107 χρόνια — τόσα έζησε ο μουσικός Γιώργος Κατσαρός. Και δεν ήταν μόνο πολλά, αλλά και γεμάτα, αφού ανέβηκε στο πάλκο από τα 12 του χρόνια και δεν το εγκατέλειψε μέχρι το τέλος της μυθιστορηματικής ζωής του, το 1997.
Γεννημένος το 1882, ταξίδεψε στην τρίτη θέση για την Αμερική, έχοντας ήδη μπολιαστεί με τη μουσική που αναδυόταν από την ελληνική λαϊκή ψυχή. Εκεί συνέχισε να τη μεταφέρει στους μετανάστες, στις πέντε ηπείρους όπου υπήρχε ελληνισμός, υφαίνοντας μέσα από στίχους και νότες τον μίτο της επαφής με την πατρίδα.
Στη διαδρομή του γνώρισε και συνεργάστηκε με σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο Αντρές Σεγκόβια, η Ρίτα Ρίο, ο Αλ Καπόνε, ο Μανώλης Χιώτης κ.ά. Το ότι γνωρίζουμε σήμερα την ιστορία του οφείλεται στον μουσικολόγο Παναγιώτη Κουνάδη, που την κατέγραψε από τον ίδιο τη δεκαετία του 1970.
Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, η Σοφία Ευκλείδου (τσέλο, τραγούδι) και ο Λεονάρδος Μπατής (κλαρίνο, κιθάρα, τραγούδι) μεταφέρουν το πνεύμα και τη μουσική του στη σκηνή του ΠΛΥΦΑ, με την παράσταση «Τι θα κάνουμε βρε φίλοι».
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Πρόκειται για μια σύγχρονη μουσικοθεατρική αφήγηση που προσεγγίζει αυτή τη διαδρομή όχι ως βιογραφία, αλλά ως ζωντανό υλικό προς επεξεργασία.
Με αφορμή την παράσταση, μιλούν στο CultureNow για τη μουσική, τη μνήμη και τη σημερινή σημασία του Κατσαρού.
Συνέντευξη στον Γιάννη Ασδραχά
***
-Ο Γιώργος Κατσαρός υπήρξε ένας μουσικός που έζησε περισσότερο από έναν αιώνα και παρέμεινε ενεργός σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του. Πώς εξηγείτε αυτή τη σπάνια αντοχή μέσα στον χρόνο; Τι πιστεύετε ότι του επέτρεψε να διασχίσει τόσες διαφορετικές εποχές, αισθητικές και μουσικά ρεύματα, χωρίς να χάσει τη σχέση του με το κοινό; Πώς μεταφράζεται αυτή η πολυφωνία μέσα στη σκηνική γλώσσα της παράστασης;
Σοφία Ευκλείδου, Λεονάρδος Μπατής: Ο Κατσαρός υπήρξε ένας αυθεντικός άνθρωπος και καλλιτέχνης υπό την έννοια ότι είχε πολύ ισχυρές καταβολές ήθους και αισθητικής. Αυτό είναι διαχρονικό γι’αυτό και μας αγγίζει ακόμα. Τον διέκρινε ένα θετικό πνεύμα που μεταφραζόταν σε ευγένεια και αίσθηση μέτρου. Ένας Bon Viveur μακριά όμως από καταχρήσεις. Έχει πολύ ενδιαφέρον ότι ενώ τραγουδάει χασικλίδικα ο ίδιος στις συνεντεύξεις του δεν φαίνεται να υπερασπίζεται σθεναρά έναν τέτοιο τρόπο ζωής. Είχε μια αγνή σχέση με την μουσική πέρα από ακαδημαϊσμούς. Ένας γνήσιος διασκεδαστής.
Τώρα ως προς το θέμα της πολυφωνίας να πούμε ότι αποτελεί έναν βασικό άξονα της παράστασης μας γιατί πραγματικά η ιστορία που λέμε αφορά τις τεράστιες αλλαγές που βίωσε η ανθρωπότητα τον περασμένο αιώνα. Ερμηνεύουμε τα τραγούδια του και την ζωή του υπό αυτό το πρίσμα.
-Στη βιογραφία του Κατσαρού υπάρχει ένα στοιχείο σχεδόν απρόσμενο: η επαφή του με τον κόσμο του Χόλυγουντ, τον Αντρέ Σεγκόβια και γενικά το διεθνές καλλιτεχνικό περιβάλλον της εποχής. Πώς διαμορφώνει αυτή η διάσταση την εικόνα που έχουμε για έναν μουσικό που συχνά τον φανταζόμαστε μόνο μέσα στο πλαίσιο της ελληνικής διασποράς;
Σοφία Ευκλείδου, Λεονάρδος Μπατής: Πραγματικά είναι εντυπωσιακό το τι συνέβαινε στις αρχές του 20ου αιώνα στην Αμερική και ο Κατσαρός ήταν νέος, ταλαντούχος και ορεξάτος στο κέντρο αυτής της πολιτισμικής και οικονομικής έκρηξης. Ναι, ο Σεγκόβια ήταν θαυμαστής και φίλος του. Κοσμοπολίτης σπάνιος. Δεν μπορούμε να αντισταθούμε στο πειρασμό του name dropping.. Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ, Αλ(έκος) Καπόνε ή Καπόνης, Ντίν Μάρτιν, Χάρι Τζέιμς, Τσάρλι Τσάπλιν, Φράνκλιν Ρούσβελτ, Τζίν Χάρλοου είναι λίγα ενδεικτικά ονόματα των επαφών του. Αν προσθέσουμε και προσωπικότητες της Ελλάδας, όπως όλους τους ρεμπέτες της εποχής καθώς και τον Βασιλιά αφού ζούσε στο παλάτι ως γιός της μαγείρισσας, αλλά και προσωπικότητες όλου του κόσμου, η ζωή του φαντάζει πραγματικά σαν ψεύτικη. Και η αλήθεια είναι ότι ξεκινώντας από τα παραμύθια του Παππού του στην Αμοργό βρέθηκε να ζει δίπλα στην Walt Disney Word Resort της Florida πράγμα που με έναν παράξενο τρόπο έχει επηρεάσει την αφήγηση μας.
Ακριβώς αυτό τον κάνει έναν κοσμοπολίτη ρεμπέτη και όχι απλά έναν ρεμπέτη της ελληνικής διασποράς.

-Η δική σας μουσική διαδρομή περνά από την κλασική μουσική, τη μουσική δωματίου, αλλά και από συνεργασίες με καλλιτέχνες διαφορετικών κόσμων. Πώς προσεγγίζετε έναν δημιουργό όπως ο Κατσαρός, του οποίου η μουσική γεννήθηκε μέσα σε ένα λαϊκό και μεταναστευτικό περιβάλλον;
Σοφία Ευκλείδου: Παρότι η αφετηρία μου είναι η κλασσική μουσική, εδώ και χρόνια με γοητεύουν οι παραδόσεις της Ανατολικής Μεσογείου, όπου το βιολοντσέλο έχει πλέον ριζώσει βαθιά τον τελευταίο αιώνα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το λαϊκό και μεταναστευτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε η μουσική του Κατσαρού. Προσπαθώ να την προσεγγίσω ακούγοντας την δική της γλώσσα και την αμεσότητα της έκφρασής της, αφήνοντας το τσέλο να λειτουργήσει ως μια φωνή μέσα σε αυτή την παράδοση.
Ο Κατσαρός στην Αμερική υπήρξε μια ζωντανή γέφυρα μεταξύ διαφορετικών κόσμων. Το τσέλο με τον κοσμοπολίτικο αλλά και τον βαθιά λυρικό του χαρακτήρα, ταιριάζει απόλυτα με το πνεύμα που ο ίδιος ο Κατσαρός κουβαλούσε και εξέφραζε.
-Ο ήχος του Κατσαρού φέρει μέσα του πολλά ίχνη: το Αιγαίο, τη Μικρασία, το ρεμπέτικο, αλλά και την εμπειρία της αμερικανικής διασποράς. Πώς μεταφράζεται αυτό το πολυσύνθετο μουσικό τοπίο μέσα από το τσέλο που χρησιμοποιείτε στην παράσταση; Τι καινούργιο ανακαλύπτετε για το ίδιο το όργανο;
Σοφία Ευκλείδου: Το βιολοντσέλο είχε μια ιδιαίτερη και σημαντική παρουσία, κυρίως κατά τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, στις ορχήστρες του σμυρναίικου αλλά ακόμη και του ρεμπέτικου τραγουδιού – ιδιαίτερα στις ηχογραφήσεις της Αμερικής. Της Παπαγκίκα, για παράδειγμα, η οποία μάλιστα συνεργαζόταν συστηματικά με τον Κατσαρό. Ο ρόλος του ήταν βέβαια συνήθως συνοδευτικός. Επίσης, όπως προανέφερα, στην Ανατολική μεσόγειο εντάσσεται στις ορχήστρες παίζοντας μάλιστα ακόμη μελωδίες και ταξίμια.
Στην παράστασή μας ο ρόλος του είναι άλλοτε μελωδικός, άλλοτε ρυθμικός, αρμονικός ή αντιστικτικός, με ένα πολύ ευρύ συχνοτικό φάσμα. Κάνει σόλο και ταξίμια. Μαζί με αυτά, το γεγονός ότι χρησιμοποιώ και διάφορα πετάλια, εφέ και λουπαδόρο – καθώς θέλουμε στην αφήγησή μας να δείξουμε το πέρασμα από το ημίφως του καντηλιού της προηλεκτρικής εποχής στη σύγχρονη – προσφέρει ακόμη περισσότερες ηχητικές δυνατότητες.
Έτσι, αυτό το πολυσύνθετο μουσικό τοπίο βρίσκει πολλές διαφορετικές εκφράσεις μέσα από το τσέλο. Βέβαια, αυτή η ευελιξία του οργάνου προϋποθέτει χρόνια μελέτης και πειραματισμού. Δεν είναι κάτι καινούριο για μένα να προσπαθώ να συγκεράσω στο παίξιμό μου όλα αυτά τα στοιχεία. Αυτό που κυρίως πρωτοτολμώ εδώ είναι το τραγούδι, παίζοντας ταυτόχρονα με το τσέλο – κάτι που ανοίγει για μένα έναν καινούργιο τρόπο έκφρασης.
– Έχετε ταξιδέψει και εμφανιστεί σε πολλές χώρες. Συναντήσατε ποτέ, στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, τη μνήμη ή το όνομα του Κατσαρού; Και αν ναι, τι εικόνα σας μετέφεραν για εκείνον;
Σοφία Ευκλείδου: Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να δώσω μια ικανοποιητική απάντηση εδώ, μιας και για εμένα η γνωριμία μου με τον Κατσαρό, σχεδόν δεν έχει κλείσει χρόνο, αν και πρέπει να πω πως ήταν έρωτας κεραυνοβόλος! Σε αυτό λοιπόν το διάστημα ταξίδεψα μόνο στην Κίνα, όπου για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με κάποιον Έλληνα…
-Εκτός από μουσικός, είστε και σκηνοθέτης. Πώς επηρεάζει αυτή η θεατρική σας εμπειρία τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζετε το έργο και τη μορφή του Κατσαρού σε μια μουσική παράσταση;
Λεονάρδος Μπατής: Η βασική μου ιδιότητα είναι αυτή του ηθοποιού. Εγώ θεωρώ τον εαυτό μου άνθρωπο του θεάτρου. Αυτό με έναν τρόπο περιλαμβάνει και την μουσική και την σκηνοθεσία και την δραματουργία. Οπότε η μορφή του Κατσαρού για μένα αποτελεί έμπνευση και αφορμή για προσωπική έκφραση σήμερα υπό το πρίσμα του τραγικού. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι δεν με ενδιαφέρει να προσπαθήσω να αναπαράξω με πιστότητα το ύφος του Κατσαρού αλλά να συνομιλήσω με αυτό και να αναδείξω ποιότητες σε σχέση με αυτό που βιώνω σήμερα. Λέμε στην παράσταση την δική μας ιστορία με βάση τα τραγούδια του, την ιστορία της ζωής του και γενικότερα την προσωπικότητα του όπως έχει φτάσει σε εμάς. Αυτό μεταφράζεται σε μια μεταμοντέρνα αφήγηση. To sound design, που κάναμε σε συνεργασία με τον Μηνά Εμμανουήλ, είναι το βασικό μέσο με το οποίο χτίζουμε αυτή την συνομιλία αναδεικνύοντας θέματα όπως η εξέλιξη της τεχνολογίας, το φαινόμενο της αρμονίας και ο κοσμοπολιτισμός. Τι σημαίνει να έχεις ζήσει όλο τον 20ο αιώνα; Ποιοι είμαστε σήμερα; Η στάση του αμοργιανού Γιώργου Θεολογίτη, με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Κατσαρός (ήταν Κατσαρομάλλης), απέναντι στη ζωή και την τέχνη τι μπορεί να μας φανερώσει; Καβαλάμε λοιπόν το κύμα και ταξιδεύουμε μαζί του.
-Η δική σας μουσική πορεία περιλαμβάνει παραδοσιακά, klezmer και αυτοσχεδιαστικές μορφές μουσικής. Ποια συγγένεια βρίσκετε ανάμεσα σε αυτούς τους κόσμους και στο μουσικό σύμπαν του Κατσαρού;
Λεονάρδος Μπατής: Ο κοινός άξονας για μένα είναι ότι τραγούδι και τραγωδία προκύπτουν ετυμολογικά από το τραγικό. Η ερμηνεία λοιπόν υπό το πρίσμα του τραγικού αποτελεί για μένα κεντρικό καλλιτεχνικό άξονα. Τι είναι το τραγικό; Το ότι δεν γνωρίζουμε αλλά κάνουμε σαν να γνωρίζουμε, η αμφισημία, το συναίσθημα, το σημείο όπου τα ιδανικά και η πραγματικότητα συναντιούνται, ότι πάσχουμε όλοι μαζί. Αυτό θαυμάζω και με συγκινεί. Οι στίχοι και οι μελωδίες των τραγουδιών που ερμήνευσε ο Κατσαρός είναι πραγματικά εξαιρετικοί και φέρουν αυτή την ποιότητα. Ο τρόπος όμως κάνει την διαφορά. Ο αυτοσχεδιασμός αποτελεί ένα βασικό μέσο έκφρασης στη σμυρναίικη μουσική παράδοση. Αυτό ισχύει και στα klezmer. Επίσης οι δύο παραδόσεις έχουν συγγένειες στους δρόμους. Πολλά χιτζάζ για όσους καταλαβαίνουν. Ο Κατσαρός όμως έπαιζε και πολλά ελαφρά αστικά τραγούδια διαφόρων συνθετών της εποχής αλλά και δικά του. Και σε αυτό με έναν τρόπο συγγενεύει με τα klezmer που είναι πολύ επηρεασμένα από την ευρωπαϊκή μουσική. Κάτι άλλο που μόλις συνειδητοποίησα και αξίζει να σημειωθεί είναι ότι η αναγέννηση της Klezmer μουσικής έγινε στην Αμερική ακριβώς την ίδια περίοδο που έζησε και εργάστηκε ο Κατσαρός δηλαδή αυτή των μεγάλων μεταναστευτικών ρευμάτων των αρχών του περασμένου αιώνα. Μετανάστες και νοσταλγία.
-Ως καλλιτέχνης που κινείται ανάμεσα στη μουσική και στο θέατρο, πώςβλέπετε μια τέτοια παράσταση: περισσότερο σαν συναυλία ή σαν μια μορφήαφήγησης για έναν άνθρωπο και μια εποχή;
Λεονάρδος Μπατής: Πολύ καίρια η ερώτηση. Με γοητεύει και πιστεύω πολύ στην δραματουργία. Η διαλεκτική που ενυπάρχει μέσα στη δραματουργία αποτελεί ερμηνευτικό τρόπο. Αυτή είναι που θα αναδείξει το τραγικό στοιχείο που συγκινεί. Για μένα το θέατρο είναι και μια μουσική πράξη. Η παράσταση μας λοιπόν είναι βασισμένη στα τραγούδια και την ζωή του Κατσαρού αλλά με σκοπό μια δική μας προσωπική μουσικοθεατρική αφήγηση. Δεν είναι ούτε συναυλία όπου προσπαθούμε να παίξουμε σαν τον Κατσαρό ούτε θέατρο ντοκουμέντο. Είναι μια έκφραση που αφορά την διαπραγμάτευση κάθε ανθρώπου με την εποχή του. Πώς να εναρμονίσεις μέσα σου θέματα όπως Τεχνολογία, Πυρηνικά, Πόλεμος, Διαφορετικότητα, Αγάπη, Πατρίδα, Έρωτας, Οικογένεια; Οι αντιφάσεις της ζωής. Για παράδειγμα, ο Κατσαρός ήταν βαθιά θρησκευόμενος και ευεργέτης αλλά ταυτοχρόνως έπαιζε σε προσωπικές εκδηλώσεις του Αλ Καπόνε και σε χαρέμια Ελλήνων μαχαραγιάδων της Ινδίας…
-Τι είναι αυτό που σας γοητεύει περισσότερο στην προσωπικότητα και στο έργο του Κατσαρού και γιατί πιστεύετε ότι αξίζει να τον ξανασυστήσουμε σήμερα στο κοινό;
Σοφία Ευκλείδου, Λεονάρδος Μπατής: Ο Κατσαρός ήταν αυθεντικός. Έπαιζε σαν παιδί. Ακούς στον ήχο του τα γλέντια της Αμοργού και τα delta blues του Μισισιπή. Δεν φαίνεται να έχανε το κέφι του ούτε να τον ακυρώνουν πιθανά λάθη. Έπαιζε ταυτοχρόνως με ελαφράδα και βάθος. Αυτή η ποιότητα είναι πραγματικά γοητευτική και είναι άμεσα συνδεδεμένη με την προσωπικότητα του. Ήταν επαγγελματίας χωρίς να χάνει την φρεσκάδα του ερασιτέχνη. Οι πολύωρες συνεντεύξεις που του πήρε ο Παναγιώτης Κουνάδης αποσπάσματα των οποίων ακούγονται στην παράσταση είναι αποκαλυπτικές. (Εδώ θέλουμε να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας στον Κο Κουνάδη και στην κόρη του την Ελίτα που μας επέτρεψαν την χρήση τους και μας τίμησαν στην πρεμιέρα) Είναι πραγματικά ένας θησαυρός όπου ακούς στην γλώσσα αυτού του ανθρώπου το ήθος του, το χιούμορ του και την καλοσύνη του. Καταπληκτικές αφηγήσεις που μπορεί όποιος θέλει να ακούσει online στο αρχείο Κουνάδη (vmrebetiko.gr). Ο Κατσαρός αποτελεί μια προσωπικότητα κοινής αποδοχής που στις σημερινές μέρες της πόλωσης φωτίζει έναν δρόμο.
-Η παράσταση παρουσιάζεται σε έναν χώρο που κουβαλά τη δική του βιομηχανική μνήμη, τα παλιά Πλεκτήρια–Υφαντήρια της Αθήνας. Πώς συνομιλεί, κατά τη γνώμη σας, αυτή η αρχιτεκτονική και η ατμόσφαιρα του χώρου με τον κόσμο του Κατσαρού και της μετανάστευσης;
Σοφία Ευκλείδου, Λεονάρδος Μπατής: Ως προς τον Κατσαρό και τους μετανάστες το μόνο που μας έρχεται να πούμε είναι ότι την περίοδο του μεσοπολέμου πολλοί Έλληνες μετανάστες εργάζονταν στα αμερικάνικα εργοστάσια υφαντουργίας καθώς και ότι η αισθητική των κτηρίων ταιριάζει με το μεταμοντέρνο ύφος της παράστασης.
Αν μου επιτρέπετε να προσθέσω κατι (Λεονάρδος) να πω ότι τo ΠΛΥΦΑ στην σημερινή του μορφή ως χώρος πολιτισμού προέκυψε μέσα από τον ενθουσιασμό μιας παρέας μέρος της οποίας είμαι και εγώ. Ο Μάνος Βορδοναράκης και η Ζωή Λάγγη , που τρέχουν τους χώρους, είναι λάτρεις του μεσοπολεμικού μοντερνισμού και ήταν από χρόνια αντικείμενο κουβέντας. Πέρα από τους χώρους εκδηλώσεων όπου γίνεται η παράσταση στο ΠΛΥΦΑ στεγάζεται και το προσωπικό μου εργαστήρι «υφ» με στόχο την θεατρική έρευνα πάνω σε τρείς άξονες ΠΑΙΧΝΙΔΙ-ΔΙΑΛΟΓΟΣ-ΜΟΥΣΙΚΗ.
Ταυτότητα Παράστασης
«Τι θα κάνουμε βρε φίλοι»
- Σοφία Ευκλείδου: Τσέλο fx, Τραγούδι
- Λεονάρδος Μπατής: Κλαρίνο, Κιθάρα, fx, Τραγούδι
- Μηνάς Εμμανουήλ: Sound Design
- Αλέκος Αναστασίου: Φώτα
- Επικοινωνία: Ελευθερία Σακαρέλη
Παραστάσεις
Πέμπτη 26 και Σάββατο 27 Μαρτίου στις 21.00
Διάρκεια: 80′ (χωρίς διάλειμμα)
Εισιτήρια: 12€ Προπώληση, 15€ Ταμείο
Προπώληση ticketservices.gr
Ευχαριστούμε το Αρχείο Κουνάδη για την άδεια να χρησιμοποιήσουμε αποσπάσματα συνεντεύξεων. (Όλες οι συνεντεύξεις είναι διαθέσιμες διαδικτυακά) https://vmrebetiko.gr/item/?id=3854
Διαβάστε επίσης:
Τι θα κάνουμε βρε φίλοι: Μουσικοθεατρική παράσταση για τον Γιώργο Κατσαρό στο ΠΛΥΦΑ