της Κασσάνδρας»;

Το διάλεξα πριν το διαβάσω. Κάτι με ώθησε σε αυτό. Μετά κατάλαβα τι.

– Γύρω από ποιους άξονες κινηθήκατε και τι σας δυσκόλεψε περισσότερο το διάστημα προετοιμασίας της παράστασης;

Τα πάντα στη σκηνοθεσία αυτή, μου προέκυψαν και υπαγορεύτηκαν από το ίδιο το κείμενο, το οποίο γρήγορα εμπιστεύτηκα τυφλά. Ο ρυθμός, οι τόνοι, οι τονισμοί, η μουσική του λόγου, έπρεπε και πρέπει να είναι όπως είναι για να εξυπηρετήσουν και να υπηρετήσουν τις λέξεις, τα νοήματα και τις εικόνες της ποίησης. Δηλαδή, τη φόρα της Κασσάνδρας. Ακολούθησε κάτι που άρχισα να το εξηγώ ως «ποιητικό σώμα». Μια μη-κυριολεξία στην κίνηση, με την έννοια του φυσικού, αλλά ταυτόχρονα απολύτως κυριολεκτική με έναν ποιητικό, ίσως και αθώο, ελεύθερο τρόπο. Σίγουρα όμως τελείως προσωπικό τρόπο. Οι δυσκολίες ήταν αναρίθμητες. Καθυστερήσεις, εκκρεμότητες, απαγορεύσεις, ρήγματα, χάσματα, απορρίψεις, ασυνέπειες, αρνήσεις, αναβολές, ατολμίες, ματαιώσεις αντιρρήσεις, μεταθέσεις. Αλλά ήταν και απολαυστικό, κυρίως.

– Μιλήστε μας για την συνεργασία με την Έλλη Τρίγγου, η οποία σηκώνει το υποκριτικό βάρος του έργου. Με ποιο σκεπτικό έγινε η επιλογή της ηθοποιού; Αισθάνεστε δικαιωμένος από το αποτέλεσμα;

Προσέγγισα την Έλλη από ένστικτο. Είχα δει δυο δουλειές της και είχα αντίληψη της ικανότητας, του σθένους και του θάρρους της, αλλά αυτά τα ανακάλυψα πραγματικά, στην πορεία της συνεργασίας μας. Την θαυμάζω και την αγαπώ. Είναι ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος, αλλά μαζί και πολύ δυνατός. Είναι τρομερά γοητευτικός συνδυασμός. Μου δίνει μεγάλη χαρά που όχι μόνο κατάλαβε, μα και αγάπησε τον κόσμο που της πρότεινα και συναντηθήκαμε εκεί.

– Στην πρώτη σας – όπως είπαμε και πριν – σκηνοθεσία, αναλαμβάνετε ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο εκτελεστικό κομμάτι της παράστασης (κινησιολογία, φωτισμούς, κοστούμια, σκηνογραφία, ήχο). Θέλετε να μας πείτε περισσότερα για αυτήν την επιλογή;

Κάθε ιδέα που μου έρχεται για μια στιγμή ενός έργου, φέρνει μαζί της και σώμα, χώρο, ένδυμα, φως, ήχο, τονισμό, κίνηση, ρυθμό, μουσική, υλικά, μάτια, στόμα, πόδια, γεννητικά όργανα, χέρια, χρώμα, υφή. Μετά από χρόνια σε διάφορα πόστα, παρατηρώντας, μελετώντας, δοκιμάζοντας κρυφά, δοκιμάζοντας εν μέρει, δοκιμάζοντας για άλλους, κατάλαβα ότι τουλάχιστον αυτό που έχω στο μυαλό μου, ξέρω πως να το υλοποιήσω χωρίς να το ζητήσω από κάποιον άλλο. Και αυτός ο τρόπος, για τώρα, μου λειτουργεί.

– Οι κριτικές για την γενική σύλληψη γύρω από τον «Ευαγγελισμό της Κασσάνδρας» είναι έως τώρα από πολύ ικανοποιητικές μέχρι εξαιρετικά καλές. Τι ευθύνη δημιουργεί αυτό για το επόμενό σας βήμα και ποιο θα θέλατε ιδανικά να είναι αυτό;

Έκανα αυτή τη παράσταση για να τη βλέπω και να μου δίνει χαρά. Ήταν μια βίαιη, σκληρή και μοναχική διαδρομή ενάμιση χρόνου, και στη διάρκειά της κάπου ξέχασα πως όλο αυτό θα κατέληγε σε κάτι που θα το έβλεπαν κι άλλοι· απλώς προσπαθούσα να υπερπηδώ τα ανελέητα εμπόδια για να φτάσω εκεί που με οδηγούσε το ένστικτο μου. Η θετική υποδοχή της παράστασης από κριτικούς και κοινό με άφησαν αποσβολωμένο – δεν φανταζόμουν πως κάτι τόσο προσωπικό θα μπορούσε να επικοινωνηθεί. Δεν αισθάνομαι ευθύνη απέναντι σε κάτι, εκτός από την φαντασία μου και την αντοχή μου και πως θα προστατέψω αυτά από τις χίλιες φωνές που λένε, «όχι.»

– Ποια είναι τα σπουδαιότερα πράγματα που σας έχει διδάξει εν τέλει η αξιόλογη προσωπική εμπειρία του εξωτερικού;

Ότι οι άνθρωποι δεν είναι παντού ίδιοι. Κάποιες κοινωνίες είναι πιο εξελιγμένες από άλλες.

– Ως πολυπράγμων άνθρωπος, πώς ονειρεύεστε την συνέχεια γενικά; Η δημιουργία επί ελληνικού εδάφους είναι στις προτεραιότητές σας;

Έχω προετοιμάσει κάποια έργα στο χαρτί και στο μυαλό μου, που θα χαιρόμουν πολύ να πραγματοποιήσω. Η έννοια των συνόρων έχει προ πολλού θολώσει μέσα μου, από τα 16 μου είμαι με ένα διαβατήριο και μια βαλίτσα. Μου αρέσει να ζω στην Ελλάδα. Είναι καθυστερημένη, δειλή, τεμπέλα και άξεστη αλλά εδώ τουλάχιστον αισθάνομαι ελεύθερος να κάνω το κέφι μου, χωρίς να ζητάω τίποτα και γνωρίζοντας ότι δεν έχω να περιμένω τίποτα. Θέλω μόνο την ησυχία μου.


Διαβάστε επίσης:

Ο Ευαγγελισμός της Κασσάνδρας, του Δημήτρη Δημητριάδη στο Μπάγκειον