«Ορισμένοι δεν τρελαίνονται ποτέ… Και οι ζωές τους είναι τόσο πληκτικές» είχε γράψει κάποτε ο εκκεντρικός και ευφυής Τσαρλς Μπουκόφσκι. Πράγματι, η επιλογή αυτής της φράσης στις πρώτες σελίδες του βιβλίου είναι πολύ εύστοχη γιατί συμπυκνώνει όλη τη χαρούμενη τρέλα των πρωταγωνιστών. Η πραγματικότητά τους είναι μία ανεμελιά και μια ευδαιμονία όμοια με εκείνη κάποιων εκστασιασμένων που θέλουν να ρουφήξουν οπωσδήποτε ό,τι τους προσφέρει η γενναιόδωρη ζωή. Μια ζωή όμως που ξέρει από μόνη της και βάζει φρένο εκεί που κρίνει πως το μέτρο έχει ξεπεραστεί ή εκεί που ο άνθρωπος δεν νοεί πως έχει υπερβεί τα όρια της απόλαυσης. Η μουσική διαπερνά σαν ναρκωτικό και σαν πυρετός το σώμα των πρωταγωνιστών που χορεύουν ακατάπαυστα στο ρυθμό μιας μελωδίας που τους έχει συνεπάρει τόσο πολύ που θεωρούν πως αυτό θα διαρκέσει για πάντα.

Ο συγγραφέας πετυχαίνει να κυριεύσει τον αναγνώστη και να τον αιχμαλωτίσει με την εμπνευσμένη όσο και μεστή αφήγησή του την ίδια στιγμή που η ποιητικότητα περισσεύει και ξεχειλίζει σε κάθε στιγμή της.

Ένας σύγχρονος Φιτζέραλντ

Διαβάζοντας το βιβλίο δεν μπορώ παρά να μπω στη διαδικασία να επικαλεστώ τον Φιτζέραλντ για πολλούς και διάφορους λόγους. Ο συγγραφέας δίχως να μιμείται αλλά με ένα δικό του ύφος κατορθώνει να συνεπάρει τον αναγνώστη με ένα λόγο τόσο μεθυστικό που σίγουρα παραπέμπει σε βιβλία του μεγάλου Αμερικανού αφηγητή. Αυτή η δημιουργική όσο και νοσταλγική του εκφραστικότητα που παίρνει σάρκα και οστά μέσα από τις προσωπογραφίες των ηρώων του που βάλλονται από τον αέναο πόθο για ζωή, θυμίζει κάτι από την «Άλλη όψη του παραδείσου» ή πάλι το βιβλίο «Όμορφοι και καταραμένοι».

Δεν διστάζει να οδηγήσει τους ήρωες στο τέρμα ενός πάθους, όπως οδηγήθηκε τόσο ο Φράνσις αλλά και η Ζέλντα, που μπορεί και να αποδειχτεί καταστροφικός γιατί είναι τόσο γλυκός και επιπλέον είναι τόσο γλυκός που η γλυκύτητα αυτή είναι δύσκολο να κρατήσει για πάντα. Πρόκειται για μία αληθινή αγάπη αλλά και για ένα σπινθηροβόλο και γεμάτο φλόγα έρωτα που δεν γνωρίζει φραγμούς. Κυλάει σαν λάβα στις φλέβες του ζευγαριού που χορεύει υπό τους ξέφρενους ήχους του Bojangles της Νίνα Σιμόν και γεύεται τους καρπούς μίας ευθυμίας που δεν έχει τελειωμό. Είναι τα φιλιά, είναι οι κινήσεις και η υπέρτατη έκσταση που έρχεται να τους απογειώσει στα πιο ψηλά έδρανα της κοσμογονίας τους, να τους παραδώσει σώμα και πνεύμα σε μία απόλαυση ζωής που πιστεύουν πως θα είναι παντοτινά.

Μια τρέλα δίχως αύριο

«Είχα επίγνωση ότι η τρέλα της μπορούσε να εκτροχιαστεί κάποια μέρα, δεν ήταν σίγουρο αλλά, με το παιδί, είχα υποχρέωση να είμαι προετοιμασμένος, στο εξής δεν επρόκειτο πια μόνο για το δικό μου πεπρωμένο, υπήρχε κι ένας μπόμπιρας, η αντίστροφη μέτρηση ίσως είχε αρχίσει. Κι ακριβώς γι’ αυτό το «ίσως» χορεύαμε και γιορτάζαμε κάθε μέρα». Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η γιορτή είχε ξεφύγει πια από τον έλεγχό τους και αυτός ο παλμός της καθημερινής τρέλας είχε χτυπήσει κόκκινο αλλά φαίνεται πως όταν στροβιλίζεσαι μέσα στη δίνη του πυρετώδους ανέμου τίποτα δεν είναι αρκετό. Και όμως η μητέρα δεν είχε επίγνωση των περιορισμών, δεν σκεφτόταν το αύριο, ζούσε μέρα τη μέρα καθιστώντας τον εαυτό της, τον άντρα της και το παιδί της «θύματά» της, όχι εκούσια αλλά μη μπορώντας να σταματήσει τη ροή της ξέφρενης αυτής πορείας.

Ο αφηγητής/συγγραφέας, γιος του ζευγαριού, είναι εκείνος που καταγράφει και αντιλαμβάνεται πως όλα αυτά θα έχουν κάποιο τίμημα στο μέλλον. Απολαμβάνει τους γονείς του να είναι υπό την επήρεια μιας αιώνιας ευτυχίας αλλά ξέρει πως οι ταχύτητες του χορού τους είναι τέτοιες που δύσκολα κρατιούνται στις ράγες και έτσι εκείνος περιγράφει γλαφυρά όλο το σκηνικό της αποκορύφωσης, της υπέρτατης χαράς αλλά και του πόνου που δυστυχώς καιροφυλακτεί και σταματάει απότομα την ομορφιά της ζωής.

Στη γιορτή αυτή πρωταγωνιστούν και άλλα πρόσωπα, η Λέρα για παράδειγμα, αυτός ο λίγο ευτραφής κύριος που συντροφεύει αυτές τις στιγμές της ευζωίας. Παρών όμως στο πάρτι που έχει στηθεί είναι και ένας παπαγάλος με το όνομα Δεσποινίς Περίσσεια, ένα εξωτικό πουλί που καταδεικνύει το πόσο η κατάσταση έχει ξεφύγει αφού η κάθε υπερβολή μοιάζει λογική και φυσιολογική. «Η απόδραση είναι σαν το ψέμα, όσο πιο θεαματική, τόσο πιο καλή!». Και πράγματι το ψέμα και η πλάνη μέσα στην οποία ζούσαν δεν θα μπορούσε να είχε στοιχεία ενός αίσιου τέλους αλλά ενός τέλους που πλησιάζει προσγειώνοντας ανώμαλα τους χαρούμενους χορευτές ενώ ανακόπτει απότομα τις πολύ ακραίες υπερβάσεις που έχουν επιτελεστεί.

«…ήμασταν καλά μες στο σκοτάδι οι δυο μας με τη Μαμά, δεν τη θέλαμε την καινούργια μέρα χωρίς εκείνη, δεν μπορούσαμε να τη δεχτούμε, έτσι κλείσαμε τα παντζούρια για να την αφήσουμε να περιμένει».


Αποσπάσματα

«Ποτέ δεν είμαστε αρκετά πολλοί για να σηκώσουμε μια μεγάλη δυστυχία»

«Ποτέ η Μαμά δεν ήταν τόσο όμορφη, κι εγώ θα έδινα τα πάντα για να μη σταματήσει αυτός ο χορός, να μη τελειώσει ποτέ»


Διαβάστε επίσης:

Θα μου χαρίσετε αυτό το χορό; – Olivier Bourdeaut