Μπαίνεις στον χώρο και τίποτα δεν σε διαβεβαιώνει ότι βρίσκεσαι σε πρόβα. Το φως είναι ακόμη αμήχανο, σαν να μην έχει αποφασίσει αν θέλει να φωτίσει ή απλώς να υπάρχει. Μερικές καρέκλες είναι παρατημένες σε λάθος θέσεις, μια βαλίτσα ακουμπά στον τοίχο χωρίς να τραβά αμέσως την προσοχή. Δεν μοιάζει με σκηνή. Μοιάζει περισσότερο με χώρο αναμονής, με κάτι που δεν έχει ξεκινήσει ακόμα ή που μόλις τελείωσε και άφησε πίσω του ίχνη.
Κάποια στιγμή ακούγεται μια φωνή. Όχι δυνατά. Σχεδόν σαν να δοκιμάζει αν ο χώρος την αντέχει. Η φράση λέγεται, σταματά, ξαναλέγεται. Δεν υπάρχει ακόμη ρυθμός, υπάρχει αναζήτηση. Η πρόβα αποκαλύπτεται όχι ως διαδικασία παραγωγής ενός αποτελέσματος, αλλά ως τρόπος να κατοικήσεις προσωρινά έναν τόπο που δεν σου ανήκει.
Η ηθοποιός κινείται αργά, χωρίς βιασύνη. Δεν «παίζει». Ακουμπά τη βαλίτσα, απομακρύνεται, επιστρέφει. Κάθε κίνηση μοιάζει σαν να δοκιμάζει αν μπορεί να ριζώσει. Σαν να ψάχνει πού τελειώνει το σώμα της και πού αρχίζει ο χώρος. Δεν υπάρχει σαφές όριο ανάμεσα στο πρόσωπο του ρόλου και στο πρόσωπο της πρόβας. Υπάρχει μόνο μια συνεχής διαπραγμάτευση.
Ο σκηνοθέτης δεν δίνει οδηγίες με ένταση. Παρατηρεί. Περιμένει. Σιωπά. Στη σιωπή αυτή γεννιούνται οι πιο καθαρές αποφάσεις. Η πρόβα δεν προχωρά με βήματα, αλλά με μικρές μετατοπίσεις. Ένα βλέμμα που κρατάει λίγο παραπάνω. Μια παύση που βαθαίνει. Ένα αντικείμενο που αλλάζει θέση και μαζί του αλλάζει και η σημασία του.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Αυτό που αρχίζει να διαφαίνεται είναι μια μορφή μοναξιάς που δεν φωνάζει. Δεν ζητά συμπόνια. Υπάρχει απλώς σαν δεδομένο. Η γυναίκα της πρόβας δεν μοιάζει να περιμένει κάτι από τους άλλους. Σαν να έχει ήδη αποδεχτεί ότι η συνάντηση είναι πάντα προσωρινή. Ότι οι άνθρωποι περνούν όπως περνούν και οι χώροι, όπως περνούν και οι πόλεις.
Κάποια στιγμή ο χώρος γίνεται αισθητός με τρόπο σχεδόν σωματικό. Δεν είναι σκηνή. Δεν είναι καφενείο. Είναι κάτι ενδιάμεσο, που επιτρέπει στο βλέμμα να περιπλανηθεί χωρίς να προστατεύεται από απόσταση. Ο θεατής εδώ δεν θα έχει πού να κρυφτεί. Θα βρίσκεται τόσο κοντά, ώστε κάθε ανάσα, κάθε μικρή αστάθεια της φωνής, να γίνεται μέρος της εμπειρίας του.
Η βαλίτσα αποκτά βάρος. Όχι πρακτικό, αλλά υπαρξιακό. Δεν είναι αντικείμενο μετακίνησης. Είναι αντικείμενο αναμονής. Σαν να κουβαλά μέσα της όχι πράγματα, αλλά αποφάσεις που δεν πάρθηκαν ποτέ. Σαν να είναι πάντα έτοιμη για μια φυγή που δεν ολοκληρώνεται.
Η πρόβα προχωρά και δεν μοιάζει να οδηγείται σε λύση. Μοιάζει να χτίζει ένα τοπίο. Ένα τοπίο εσωτερικό και αστικό μαζί. Εκεί όπου η κατοίκηση γίνεται προσωρινή, οι σχέσεις λειτουργούν με δανεισμένο χρόνο και η αίσθηση του ανήκειν μετατρέπεται σε κάτι εύθραυστο, σχεδόν αόρατο.
Φεύγοντας, δεν έχεις δει ακόμη την παράσταση. Δεν ξέρεις πώς θα είναι, πού ακριβώς θα σταθείς, τι ακριβώς θα σου ζητηθεί ως θεατή. Έχεις όμως την αίσθηση ότι μπήκες για λίγο μέσα σε έναν κόσμο που διαμορφώνεται μπροστά σου, χωρίς βεβαιότητες, χωρίς θεατρική ασφάλεια. Έναν κόσμο που δεν σε καλεί να τον παρακολουθήσεις, αλλά να σταθείς δίπλα του όσο ακόμη δοκιμάζει να υπάρξει.
Διαβάστε επίσης:
Η σκιά της μύγας, της Βαλεντίνας Παπαδημητράκη σε σκηνοθεσία Τάσου Καρακύκλα στο Ρεκτιφιέ