Μετά τη θερμή υποδοχή του κοινού στο Goethe-Institut Θεσσαλονίκης, ο Θάνος Νίκας με την ομάδα του Ars Moriendi κατεβαίνει στην Αθήνα και παρουσιάζει τον «Σλάντεκ» στο ΠΛΥΦΑ. Το έργο του Έντεν φον Χόρβατ, επίκαιρο όσο ποτέ, καταπιάνεται με τον ήρωα του «Αιώνιου Φασισμού», και στο ανέβασμα υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Θάνου Νίκα, ίσως μας κάνει να αναρωτηθούμε για εμάς τους ίδιους και τις ίδιες, για τον τρόπο που η βία διεισδύει στην καθημερινότητά μας, και για το πώς η γλώσσα και οι μικρές παραχωρήσεις μπορούν να γίνουν όπλα ή αδιέξοδα που μας αφορούν όλους.

Η παράσταση «Σλάντεκ» ανεβαίνει στο ΠΛΥΦΑ (Κτήριο 7Γ) για λίγες ακόμα παραστάσεις, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.30, έως τις 20 Ιανουαρίου 2026. Το έργο παρουσιάζεται σε μετάφραση Γιώργου-Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη και σκηνοθεσία Θάνου Νίκα.

Συνέντευξη στην Άννα Αγρέβη

***

-Στην πρόσφατη παράστασή σας μεταφερόμαστε σε μία από τις πιο σκοτεινές εποχές που γνώρισε η ανθρωπότητα: την άνοδο του Ναζισμού, στα τελευταία χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Τι σας τράβηξε στο συγκεκριμένο έργο και σας οδήγησε να το ανεβάσετε με την ομάδα σας;

Δεν θα έλεγα ότι με τράβηξε η εποχή ως ιστορικό γεγονός, αλλά ως συνθήκη. Ο Horváth δεν γράφει για τον ναζισμό ως κάτι φρικτό ή μακρινό, αλλά σαν κάτι που γεννιέται μέσα στην καθημερινότητα. Μικρές παραχωρήσεις, φτωχή γλώσσα, ανάγκη να ανήκεις κάπου και μια διαρκής μετατόπιση της ευθύνης αλλού. Διαβάζοντας το έργο, ένιωθα ότι δεν μιλά για μια συγκεκριμένη περίοδο της Ιστορίας, αλλά για έναν τρόπο σκέψης που κάθε φορά ντύνεται με καινούριες λέξεις και επιστρέφει συνεχώς.

-Ποια στοιχεία της εποχής μας θεωρείτε ότι μπορούν να «γεννούν» αντίστοιχους χαρακτήρες;

Θα έλεγα πως όλα ξεκινούν από την ίδια μας την ανάγκη να απαριθμήσουμε αυτά τα στοιχεία. Να τα αναλύσουμε και να τα ονοματίσουμε, με την ψευδαίσθηση ότι έτσι μπορούμε να τα ελέγξουμε. Για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια όλοι μιλούν για τον φασισμό. Άρθρα, podcast, παραστάσεις, ντοκιμαντέρ… Έχει μετατραπεί σε content. Τον καταναλώνουμε, τον συζητάμε και, ενίοτε, τον ξορκίζουμε ως μια ακόμη άσκηση ηθικής.

Προσωπικά πιστεύω πως τέτοιοι χαρακτήρες δεν εμφανίζονται από το πουθενά. Όσο παρακμάζουν οι βασικές ανθρώπινες αξίες, τόσο αυτοί βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για να γονιμοποιηθούν.

-Πώς χτίστηκε η συνεργασία σας με τον  Θέμη Σουφτά που υποδύεται τον Σλάντεκ, ώστε να μεταφερθεί στη σκηνή αυτός ο χαρακτήρας;

Αποφύγαμε συνειδητά να χτίσουμε κάτι με την ψυχολογική έννοια του ρόλου, μιας και εξαρχής δε μας ενδιέφερε να τον εξηγήσουμε ή να τον δικαιολογήσουμε. Η δουλειά έγινε περισσότερο πάνω στη φόρμα, στη σωματικότητα και στην εκφορά της γλώσσας. Ο Σλάντεκ μιλά με λόγια που δεν του ανήκουν και κινείται με μια ακρίβεια σχεδόν μηχανική. Με τον Θέμη δουλέψαμε πολύ πάνω σε αυτην την επαναληψιμότητα και την φθορά που αυτή προκαλεί. Στο πώς ένας άνθρωπος μπορεί να είναι παρών χωρίς να είναι πραγματικά εκεί. Έτσι δημιουργήθηκε ένα αδιέξοδο που άρχισε να φθείρει τον ρόλο και, όσο ο Θέμης αφήνοταν σε αυτο, τόσο χτίζοταν ο Σλάντεκ.

-Αν βρισκόσασταν αντιμέτωποι με τον ήρωα του έργου, τυφλωμένο από την ωμή βία και τη στρατιωτική υπακοή, τι θα του λέγατε;

Δεν θα του έλεγα τίποτα· θα τον άφηνα να μιλά και θα έφευγα, χωρίς καμία εξήγηση. Το πρόβλημα με τύπους σαν τον Σλάντεκ δεν είναι ότι δεν ακούν, αλλά ότι εμείς τους ακούμε για πολλή ώρα. Ο Σλάντεκ δεν είναι ένας άνθρωπος που μπορείς να τον πείσεις ή να τον μετακινήσεις με λόγια, γιατί έχει ήδη παραχωρήσει τη σκέψη του σε ένα κλειστό και φανατισμένο σύστημα. Απλώς τον προσπερνάς και δε νομιμοποιείς τη σκέψη του.

-Υπήρξε κάποιο σημείο του έργου που αποδείχθηκε ιδιαίτερα απαιτητικό στη σκηνική υλοποίηση της παράστασης; 

Το βασικό για μένα είναι να μη ζητήσεις τη συμπάθεια του θεατή. Να μην πέσεις στην παγίδα να προσπαθήσεις να εξηγήσεις τον ήρωα ή να τον κάνεις κατανοητό. Η δυσκολία σε μια τέτοια προσέγγιση βρίσκεται στη στιγμή που πρέπει να αποφασίσεις πώς κλείνεις ένα τέτοιο αφήγημα και τι σημαίνει ότι τελείωσε. Tο τέλος, όχι όμως του έργου, αλλά της παράστασης.

Απ’ την άλλη, βέβαια, ξέρεις πως ό,τι κι αν βάλεις στη σκηνή εξημερώνεται, γίνεται θέαμα και εν γένει αθωώνεται. Εκεί νομίζω πως υπάρχει μια ιδιαίτερη ισορροπία ανάμεσα στο έργο και στους ανθρώπους που προσωρινά το εκπροσωπούν.

-Παρατηρώντας τις επιλογές σας σε προηγούμενες παραστάσεις, όπως το «1984» και ο «Ριχάρδος της Γάζας», φαίνεται πως σας απασχολεί βαθιά το φαινόμενο της βίας…

Θεωρώ πως ένα θέατρο που μιλά για τη βία είναι κατεξοχήν ένα βίαιο θέατρο. Με απασχολεί η βία που δεν φαίνεται. Όχι τόσο στην έκρηξη, αλλά στην διαδικασία. Η βία που περνά πρώτα μέσα από την γλώσσα, αναβαπτίζεται και μετά εξάπλώνεται. Νιώθω ότι μ’ ενδιαφέρει όλο και περισσότερο ο τρόπος που η γλώσσα ποινικοποιειται και δημουργεί μια εντελώς στρεβλή αίσθηση κανονικότητας. 

-Πώς θα ορίζατε το πολιτικό θέατρο στην εποχή μας; Κατά τη γνώμη σας, μπορεί το θέατρο να συμβάλλει σε μια κοινωνική αλλαγή;

Δεν πιστεύω πολύ στους ορισμούς και σίγουρα δε θα ονόμαζα το θέατρο που κάνω πολιτικό. Απ’ την άλλη, οτιδήποτε εκτίθεται σε δημόσια θέα είναι εξ’ ορισμού πολιτικό. Δεν νομίζω ότι το θέατρο αλλάζει τον κόσμο με άμεσο τρόπο. Μπορεί όμως να αλλάξει τον τρόπο που στέκεσαι μέσα του. Αν φύγεις από μια παράσταση λίγο πιο αβέβαιος απ’ ό,τι μπήκες, ίσως κάτι να έχει ήδη μετακινηθεί.

-Ποιο είναι εκείνο το θεατρικό έργο που σας έκανε να αγαπήσετε το θέατρο;

Ευτυχώς δεν ήταν ένα ποτέ ένα συγκεκριμένο έργο. Ναι, τα μεγάλα κείμενα ασκούν μια τεράστια γοητεία αλλά το βασικό τους προτέρημα είναι ότι λειτουργούν σαν πόρτες που διαρκώς βγάζουν σε διαφορετικά σημεία.

-Μήπως τότε πάρχει κάποιος άνθρωπος που σας έχει «μετακινήσει»; Που έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπετε τον κόσμο και τη δουλειά σας;

Ναι. Άνθρωποι που δεν ήξεραν ότι με μετακίνησαν. Κάποιος που είδε μια παράστασή μου και μου είπε «δεν κατάλαβα τίποτα», χωρίς να το εννοεί σαν κριτική. Συνεργάτες που αρνήθηκαν να συνεχίσουν, που έφυγαν στη μέση της διαδικασίας. Όχι από κακία αλλά από κόπωση, από αδιαφορία, από το ότι δεν άντεχαν άλλο. Αυτό σε αναγκάζει να αναρωτηθείς, αν εσύ δεν αντέχεις τη δική σου δουλειά, γιατί να την αντέξει ο θεατής.

Οι άνθρωποι που σε μετακινούν δεν είναι απαραίτητα αυτοί που σε εμπνέουν. Είναι αυτοί που σου δείχνουν τα όριά σου, που σε κάνουν να θες να σταματήσεις. Και στη σύγκρουση με αυτή την επιθυμία, εκεί αλλάζεις.

Ωστόσο, αυτό που με άνδρωσε θεατρικά ήταν το θέατρο του Τερζόπουλου. Είχα την τύχη να βρίσκομαι για χρόνια, παραπλέυρως, κοντά στον τρόπο που αυτός ο ανθρωπος τοποθετούταν πάνω στην θεατρική πραγματικότητα. Και δεν αναφέρομαι στην μέθοδο αλλά στην συνέπεια και την σεμνότητα, αριστοτέχνης και εργάτης την ίδια στιγμή στο πώς προσέγγιζε τα μεγάλα ζητήματα.

-Ζώντας στη Θεσσαλονίκη, πώς βιώνετε τη θεατρική της σκηνή; Υπάρχουν δυσκολίες με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι οι δημιουργοί εκεί;

Η Θεσσαλονίκη έχει μια ιδιόμορφη θεατρική ζωή. Είναι μια πόλη που κάνει θέατρο σαν να μην έχει σημασία. Δεν υπάρχει αγορά ικανή να στηρίξει το ελεύθερο θέατρο και δεν υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι αν τα πας καλά εδώ, θα σε δουν. Κανείς δε θα σε δει. Οπότε μπορείς να κάνεις ό,τι θες, και σε αυτό υπάρχει μια ελευθερία.

-Ο Χόρβατ αγαπούσε πολύ τα Λούνα Πάρκ. Εσείς, σε δύσκολες περιόδους, σε ποιο μέρος στρέφεστε για να ξαναβρείτε την ελπίδα;

Δεν ξαναβρίσκω την ελπίδα. Αυτήν την ιδέα ότι η ελπίδα είναι κάτι που χάνεται και ξαναβρίσκεται, δεν την πιστεύω. Η ελπίδα είναι μια ψευδαίσθηση που μας κρατά λειτουργικούς. Και κάθε φορά που την ξαναβρίσκω, είναι επειδή κουράστηκα από την απουσία της, όχι επειδή συνέβη κάτι αντικειμενικά ελπιδοφόρο.

Σε δύσκολες περιόδους πηγαίνω εκεί όπου δεν χρειάζεται να προσποιούμαι. Η θάλασσα, ναι, αλλά όχι για τη θάλασσα. Για το ότι εκεί δεν υπάρχει κανείς να με ρωτήσει πώς είμαι. Για το ότι το σώμα μου μπορεί να κινείται χωρίς να σημαίνει απολύτως τίποτα.

Διαβάστε επίσης:

Σλάντεκ, του Έντεν φον Χόρβατ σε σκηνοθεσία Θάνου Νίκα στο ΠΛΥΦΑ