Το καλοκαίρι που μας πέρασε με συνάντησε η Νάνσυ και μου πρότεινε το «Γελώντας Άγρια» του Κρίστοφερ Ντουράνγκ. Το έργο δεν το είχα διαβάσει, αλλά ήξερα από φίλους ότι είναι απ’ τ’ αγαπημένα των παιδιών που δίνουν εξετάσεις στις Δραματικές Σχολές. Στη συνέχεια το συμπάθησα γιατί μου θύμισε κάτι από stand up comedy και μουσικό live. Ξέφευγε από το “κανονικό” θέατρο και έδινε μερικές άγριες ελευθερίες που δεν τις συναντάς αλλού.

Ήταν μεγάλη ευκαιρία σκέφτηκα, να μιλήσουμε για κάτι τόσο ευθύ και σύγχρονο. Το κείμενο δεν έχει δεύτερα και τρίτα επίπεδα. Είναι οι μονόλογοι δύο ανθρώπων που δεν χωρούν πουθενά. Δεν ξέρουν τι να κάνουν με τη ζωή τους και μας μιλούν απευθείας γι αυτά που σκέφτονται χωρίς φίλτρο. Θυμίζουν όλα εκείνα τα πρόσωπα που προσπερνάμε βιαστικά στο δρόμο, μα αν σταθούμε για λίγο και σκεφτούμε τη ζωή τους, θα μπορούσαμε να τρελαθούμε από τις πιθανότητες.

Η γραφή του έργου, ήταν επίσης τέτοια, που έμοιαζε να επιτρέπει εμβόλιμα κείμενα και πράγματα προσωπικά, όπως τ’ αγαπημένα μας τραγούδια, στίχους από ποιήματα και άλλα εξω-κειμενικά… Τα αφομοίωνε με τόση γενναιοδωρία, σαν να ήταν έτσι γραμμένο από πάντα.

Αφορμή για να μιλήσουν οι χαρακτήρες για αυτά τους απασχολούν, γίνεται η διαμάχη για μια κονσέρβα τόνου στο σούπερ μάρκετ. Έτσι ξεκινώντας από την δική τους, προσωπική θέση πάνω στο περιστατικό, ακολουθεί όλο το συναισθηματικό roller coaster των νευρώσεών τους. Μεγάλο ερώτημα που είχαμε να απαντήσουμε κατά τη διάρκεια των προβών, ήταν και το σε ποιο μέρος θα μπορούσαν να μιλούν για όλα αυτά τα θέματα. Χαζεύοντας, εικόνες που θα μπορούσαν να μας φανούν χρήσιμες, πέσαμε πάνω σ’ ένα σινεμά. Έτσι προέκυψε το εξής ερώτημα: Άραγε τι ζητάει κανείς πηγαίνοντας να δει ένα έργο τέχνης; Ένας θεατής, που πηγαίνει στο σινεμά ή στο θέατρο, τι είναι αυτό που περιμένει; Γιατί στο βάθος ο καθένας μας κάτι προσδοκά… Έναν τρόπο να ζήσει καλύτερα τη ζωή του; Μια έμπνευση; Να δει κάτι που θα ήταν καλό να αποφύγει;

Κλείνοντας θα μοιραστώ μαζί σας τις παρακάτω φράσεις που αγαπώ πολύ από το έργο.

«Πάντα να αναπνέεις. Αυτή είναι η βάση της ζωής. Η αναπνοή.
Αν δεν αναπνέεις, πεθαίνεις.

«Θέλω να νιώσω χαρά. Θέλω να ξανανιώσω τη χαρά της ζωής. Θέλω η χαρά μου να μοιάζει… έτσι…”

Βιογραφικό

Ο Πάνος Παπαδόπουλος, είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και φοιτητής της Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ. Υπήρξε υποψήφιος για το Βραβείο Δημήτρης Χορν (2018), για την παράσταση «Έξυπνο Πουλί» του Φεντώ, σε σκηνοθεσία Μάνου Βαβαδάκη και Γιώργου Κατσή. Αυτήν την περίοδο συνσκηνοθετεί και συμπρωταγωνισεί με τη Νάνσυ Μπούκλη στην παράσταση «Γελώντας άγρια» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Το καλοκαίρι θα βρίσκεται στις Νεφέλες του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.


Διαβάστε επίσης:

Γελώντας άγρια, του Κρίστοφερ Ντουράνγκ στο Θέατρο του Νέου Κόσμου