Η ποιήτρια, πεζογράφος και συγγραφέας παιδικών βιβλίων, Στέργια Κάββαλου, εξηγεί ότι θέλει να γράψει ιστορίες για αυτό το κάτι που πάντα μένει, περιγράφει με ένα ποίημα την αγάπη της για την πρώτη και την τρίτη ηλικία, και αναζητά την εκδοχή του εαυτού της που θα φέρει την ισορροπία.

Συνέντευξη: Σωτηρία Γεωργαντή


– Ο τίτλος της συλλογής Κάτι κλαίει ακόμα πώς προέκυψε και τι αντιπροσωπεύει για εσάς;

Ο τίτλος ήταν το μόνο που είχα. Τον άκουσα στην παρουσίαση της εργασίας μιας συμφοιτήτριάς μου στο μάθημα του Οπτικού Πολιτισμού όταν έκανα το Μεταπτυχιακό της Πολιτιστικής Διαχείρισης το 2013 στην Πάντειο. Είχε ασχοληθεί με τις ημίγυμνες φωτογραφίες της Nelly στον Παρθενώνα. Κουρασμένη όπως ήμουν –τα μαθήματα ήταν απογευματινά και τα πρωινά δούλευα–κοιτούσα κυρίως τον προτζέκτορα και τις κλασικές, πλέον, πόζες της Μόνα Πάιβα.

Η προσοχή μου επανήλθε στα λόγια της συμφοιτήτριάς μου όταν στον επίλογο της παρουσίασής της χρησιμοποίησε τη φράση «κάτι κλαίει ακόμα» αναφερόμενη στα γλυπτά του Παρθενώνα που δεν είναι πλέον εκεί, αλλά που μάλλον θα έπρεπε. Αμέσως τη σημείωσα, πράγμα που δεν συνηθίζω να κάνω, και το ίδιο άμεσα ανακοίνωσα στους κοντινούς μου ανθρώπους ότι το επόμενό μου βιβλίο με διηγήματα θα λέγεται έτσι (είχε ήδη δρομολογηθεί η έκδοση της δεύτερης συλλογής μου με διηγήματα Φαμιλιάλ που κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ). Περιττό να σας πω ότι στους περισσότερους δεν άρεσε ο τίτλος, κάτι που φυσικά δεν με αποθάρρυνε.

Τον τίτλο τον είχα, λοιπόν, άρα έμενε το βασικό, οι ιστορίες. Υποθέτω ότι η σιγουριά μου για το ότι ο συγκεκριμένος τίτλος ήταν ο «σωστός» είχε τη ρίζα της στη σκέψη ότι θέλω να γράψω ιστορίες για αυτό το κάτι που πάντα μένει. Άλλοτε σαν παράπονο, άλλοτε σαν προτροπή, και συχνά σαν απλή διαπίστωση. Ξεχνάμε τόσα πολλά, ξεχνάω, και θυμώνω γι’ αυτό. Η ευγνωμοσύνη προς έναν άγνωστο, η απώλεια ενός αγαπημένου, η στιγμή που κατά λάθος πάνε όλα στραβά, ο γονικός φόνος, η παιδική ζήλεια, η απόπειρα βιασμού, το ξόδεμα έφτιαξαν ένα βιβλίο-υπενθύμιση όχι ένα βιβλίο-ανάμνηση.

– Εκτός από το διήγημα έχετε καταπιαστεί με το παιδικό βιβλίο αλλά και με την ποίηση. Γιατί επιλέξατε τη φόρμα του διηγήματος για αυτές τις ιστορίες;

Το 2010 μπήκα στη λογοτεχνία με διήγημα και παιδικό. Αργότερα ήρθε η ποίηση. Το διήγημα σαν φόρμα μού έδωσε τον πιο βολικό χώρο για να στήσω τις ιστορίες αυτού του κάτι που θέλει να μείνει αξέχαστο είτε σαν τραγωδία, είτε σαν σκανταλιά, είτε σαν μια ακόμα μέρα.

– Πολλά από τα διηγήματα της συλλογής Κάτι κλαίει ακόμα αναφέρονται σε γεγονότα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας ή τη σχέση παιδιών με γονείς και παππούδες. Γιατί σας ελκύει αυτή η θεματική;

Νομίζω πως από το Αλτσχάιμερ Trance (διηγήματα, εκδόσεις Τετράγωνο) φάνηκε η αγάπη για την πρώτη και την τρίτη ηλικία. Μεσολάβησε το Φαμιλιάλ τα διηγήματα του οποίου είχαν να κάνουν με την οικειότητα των οικογενειακών, κυρίως, σχέσεων και με την τελευταία συλλογή μπορώ να πω ότι έχω μιλήσει και για τις δυο μου γιαγιάδες και για τους δυο μου παππούδες πάνω από μία φορά.

Θυμάμαι τη Ρίκα Βαγιάννη να με ρωτάει πότε θα γράψω ένα βιβλίο για κανέναν μεγάλο μου έρωτα και να αναρωτιέται πώς μου προκύπτει τέτοια τρυφεράδα και τέτοια βαθιά κατανόηση για τον κόσμο των μικρών και των μεγάλων. Να είναι άραγε η γοητεία των άκρων; Η καλύτερη απάντηση είναι το ποίημα «θα φοβηθώ» από τη συλλογή μου Δρόμος από γάλα, εκδ. Κέλευθος:

σηκώνεται στο εκρού κάγκελο
θέλει να ανοίξει το φωτάκι.
πιέζει με το δάχτυλο τον διακόπτη
πλέον το καταφέρνει με την πρώτη.
θα το κάνει πολλές φορές
προτού πέσει προς τα πίσω
πάνω στα αφράτα μαξιλάρια
ή στο κόκκινο ελικόπτερο
το καινούριο της παιχνίδι.
θα το κάνει τόσες φορές
που θα φοβηθώ
ότι τη νοιάζει μόνο
η αρχή και το τέλος.
κάνε να μοιάσει αλλού
για να λατρέψει το ενδιάμεσο!
κλείνω τα μάτια στον φόβο μου
και το παίρνω απόφαση.
αύριο θα μετακινήσω το κρεβάτι.

– Συχνά στα διηγήματά σας γίνεται μια ανατροπή, με αποτέλεσμα να αποκαθίσταται η ισορροπία μετά από μία υπερβολή προς τη μία ή προς την άλλη πλευρά. Θα λέγατε ότι αυτή η αφηγηματική γραμμή απηχεί γενικότερα τη θεώρησή σας στα πράγματα;

Πολλές φορές νιώθω ότι έχω μπροστά μου μια τραμπάλα. Άλλοτε είμαι πάνω της, άλλοτε βλέπω  άλλους να παίζουν. Είναι σαν να νιώθω τη μανία του ύψους, τη θλίψη του βάθους, την ανάγκη της εναλλαγής, αναζητώντας πάντα την εκδοχή του εαυτού μου που θα φέρει την ισορροπία η οποία θα επιτρέψει τη λειτουργική συνέχιση της ζωής, και όσον αφορά στο διήγημα τη λειτουργική συνέχιση-ολοκλήρωση της ιστορίας. Υποθέτω ότι η ψυχική μας κατάσταση επηρεάζει και τα δημιουργήματά μας.

– Ο τόνος της αφήγησης σε όλη τη συλλογή δεν έχει εξάρσεις, μοιάζει με τόνο αποστασιοποιημένου παρατηρητή ακόμα και όταν η αφήγηση είναι σε πρώτο πρόσωπο. Αυτό έγινε σκόπιμα, και εάν ναι, γιατί;

Ήταν ένας τρόπος, όχι όμως και ένα τέχνασμα, για να ενισχυθεί η έννοια του περάσματος του χρόνου, που τελικά κάνει ακόμα και τις πιο βιωματικές και σκληρές ιστορίες, διηγήσεις.