Και έγινε ο σεισμός το καλοκαίρι και ευτυχώς, παρότι κουνηθήκαμε γερά, δεν ήταν και τόσο δυνατός τελικά ώστε να έχουμε ζημιές στο σπίτι. Τα παιδιά τρόμαξαν κάπως περισσότερο όσο νά’ναι. Βλέπεις, ήταν ο πρώτος τους.

Την ώρα του σεισμού ήταν με τη μητέρα τους. Εγώ έλειπα για κάτι δουλίτσες στη παραπάνω γειτονιά, εκεί στο δρόμο με βρήκε ο σεισμός και βέβαια γύρισα αμέσως σπίτι να δω τι συνέβη. Τους βρήκα όλους έξω, μπροστά από το σπίτι. Είχαν ηρεμήσει αρκετά στο μεταξύ και ο προβληματισμός τους πλέον ήταν αν πάθαμε κάποια ζημιά. Από ότι πρόλαβαν να καταλάβουν όταν έτρεχαν να βγουν έξω, δεν έπεσαν πράγματα εκτός… από τα δισκάκια. Με το τρόπο που έχω τοποθετημένα τα 7″ δισκάκια βινυλίου στο ράφι ήταν εύκολο να γλιστρήσουν και να παρασύρει το ένα το άλλο. Βγαίνοντας από την πόρτα τα είδαν να πέφτουν όλα στα πάτωμα.

Καημός.

«Μπαμπά, μπαμπά, τα δισκάκια σου, φοβάμαι πως θα σπάσανε! » Τα καθησύχασα εξηγώντας τους ότι είναι μύθος αυτό το πράγμα (από τους πολλούς που κυκλοφορούν εδώ που τα λέμε). Τους είπα πως οι δίσκοι βινυλίου δεν σπάνε και τόσο εύκολα, πως πρέπει να πέσουν υπό συγκεκριμένη γωνία και γυμνά από το εξώφυλλο για να συμβεί αυτό ή να τα πλακώσει κάτι βαρύ και το πως πιθανότερο είναι ότι δεν θα έχει σπάσει κανένα.

Αφού ηρέμησαν τελείως τα πράγματα μπήκαμε πάλι στο σπίτι και πράγματι βρήκα τα 7″ σινγκλάκια στοίβα στο πάτωμα. Ξεχώριζε, με το έντονο κίτρινο του λεμονιού χρώμα του και τα έντονα κόκκινα γράμματα το «Hooligan» των The Heart Throbs, οπότε το χέρι μου πήγε εκεί. Δεν είχε πάθει τίποτε βέβαια. Ούτε αυτό, ούτε κάποιο άλλο.

Αυτό το τελείως τυχαίο περιστατικό πυροδότησε στο κεφάλι μου ένα γαϊτανάκι από σκέψεις. Χρειάστηκε ένας σεισμός και ένα ασήμαντο ατύχημα (η πτώση από το ράφι) για να θυμηθώ την ύπαρξη του «Hooligan». Όχι απλώς ότι «το έχω» στη δισκοθήκη μου (αυτό είναι το λιγότερο), αλλά την ίδια του την ύπαρξη.

Μιλάμε τώρα για ένα τραγούδι που κυκλοφόρησε το 1993 και που ήταν τέτοια η επιτυχία του στους εναλλακτικούς κύκλους της Ευρώπης (και στην Ελλάδα) ώστε στην χώρα μας δεν υπήρχε «ροκομάγαζο» ή αντίστοιχου στυλ καφετέρια που να μην έπαιζε συστηματικά το τραγούδι. Η επιτυχία του μάλιστα δεν είχε περιοριστεί μόνο στους εναλλακτικούς κύκλους. Είχε πετύχει και το περίφημο crossover και είχε γίνει γνωστό και αγαπητό και σε ευρύτερο κοινό μιας και ακούγονταν και από πολλούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Με δυο λόγια ήταν ένας ύμνος στην εποχή του. Άρεσε πολύ.

Ο χρόνος που περνάει όμως, ειδικά ο χρόνος στην εποχή του διαδικτύου είναι αμείλικτος.

Αν δεν έχεις διαρκή ή έστω σχετικά σταθερή παρουσία στις οθόνες του κόσμου τούτου… απλώς σε καταπίνει ο χρόνος. Δεν έχει σημασία αν είσαι το «Hooligan» των Heart Throbs ή το «Mr. Big Stuff» της Jean Knight (από τις πολύ μεγάλες επιτυχίες της Stax records στην Αμερική και σε ένα βαθμό σημαντικό για την καθιέρωση του ήχου και του μύθου της εταιρείας). Δεν έχει σημασία αν είσαι το «Όταν σβήνει η οθόνη» του Χρήστου Γιαννόπουλου (πολύ μεγάλη επιτυχία πανελληνίως το 1985 από την κραταιά τότε CBS) ή το «Παραμύθι της Νεράιδας» που τραγούδησε η Μαρία Μούτσιου (από την οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη «Περουζέ», μεγάλη επιτυχία του 1911. Η δε Μούτσιου είχε αργότερα στην πορεία της και διεθνή καριέρα.)

Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των επιτυχιών του σήμερα είναι καταδικασμένες από χέρι να ξεχαστούν πάρα πολύ γρήγορα – στα όρια του σχεδόν σαν να μην υπήρξαν ποτέ – . Μία στρατιά επιτυχιών του χθες – ακόμη και διεθνών επιτυχιών – δεν έχει αντέξει στην εποχή του διαδικτύου και επίσης βρίσκονται στα όρια του να μην υπήρξαν ποτέ. Και από τη στιγμή που ισχύει αυτό, δεν έχει και πολύ νόημα να συζητήσουμε καν για τα κομμάτια που δεν έγιναν επιτυχίες και απλά (;) είχαν μια αξιοπρεπή πορεία. Αυτά κι αν τα καταπίνει ο χρόνος. Κι ας είχαν ορισμένα από αυτά τα φόντα ακόμη και να γίνουν viral (για να μιλήσω με σύγχρονους όρους) όπως π.χ. το σατιρικό «Λαϊκός Τραγουδιστής» των Γιώργου Μακρή & Zoolixo Λίγο (1998).

Γιατί, για να αντέξει το οτιδήποτε πλέον, είναι απαραίτητη η σταθερή παρουσία του στις οθόνες αυτού του κόσμου. Δεν αρκεί το περίφημο «από στόμα σε στόμα» το οποίο ήταν ο βασικός τρόπος διάδοσης της μουσικής (και όχι μόνο της μουσικής βέβαια) κατά τις παλαιότερες δεκαετίες. Έτσι κι αλλιώς – για να αρχίσουμε από τα βασικά – δεν την «μιλάμε» την μουσική πια. Το πολύ – πολύ να στείλουμε κανένα link σε φίλο μας γράφοντας του: «Άκου αυτό! «. Αλλά όχι, δεν «μιλάμε» σχεδόν τίποτε πια. Άρα, ποιο «από στόμα σε στόμα»;

Κι έτσι «μιλάνε» εκ μέρους μας οι αλγόριθμοι. Οι πάσης φύσεως αλγόριθμοι που ακολουθούν συγκεκριμένες διαδρομές που βγάζουν λίγο – πολύ σε συγκεκριμένους προορισμούς. Και οι περισσότεροι προορισμοί , για να εμφανιστούν στην οθόνη μας χρειάζεται να έχουν έτσι κι αλλιώς μεγάλο αριθμό κλικς, followers και τα άλλα ανάλογα. Κι έτσι – για να το πω μεταφορικά – οι «πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι» και οι «φτωχοί παραμένουν φτωχοί», αν όχι γίνονται «φτωχότεροι». Αυτοί οι δεύτεροι πολλές φορές παραμένουν «φτωχοί» παρότι φροντίζουν να έχουν μια όσο το δυνατόν πιο αξιοπρεπή διαδικτυακή παρουσία. Αλλά πάντα κάποιοι άλλοι έχουν περισσότερη παρουσία.

Ο μετρητής δείχνει 1.359 προβολές από τον Ιανουάριο του 2014 που ανέβηκε το συγκεκριμένο link του «Hooligan» στο You Tube (link μετά το τέλος του κειμένου).

«Amazing» γράφει κάποιος στο ένα από τα 2 σχόλια που υπάρχουν κάτω από το βίντεο. «Better time» γράφει το άλλο σχόλιο. Εννοώντας βέβαια και οι δύο σχολιαστές διαφορετικά πράγματα από αυτά που αυτόματα σκέφτηκα εγώ όταν διάβασα τα σχόλια τους σε αυτό το κυβερνο-ναυάγιο. Τελικά τα δισκάκια δεν σπάνε τόσο εύκολα όσο ίσως νομίζουμε. Τα links όμως – ακόμη κι όταν είναι ενεργά – μάλλον «σπάνε» πιο εύκολα…


Κεντρική φωτογραφία θέματος: Emir Kaan Okutan from Pexels