Το λεπτό μα πυκνογραμμένο, μεταθανάτιο μα προμελετημένο τελευταίο βιβλίο του Γουίλιαμ Γκάντις.

Σε τούτες τις σελίδες ο αναγνώστης δεν θα συναντήσει τα παραδεδομένα λογοτεχνικά συστατικά –πλοκή, διάλογο, χαρακτήρες–, αλλά μόνο το απονενοημένο παραλήρημα ενός ανώνυμου αφηγητή τα λόγια του οποίου μοιάζουν απομαγνητοφωνημένα παρά γραμμένα· φορτισμένα με τη φούρια που επιτάσσει το διαγραφόμενο τέλος, το βιολογικό τέλος κι εκείνο της αυθεντικότητας και του φορέα της.

Ο Γκάντις συλλογίζεται τη θέση του καλλιτέχνη στο τέλος του εικοστού αιώνα και, χωρίς να το γνωρίζει, στις αρχές του εικοστού πρώτου και των δεκαετιών που ακολουθούν. Βρυχάται εμπρός στο φάσμα της εναλλάξιμης τέχνης που στερείται δημιουργού, στο όραμα της εκμηχανισμένης δημιουργίας χωρίς πνευματικό αντίκρισμα. Η φωνή του είναι ταραγμένη, νοσταλγική, βιτριολική, όπως ταιριάζει σε κάποιον στο μεταίχμιο ενός οντολογικού χάσματος.

Η δε ακρόασή της, πράξη αυτοάμυνας.

Ουίλιαμ Γκάντις – Πληροφορίες για τον συγγραφέα

Ο Ουίλιαμ Γκάντις (William Gaddis, Νέα Υόρκη, 1922-1998) συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους μοντερνιστές συγγραφείς της μεταπολεμικής εποχής.

Μετά τις σπουδές του στο Χάρβαρντ (1941-45), τις οποίες δεν ολοκλήρωσε, εργάστηκε για δύο χρόνια στο The New Yorker, ελέγχοντας την πραγματολογική ακρίβεια των κειμένων του περιοδικού. Έπειτα περιηγήθηκε στην Κεντρική Αμερική και στην Ευρώπη, ασκώντας διάφορα επαγγέλματα. Η λογοτεχνική του πορεία ξεκίνησε με το αμφιλεγόμενο μυθιστόρημα The Recognitions (1955). Το βιβλίο άρχισε ως παρωδία του Φάουστ, για να εξελιχθεί σε μια πολυεπίπεδη ανατομία της πνευματικής χρεοκοπίας· άλλοτε υμνήθηκε ως αριστούργημα υψηλής σύλληψης, άλλοτε κατακρίθηκε ως υπερβολικό και δυσπρόσιτο. Απογοητευμένος πάντως από την αυστηρή κριτική υποδοχή, ο Γκάντις στράφηκε στη συγγραφή για λογαριασμό εταιρειών και επί είκοσι χρόνια δεν εξέδωσε τίποτε άλλο.

Το δεύτερο μυθιστόρημά του, JR (1975), δομημένο σε εκτενή αποσπάσματα ζωηρού και κατακερματισμένου διαλόγου, σατιρίζει, σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα, την απληστία, την υποκρισία και την κοινοτοπία του αμερικανικού επιχειρηματικού κόσμου. Το τρίτο του έργο, Carpenter’s Gothic (1985), σκιαγραφεί ακόμη πιο ζοφερά το ηθικό χάος της σύγχρονης Αμερικής. Ο κόσμος του νόμου και των νομικών, και ιδίως η δικομανία που μάστιζε την κοινωνία, αποτέλεσαν το επίκεντρο του μυθιστορήματος A Frolic of His Own (1994).

Το κύκνειο άσμα του Γκάντις, Αγάπη χαίνουσα, εκδόθηκε μεταθανάτια, το 2002, μαζί με τη συλλογή δοκιμίων και περιστασιακών κειμένων The Rush for Second Place.