«Κάθε άγιος έχει ένα παρελθόν. Κάθε αμαρτωλός έχει μέλλον». Τάδε έφη Oscar Wilde. Και δίκιο είχε από τη στιγμή που όλοι είμαστε κατά περίσταση, κτήνη και υπεράνθρωποι. Από τη στιγμή που κάποιοι είμαστε αδύνατοι στο θάρρος και δυνατοί στην πονηριά. Από τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα μέσα από τις συγκρούσεις νου και ματιού – είναι κοινό μυστικό εξάλλου, το γεγονός πως το μάτι πιστεύει αυτό που βλέπει, κι ο νους βλέπει αυτό που πιστεύει. Από τη στιγμή που αποτελούμε εκείνο το είδος του αρπακτικού που στήνει μόνο του την παγίδα, την δολώνει, και ύστερα πάλι μόνο του πέφτει μέσα. Αλλά κυρίως από τη μοιραία στιγμή που ο καθένας από ‘μάς μπορεί να θεωρηθεί ή ακόμα χειρότερα, να γίνει δολοφόνος.

Αυτά ήταν όσα κατάλαβα αρχικώς, από την περίληψη του βιβλίου «Σ’ έναν έρημο τόπο» της Ντόροθι Μπ. Χιουζ, που επανδρώνει τη σειρά της κλασικής noir Λογοτεχνίας των Εκδόσεων Μίνωας. Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω γιατί, αλλά με το που το αγόρασα, κατακλύστηκα από μιαν ακατανίκητη λαχτάρα να το διαβάσω αμέσως. Δεν το σκέφτηκα πολύ. Είχα δυο – τρεις ώρες κενές. Τόσες υπολόγιζα ότι μου χρειάζονταν, άλλωστε. Τρύπωσα λοιπόν, σχεδόν μεσημέρι στο all day cafe – restaurant Cuccuvaia (Ρήγα Φεραίου 140), στο κέντρο της Πάτρας, κι αφού βολεύτηκα σε έναν από τους καναπέδες και παρήγγειλα τον καφέ μου, ξεκίνησα κατευθείαν την ανάγνωση.

Λίγο μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ντιξ Στιλ εγκαθίσταται στο Λος Άντζελες. Την ίδια περίοδο κάθε που πέφτει το σκοτάδι, μια νεαρή γυναίκα βιώνει έναν απόλυτο και τελεσίδικο τρόμο. Και στο φως της επόμενης μέρας, βρίσκεται στραγγαλισμένη. Την εξιχνίαση των εγκλημάτων αναλαμβάνει ο παλιός του φίλος και ντετέκτιβ, Μπραμπ Νικολάι. Παρόλα αυτά, όσο ο καιρός περνά κι ο φονιάς ελίσσεται σαν χέλι, το να λυθεί το μυστήριο γίνεται έμμονη αναγνωστική ιδέα. Όσο τα θύματα πολλαπλασιάζονται και οι ήρωες ακροβατούν σε τεντωμένα σχοινιά, κανείς συνειδητοποιεί πως κάποιες σιωπές αποτελούν ομολογίες. Πως η τιμωρία του ψεύτη, δεν είναι το ότι δεν τον πιστεύουν αλλά το ότι από ένα σημείο κι έπειτα, ο ίδιος αδυνατεί να πιστέψει τους άλλους. Πως τις πιο αθώες κι αγγελικές φυσιογνωμίες τις έχουν σε μεγάλο ποσοστό εκείνοι οι ένοχοι που δεν διατρέχουν τον κίνδυνο της αποκάλυψης. Και πως, όπως θα έλεγε και ο Μπωντλαίρ, η πιο ωραία πονηριά του διαβόλου είναι να μας πείσει ότι δεν υπάρχει.

Ο Ντιξ Στιλ βρίσκεται στην καρδιά των γεγονότων: μαθαίνει από πρώτο χέρι τις εξελίξεις στην έρευνα του Μπραμπ Νικολάι και συνδέεται ερωτικά με την όμορφη ηθοποιό Λόρελ Γκρέι. Διατείνεται μάλιστα πως γράφει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, πως η οποιαδήποτε πληροφορία αποτελεί για ‘κείνον έμπνευση. Ποιός να αμφισβητήσει εύκολα έναν συγγραφέα; Μήπως όμως τόσο η σύντροφός του, όσο και η σύζυγος του Μπραμπ, Σύλβια, βρίσκονται στο στόχαστρο του κατά συρροήν δολοφόνου κι απλώς δεν το ξέρουν; Δεν είναι υπερβολή: ο αναγνώστης κρατά βασανιστικά την ανάσα του καθώς αποδεικνύεται πως οι άνθρωποι φορούν μάσκες, τις οποίες συχνά δεν μπορούν να αποχωριστούν αν δεν ξεκολλήσουν κομμάτια από το ίδιο το δέρμα τους, πως η πιο ατόφια αλήθεια μας είναι αυτό που κρύβουμε και πως ένας άγραφος νόμος λέει πως ποτέ δεν πρέπει να απολογείσαι πριν κατηγορηθείς. Με δεξιοτεχνικό τρόπο η συγγραφέας πίσω στο 1947, συνέθεσε το βιβλίο εκείνο που δεν σε αφήνει να το αφήσεις. Έγραψε με δεδομένο πως εκατό υποψίες δεν είναι αρκετές να αποδείξουν το παραμικρό, και πως τα πάντα είναι γρίφος, και το κλειδί για τον γρίφο είναι κι αυτό μια απ’  τα ίδια.

Ούτε που κατάλαβα για πότε έφτασα στην τελευταία σελίδα, για πότε τελείωσα τον καφέ μου, για πότε αντίκρισα κατάματα το δολοφόνο. Σίγουρα όμως η Ντόροθι Μπ. Χιουζ γέμισε με τον καλύτερο τρόπο τις ώρες μου. Όταν όλα πήραν το δρόμο τους, ήμουν πια σίγουρη για τη συγγραφική της ευφυΐα. Ποιός είπε πως το noir αστυνομικό μυθιστόρημα είναι απλή υπόθεση; Για να το υποστηρίξεις, οφείλεις να γνωρίζεις πως ο ένοχος ενός εγκλήματος έχει το κίνητρο, τα μέσα και την ευκαιρία να το διαπράξει, πως όσα υπάρχουν στο σκοτάδι, βρίσκονται ακόμα εκεί όταν ανάβουν τα φώτα, και πως οι περιστάσεις υποδεικνύουν εμμέσως τις επιλογές μας κι ύστερα μας τιμωρούν γι’ αυτές. Για να διαβάσεις από την άλλη, ένα noir μυθιστόρημα αλλά και να το απολαύσεις, χρειάζεται μόνο να θυμάσαι τα λόγια του Χίτσκοκ «Καθένας μας αγαπά και πορώνεται με το καλοστημμένο έγκλημα, αρκεί να μην είναι ο ίδιος το θύμα.»


Διαβάστε επίσης: