Από την Χρυσούλα Μαρίνου

Λίγα μπορούν να ειπωθούν για να καλύψουν το όνομα αυτού του δραματουργικού μουσικού, οι όπερες του οποίου αποτελούν πολύτιμα στολίδια για την ιστορία της μουσικής. Ο Βάγκνερ είναι, κυρίως για τα σημερινά δεδομένα, ένας αμφιλεγόμενος συνθέτης. Έχει κριθεί ιδιαίτερα για τις αντισημιτικές του στάσεις, για την έμπνευση που τα γραπτά του έδωσαν στον Αδόλφο Χίτλερ, την φιλομοναρχική στάση που διατήρησε στο τέλος της ζωής του. Αλλά πράγματι, αίρεται η ερώτηση: μπορείς να ξεχωρίσεις το έργο από τον καλλιτέχνη; Και ποιος τελικά ήταν ο Βάγκνερ και η τόσο σημαντική συμβολή του στην τέχνη;

Στην Αρχή

Γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1813 στη Λειψία της Γερμανίας. Ο μικρός Βάγκνερ από νωρίς έρχεται σε επαφή με τη μουσική και το 1831 αρχίζει τις μουσικές του σπουδές. Λόγω της οικογένειάς του αλλά και δικού του ενδιαφέροντος, από νωρίς τον συνεπήραν οι αρχαίες τραγωδίες και κατ’ επέκταση, η όπερα. Ήταν ένα μουσικό είδος αρκετά δημοφιλές τον 19ο αιώνα και η γερμανική παράδοση είχε πολλά να προσφέρει για υλικό. Ξεκίνησε να διαβάζει έργα του Σαίξπηρ και του Γκαίτε και το 1827 γράφει το πρώτο του δράμα με τίτλο «Λόιμπαλντ».

Επηρεάζεται ιδιαίτερα από τις μεγαλοπρεπείς συνθέσεις του Μπετόβεν και, όταν ο μουσικός πεθαίνει, ο Βάγκνερ ολοκληρώνει τη πρώτη δική του «Συμφωνία σε Ντο Μείζονα» η οποία και παρουσιάζεται στο κοινό το 1833. Την ίδια περίοδο αναλαμβάνει τη θέση του μαέστρου στη χορωδία του Βίρτσμπουργκ, όπου και θα παραμείνει για ένα χρονικό διάστημα. Κατά τη διάρκεια των μουσικών του σπουδών μαθαίνει πιάνο, αρμονία και συνθέτει την πρώτη του όπερα με τίτλο «Νεράιδες», εμπνευσμένη από ένα παραμύθι του Κάρλο Γκότσι, την οποία κανένα θέατρο δεν δέχεται να ανεβάσει. Ο Βάγκνερ όμως, που από νωρίς επιδεικνύει έναν δυναμικό χαρακτήρα, στρέφεται σε έναν ανεξάρτητο θίασο, ανάμεσά τους και η Βιλχεμίν Πλάνερ, η οποία θα γίνει και η πρώτη γυναίκα του, το 1836.

Η αρχή της καριέρας του ήταν ιδιαίτερα ταραχώδης και ο ίδιος ο Βάγκνερ ήταν ένα ασταθές πνεύμα. Δεν χειριζόταν τα οικονομικά του με σύνεση, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος τα ζωής του να το περάσει κυνηγημένος από δανειστές του, ενώ ενέδιδε σε απολαύσεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν παρακμιακές. Παρόλα αυτά, η σύνθεση ήταν ένα από τα μοναδικά πράγματα στα οποία ήταν συνεπής.

Τα επόμενα χρόνια ήταν ιδιαίτερα παραγωγικά αφού το 1840 ολοκληρώνει την όπερα «Ριέντσι» εμπνευσμένη από το ομώνυμο βιβλίο του Μπούλβερ Λύττον, το 1843 τον «Ιπτάμενο Ολλανδό», την ναυτική ιστορία ενός μυθικού πλοίου που είναι καταδικασμένο να ταξιδεύει μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία και το 1845 το «Τανχόιζερ», το οποίο θα γνωρίσει μεγάλη αποδοχή από το κοινό. Ξεκινά να γράφει το μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο έργο του «Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν», εμπνευσμένο από τον ίδιο γερμανικό μύθο που ο Τόλκιν αργότερα θα χρησιμοποιήσει για να γράψει τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών». Χωρίζεται σε 4 μέρη και θα περάσουν 26 χρόνια μέχρι να το ολοκληρώσει.

Το «Ριέντσι» θεωρείται η πρώτη αναγνωρισμένη επιτυχία του Βάγκνερ, γεγονός που συμβάλλει σημαντικά στην ανοδική πορεία την καριέρας του και κυρίως στη γνωστοποίηση του ονόματός και των έργων του. Αν και η φιλοσοφία του εκείνη την εποχή είχε ως κέντρο τα φιλελεύθερα ιδεώδη της Ευρώπης του 19ου αιώνα, αυτό δεν τον σταματά από το να εργαστεί ως Αρχιμουσικός στην Αυλή της Βαϊμάρης και της Σαξονίας.

Στην Εξορία

Όμως, έρχεται η περίοδος των πρώτων πολιτικών αναταράξεων στη Γερμανία. Ο Βάγκνερ που, για κάποια χρόνια εργαζόταν ως δημοσιογράφος σε γερμανική εφημερίδα, δημοσιεύει τα πρώτα του επαναστατικά άρθρα και δεν διστάζει να πάρει μέρος στην επανάσταση στη Δρέσδη το 1849. Η συμμετοχή του οδήγησε στη καταδίωξή του από τις Γερμανικές αρχές και την προσφυγή του στο σπίτι του στενού του φίλου Φραντς Λίστ. Παρόλα αυτά, δεν καταφέρνει να γλιτώσει την εξορία και χάνει την πρώτη παράσταση του «Λόενγκριν», στις 28 Αυγούστου 1850 στη Βαϊμάρη της Γερμανίας, υπό την διεύθυνση του Λίστ.

Για τα επόμενα 15 χρόνια, λίγα ακούστηκαν από τον συνθέτη. Έζησε για ένα διάστημα στη Ζυρίχη και δούλεψε στο τραγικό έργο «Ο θάνατος του Σίγκφριντ» που θα γίνει το 4ο μέρος της τετραλογίας του Δαχτυλιδιού και θα μετονομαστεί ως «Το Λυκόφως των Θεών».

Επιστρέφει στην γραφή, αυτή τη φορά όμως τον απασχολούν θέματα, διαφορετικά από αυτά της Γερμανίας. Γράφει κείμενα με πάθος, αποτυπώνοντας τις ιδέες του για την πορεία της τέχνης και την αντίληψη του για τη μουσική. Γραπτά όπως «Τέχνη και Επανάσταση», «Η τέχνη του Μέλλοντος» και «Όπερα και Δράμα» είναι τα γνωστότερα εξ αυτών. Περιγράφει τα μουσικά του έργα ως «Δράματα» και επιδιώκει έναν νέο, επαναστατικό τρόπο μουσικών εκτελέσεων, όπου κάθε μέρος θα ήταν ίσο με τα άλλα. Οραματίζεται μία μουσική ελεύθερη από τον ελιτιστικό χαρακτήρα της εποχής του. Αυτά του τα κείμενα δίνουν πνοή στη σκέψη ενός μεγάλου θαυμαστή του συνθέτη εκείνη την εποχή. Ο Φρίντριχ Νίτσε, στα νεανικά του χρόνια, βασίζει το φιλοσοφικό του έργο «Η Γέννηση της Τραγωδίας» σε αυτή την καινούρια ιδέα δράματος, στο οποίο θα εξυμνήσει τις ιδέες και το έργο του Βάγκνερ, όσο θα το απορρίψει και θα το κατακρίνει αργότερα.

Ο Βάγκνερ εφαρμόζει μία νέα μορφή αφήγησης, όπου ποιητικός λόγος παίρνει την πλήρη μορφή του μέσα από τη μουσική, μετατρέποντάς τον σε λυρικό. Χορός και σκηνικά συμβάλουν εξίσου στην εμπειρία δημιουργώντας ένα φαντασμαγορικό θέαμα. Είναι ο πρώτος που χρησιμοποιεί αυτό που σήμερα ονομάζουμε leitmotif, ένα μουσικό μέρος που συνήθως αντιστοιχεί σε έναν από τους χαρακτήρες του έργου και διαφοροποιείται ανάλογα με το τι ορίζει η πλοκή. Η ίδια λογική χρησιμοποιείται στα των σημερινά κινηματογραφικά soundtrack. Την ιδέα αυτή θα αναπτύξει στη Τετραλογία του Δαχτυλιδιού, ένα εγχείρημα που αποδεικνύεται όλο και πιο δύσκολο στην ολοκλήρωση αφού, παράλληλα, αναγκάζεται να συνθέσει μικρότερες όπερες που θα τον ικανοποιούν βιοποριστικά.

Η επιστροφή και το τέλος

Το 1860 του επιτρέπεται η επιστροφή στη Γερμανία, αρχικά με κάποιους περιορισμούς. Τα οικονομικά του δεν ήταν στην καλύτερη κατάσταση κυρίως λόγω προηγούμενων χρεών τα οποία ξεχρέωσε με τη συμβολή του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Β’. Ο Λουδοβίκος θαύμαζε τον Βάγκνερ και ανέλαβε να τον πάρει υπό τη προστασία του στο Μοναχό. Η στάση αυτή οδηγεί τον Βάγκνερ να αναθεωρήσει τις απόψεις του σχετικά με το μοναρχικό καθεστώς.

Επηρεασμένος από τα γραπτά του Γερμανού φιλοσόφου Σοπενχάουερ, γράφει το μουσικό δράμα «Τρίστανος και Ιζόλδη», ένα μικρότερο έργο, που εκθέτει πλήρως το όραμα του για το μέλλον της όπερας στην πράξη, και το οποίο ανεβαίνει στις 10 Ιουνίου 1865. Διευθύνει ο μαέστρος Χανς Φον Μπίλοφ με την γυναίκα του οποίου, ο Βάγκνερ ξεκινά μία μυστική σχέση. Θα παντρευτεί την Κοζίμα, νόθα κόρη του Λίστ, πέντε χρόνια αργότερα, και μαζί θα αποκτήσουν τρία παιδία.

Το 1869 ολοκληρώνεται η Τετραλογία του Δαχτυλιδιού και είναι η στιγμή να παρουσιαστεί στο κοινό ως πλήρες έργο. Η κεντρική ιδέα του Βάγκνερ ήταν να χτιστεί ένα θέατρο με κύριο σκοπό να φιλοξενήσει αυτή τη παράσταση. Με τη βοήθεια των αριστοκρατών της περιοχής και παραστάσεων που έγιναν για συλλογή χρημάτων, το θέατρο χτίζεται στο Μπαϊρόιτ της Βαυαρίας και ανοίγει στις 13 Αυγούστου 1876. Η περιοχή θα γίνει και ο τελευταίος τόπος κατοικίας του συνθέτη. Από τις 13 μέχρι τις 17 Αυγούστου της ίδια χρονιάς παρουσιάζεται καθημερινά ένα μέρος του «Δαχτυλιδιού των Νιμπελούνγκεν». Περιτριγυρισμένος από τις μεγαλύτερες πολιτικές και καλλιτεχνικές προσωπικότητες της Ευρώπης, και παρακολουθώντας το αριστούργημά του να ξεδιπλώνεται σε όλο του το μεγαλείο, ο Βάγκνερ βιώνει την σημαντικότερη στιγμή της καριέρας του.

Τα τελευταία χρόνια του συνθέτη κυλούν ήρεμα, αναγνωρισμένος πλέον, απολαμβάνοντας την επιτυχία του. Το 1882 γράφει και συνθέτει το τελευταίο του έργο με τίτλο «Πάρσιφαλ», στην πρεμιέρα του οποίου θα διευθύνει ο ίδιος την 3η πράξη. Στις 13 Φεβρουαρίου 1883 η καρδιά του τον εγκαταλείπει και φεύγει από τον κόσμο ένα από τους μεγαλύτερους συνθέτες της ιστορίας, έχοντας αλλάξει οριστικά την έννοια της μουσικής για ολόκληρο τον Δυτικό κόσμο. Το φεστιβάλ στο Μπαϊρόιτ θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μουσικά φεστιβάλ τα Ευρώπης και διεξάγεται ετησίως, μέχρι και σήμερα.

Πηγή φωτογραφίας: steinway.com