Ένας ασφαλής τρόπος για να γράψεις λογοτεχνία αλλά να τα έχεις καλά με τη συνείδησή σου, κυρίως την πολιτική σου συνείδηση, είναι να στρατεύεσαι. Θα αντιληφθείς ύστερα από χρόνια ότι η στράτευσή σου αυτή θα γίνει το ελαφρυντικό σου για οποιοδήποτε λογοτεχνικό σου ατόπημα. Επιπλέον θα έχεις στήσει πάνω από το έργο σου μια σημαία για να ξεχωρίζει από τον σωρό των βιβλίων που στοιβάζονται μέσα στα χρόνια. Δεν ξέρουμε αν ο Μπρούνο Γιασένσκι σκέφτηκε τόσο καθαρά αυτή την προοπτική. Όσοι καταπιάνονται με τη λογοτεχνία διαπνέονται ως ένα βαθμό από ρομαντικές ιδέες και ασυμβίβαστες ψευδαισθήσεις, χάρις στις οποίες αθωώνονται.

Το μυθιστόρημα «Θα κάψω το Παρίσι» γράφτηκε ανάμεσα στους ανεμοστρόβιλους του φουτουρισμού και στα παρατηρητήρια του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Γράφτηκε από ένα συγγραφέα με αχαλίνωτη ποιητική φλέβα, με το φιλόδοξο σχέδιο μιας μεγάλης αφήγησης. Περιέχει σελίδες αριστουργηματικές, όπως για παράδειγμα αυτές στις οποίες αρχίζει να εκδηλώνεται η πανούκλα στο Παρίσι ή αυτές στις οποίες περιγράφεται ο θάνατος του Ντέιβιντ Λίνγκσλεϊ. Περιέχει επίσης θαυμαστές μεταφορές, αν και πολλές από αυτές αναιρούνται από υπερβολικές ποιητικές δόσεις.

Η λογοτεχνία, ωστόσο, είναι ένα παιχνίδι με δοσμένους κανόνες, που δεν θεσπίστηκαν τυχαία, καθώς συμβαδίζουν με την βαθύτερη λογική των πραγμάτων. Οι μεγάλες συνθέσεις, και αυτό μας το έχει διδάξει κυρίως η μουσική, απαιτούν συνδετικά στοιχεία, αρχετυπικά μοτίβα, ένα κοινό παρονομαστή. Το μυθιστόρημα του Πολωνού συγγραφέα Μπρούνο Γιασένσκι είναι μια συρραφή χαρακτήρων και γεγονότων χωρίς ομοιογένεια, εκτός αν θεωρήσουμε ως τέτοια τις προθέσεις του δημιουργού. Ο αρχικός χαρακτήρας, ο νεαρός εργάτης Πιερ, που η οργισμένη του βούληση αποκτά κοσμογονικό χαρακτήρα, βυθίζεται και ξεχνιέται στα αμέσως επόμενα επεισόδια. Κάθε ενότητα φιλοξενεί ανολοκλήρωτα επεισόδια και χαρακτήρες σε μια ατμόσφαιρα Παρισινής Κομμούνας sui generis. Έχεις την εντύπωση πως κάθε τόσο μπαίνεις σ’ ένα καινούργιο βιβλίο που, αν δεν αναιρεί, σίγουρα διαγράφει οριστικά τις εντυπώσεις από το προηγούμενο. Σε αυτό το χαοτικό κόσμο του Γιασένσκι η ανισορροπία είναι αναπόφευκτη. Υπάρχουν σελίδες υψηλής λογοτεχνικής αξίας, αλλά και σελίδες νωχελικές και αδιάφορες. Η αισιόδοξη έκβαση του τέλους δεν μπορεί να σώσει την παρτίδα. Ίσα-ίσα αναδεικνύει και μια βαθύτερη ανάγκη διδακτισμού στα όρια του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Αναδεικνύει επίσης τις αδυναμίες του φουτουρισμού, που ως κίνημα δεν κατάφερε να μακροημερεύσει.

Το διάσημο αυτό μυθιστόρημα αποδεικνύει για μια ακόμα φορά πως η λογοτεχνία εδώ και δεκαετίες αποτελεί ένα πεδίο στο οποίο θριαμβεύουν οι καιροσκόποι και το σχετικό αφήγημα που δημιουργείται από τα… κέντρα των αποφάσεων. Αν αξίζει να διαβαστεί το «Θα κάψω το Παρίσι», είναι για μερικές σελίδες μέσα στις οποίες η λογοτεχνία αναπνέει πραγματικά.

Διαβάστε επίσης:

Μπρούνο Γιασένσκι – Θα κάψω το Παρίσι: Ένα κορυφαίο βιβλίο του κεντροευρωπαϊκού μοντερνισμού