Από την Χρυσούλα Μαρίνου

“Δεν ζωγραφίζω όπως αυτό που βλέπω αλλά αυτό που σκέφτομαι”. Και πράγματι, με εικόνες πιο πολύ σαν σκέψεις παρά αντικατοπτρισμοί της πραγματικότητας, ο Πάμπλο Πικάσο, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες τους προηγουμένου αιώνα, θεμελιώνοντας και διαδίδοντας το κίνημα της μοντέρνας τέχνης. Τα έργα του, γνωστά σε όλο τον κόσμο για την εκκεντρικότητά τους, αποτελούν αντικείμενο συζήτησης και έμπνευσης για πολλούς σύγχρονους καλλιτέχνες.

Τα πρώτα χρόνια

Γεννήθηκε στις 25 Οκτωβρίου του 1881 στη Μαλάγα της Ισπανίας. Η καριέρα του πατέρα του ως καθηγητή σχεδίου και ζωγράφου, τον έφερε από μικρή ηλικία σε επαφή με την εικαστική τέχνη και την επιθυμία να γίνει ο ίδιος ζωγράφος. Ξεκίνησε να ζωγραφίζει νωρίς στη ζωή του και το ταλέντο του έγινε φανερό αρκετά σύντομα. Στην ηλικία των 14 ετών ξεκίνησε να φοιτά στην Σχολή Καλών Τεχνών La Llotja όπου δίδασκε ο πατέρας του. Στα 16 του, έχοντας ήδη θέσει τις βάσεις ενός ανερχόμενου καλλιτέχνη, συνέχισε τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών της Μαδρίτης.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, ο νεαρός Pablo τριγυρνούσε συχνά στους διαδρόμους του μουσείου Prado, θαυμάζοντας πίνακες άλλων γιγάντων της ζωγραφικής. Μάλιστα, ήταν τα χρόνια εκείνα που εγκατέλειψε την υπογραφή «Ruiz» (επίθετο του πατέρα του και αρκετά συνηθισμένο στην Ισπανία) που τόσο καιρό χρησιμοποιούσε και υιοθέτησε το «Picasso» (επίθετο της μητέρας του). Το 1899 επέστρεψε στη Βαρκελώνη. Την περίοδο αυτή δημιούργησε έργα όπως «Η Πρώτη Κοινωνία»(1896) και «Επιστήμη και Φιλανθρωπία»(1897).

«Επιστήμη και Φιλανθρωπία»(1897)

Ένας καλλιτέχνης, πολλές τεχνοτροπίες

Το Παρίσι για τον Πικάσο, όπως και για πολλούς άλλους καλλιτέχνες πριν από αυτόν, αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες στιγμές στην τέχνη του. Όχι όμως με τον τρόπο που επηρέασε του υπόλοιπους. Θρηνώντας για την αυτοκτονία του φίλου του Carlos Casagemas, τα έργα του Πικάσο αρχίσαν να κυριαρχούνται από μπλε, ψυχρές αποχρώσεις, χρώματα που έδωσαν το όνομα στην Γαλάζια Περίοδο (1900-1904). Τα θέματα αντικατόπτριζαν την ψυχική του διάθεση, αφού παρουσίαζαν μοναξιά και σκηνές εξαθλίωσης. Η Γαλάζια Περίοδος χαρακτηρίζεται από τα έργα «Γαλάζιο Γυμνό»(1902), «Η ζωή»(1903) και «Ο γέρος Κιθαρίστας»(1903).

«Γαλάζιο Γυμνό»(1902)
«Ο γέρος Κιθαρίστας»(1903)

Το 1905 εγκαταστάθηκε οριστικά στο Παρίσι σημαίνοντας τη σύντομη αλλά χαρακτηριστική του Ρόδινη περίοδο (1904-1906). Τα χρώματα θερμαίνονται, γίνονται ροδαλά, τα θέματα δείχνουν αρλεκίνους και κλόουν, καθώς και γυναικεία σώματα. Πολλοί αποδίδουν την αλλαγή αυτή και στην ερωτική ζωή του Πικάσο αφού τότε γνωρίζει και διατηρεί δεσμό με το μοντέλο και μούσα του για ένα χρονικό διάστημα, Fernand Olive. Την περίοδο εκείνη αρχίζει να αποκτά δημοσιότητα στον κόσμο της τέχνης. Στην Ρόδινη Περίοδο συναντάμε έργα όπως «Αγόρι με Πίπα»(1905), «Οικογένεια Σαλτιμπάγκων» (1905), «Gertrude Stein» (1905-06) και «Δύο γυμνά»(1906).

«Αγόρι με Πίπα»(1905)
«Gertrude Stein» (1905-06)

Ο ζωγράφος, τα χρόνια 1907-1909 μελετά και επηρεάζεται από την αφρικανική τέχνη, οδηγώντας τον να δημιουργήσει τον πίνακα ο οποίος, μέχρι το τέλος της καριέρας του, προκάλεσε τις περισσότερες αντιδράσεις: «Οι Δεσποινίδες της Αβινιόν». Με πρόσωπα που μοιάζουν με αφρικάνικες μάσκες, γωνιακά και παραμορφωμένα σώματα, ο ζωγράφος δίνει τα πρώτα σημάδια για την αρχή μιας περιόδου που θα χαρακτηρίσει την τέχνη του και θα την ανακηρύξει ως η πιο επαναστατική στην ιστορία της μοντέρνας τέχνης.

«Οι Δεσποινίδες της Αβινιόν»(1907)

Το 1907 ο Πικάσο γνωρίζει τον Γάλλο ζωγράφο George Braque με τον οποίο ανέπτυξε μία στενή φιλία. Ξεκίνησαν να ζωγραφίζουν πλάι ο ένας στον άλλο, ενώ ο ανταγωνισμός τούς ώθησε να ξεπεράσουν τα όρια της τέχνης τους. Η φιλία τους λειτούργησε εποικοδομητικά γεννώντας την τεχνοτροπία του Κυβισμού. Η πρώτη φόρμα ήταν αυτή του Αναλυτικού Κυβισμού(1907-1912), κατά την οποία, τα αντικείμενα αναλύονται σε όλες τις πιθανές τους οπτικές, οι οποίες στη συνέχεια ανασυντίθενται, με αφηρημένο τρόπο, στον πίνακα. Αντιπροσωπευτικά της περιόδου είναι τα: «Τρεις γυναίκες» (1907), «Ψωμί και Δίσκος με φρούτα σε Τραπέζι» (1909) and «Κορίτσι με Μαντολίνο» (1910)

Η φόρμα εξελίσσεται σε αυτή του Συνθετικού Κυβισμού(1912-1914) όταν οι δύο ζωγράφοι ξεκινούν να υιοθετούν την τεχνική του κολλάζ στα έργα τους. Το 1914, στην αρχή του Α’ Παγκοσμίου, ο Braque στρατεύεται. Ο Πικάσο μέχρι τότε είχε επωφεληθεί από ότι είχε να του προσφέρει ο φίλος του, ενώ η τέχνη του έχει πλέον ξεκινήσει να αποκτά μία δική της ταυτότητα. Αρχίζει να πειραματίζεται με τις έννοιες του χώρου και του φωτός, τα αντικείμενα μπλέκονται και συνδυάζονται με μέρη του σώματος, καταλήγοντας σε ένα ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Δημιουργήθηκαν έργα όπως «Still Life with Chair Caning» (1912), «Ο Χαρτοπαίκτης» (1913-14) και «Τρείς Μουσικοί» (1921).

«Τρείς Μουσικοί» (1921)
«Still Life with Chair Caning» (1912)

Ο Μεγάλος Πόλεμος τον βρίσκει στο Παρίσι στο οποίο παραμένει μέχρι το 1917. Τότε, για ένα μικρό χρονικό διάστημα, πηγαίνει στη Ρώμη, με σκοπό να φτιάξει τα σκηνικά της παράστασης «Παρέλαση» του Ρώσου Serge de Diaghilev, σε μουσική του συνθέτη Erik Satie. Εκεί γνωρίζει και την μπαλαρίνα Olga Khoklova με την οποία θα παντρευτεί το 1918 και θα αποκτήσουν ένα παιδί. Θα μείνουν παντρεμένοι μέχρι το 1927.

Πορεία προς την Γκουέρνικα

Το 1927 ο Πικάσο θα έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με το ανερχόμενο κίνημα του Σουρεαλισμού, με το οποίο και θα τον ταυτίσουν οι κριτικοί τέχνης, παρόλο που ο ίδιος δεν ένιωσε ποτέ μέρος του. Ο Κυβισμός με τον Σουρεαλισμό αποτέλεσαν το ιδανικό μείγμα για τον ζωγράφο. Για τα επόμενα 10 χρόνια ο Πικάσο θα συνεχίσει να δημιουργεί σουρεαλιστικούς πίνακες, να ανακαλύπτει νέες έννοιες στα σχήματα και τα αντικείμενα μέσα από την ματιά των Σουρεαλιστών, τα έργα του, ακόμα και απλοϊκά, θα εμφανίζουν μια πληθώρα συναισθημάτων. Η Περίοδος του Σουρεαλισμού θα κρατήσει μέχρι το 1945. Πίνακες της περιόδου αυτής είναι «Η γυναίκα που κλαίει»(1937), «Κορίτσι στον Καθρέφτη»(1932).

«Κορίτσι στον Καθρέφτη»(1932)
«Η γυναίκα που κλαίει» (1937)

Όλα αυτά θα καταλήξουν στη δημιουργία του πιο διάσημου έργου του, που στολίζει και σήμερα τους τείχους του Μουσείου Σύγχρονής Τέχνης Βασιλίσσης Σοφίας στη Μαδρίτη, την Γκουέρνικα (1937). Τον Απρίλη του 1937 η Ισπανική δημοκρατική κυβέρνηση του ζητά να αντιπροσωπεύσει την χώρα του στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού. Ο πίνακας που φιλοτέχνησε σε τρεις μόλις εβδομάδες, παρουσιάζει τον βομβαρδισμό της ομώνυμης πόλης της Ισπανίας από τους Γερμανούς συμμάχους του στρατηγού Φράνκο. Αποτελεί ένα δυνατό σχόλιο για τον Εμφύλιο Πόλεμο που λάμβανε χώρα στην Ισπανία εκείνη τη περίοδο, από έναν καλλιτέχνη που αγαπούσε βαθιά τη χώρα του. Σε έναν αιώνα που χαρακτηρίζεται από τις αναταραχές του, ο Πικάσο ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την πολιτική.

«Γκουέρνικα» (1937)

Το 1944, μετά την απελευθέρωση του Παρισιού, έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος γεγονός που έστρεψε εναντίον του πολλά άτομα της καλλιτεχνικής σκηνή της εποχής. Ο ζωγράφος όμως δεν σταμάτησε ποτέ να αποζητά και να υπερασπίζεται την ειρήνη. Προσωπική ζωή και τελευταία χρόνια Παράλληλα, στην ερωτική του ζωή, έχοντας αποκτήσει ένα παιδί με την ερωμένη του Marie-Terez Valter το 1935, και ενώ βρέθηκε σε σχέση με την φωτογράφο Dora Maar το 1937, το 1943 γνωρίζει και ερωτεύεται τη ζωγράφο Francoise Gilot. Συζούν για δέκα χρόνια και αποκτούν δύο παιδιά, πριν τον αφήσει το 1953.

«Ma Jolie» (1911-12)

Το 1946 μετακομίζει στη νότια Γαλλία και αρχίζει να ασχολείται με την κεραμική. Εκεί, το 1953, μετά τον χωρισμό του με την Francoise, γνωρίζει την Jacqueline Rogue σε ένα εργαστήρι αγγειοπλαστικής η οποία, το 1961, θα γίνει η δεύτερη γυναίκα του μέχρι το τέλος της ζωής του.

Στα τελευταία χρόνια του παρήγαγε τουλάχιστον 70 πίνακες, πολλά εκ των οποίων, ήταν ερμηνείες έργων των μεγάλων ζωγράφων που στα 16 του θαύμαζε στις αίθουσες του Prado.  Ο Πικάσο πεθαίνει σε ηλικία 91 ετών, στις 8 Απριλίου του 1973, αφήνοντας πίσω του μία ζωή γεμάτη χρώμα και εμπειρίες.


Κεντρική φωτογραφία θέματος: Pablo Picasso, Photograph by Alexander Liberman