Έχει διανύσει πολλά χιλιόμετρα στο ελληνικό θέατρο, ενώ αξιοζήλευτες είναι οι συμμετοχές της σε σημαντικές παραστάσεις που άφησαν εποχή. Στις πλούσιες συνεργασίες της περιλαμβάνονται άνθρωποι με ξεχωριστό καλλιτεχνικό στίγμα, που αντιπροσωπεύουν ένα ευρύ φάσμα δημιουργίας. Λευτέρης Βογιατζής, Ζυλ Ντασσέν, Δημήτρης Μαυρίκιος, Άντζελα Μπρούσκου, Σταμάτης Φασουλής, αλλά και νεότεροι όπως η Σύλβια Λιούλιου και ο Ευρυπίδης Λασκαρίδης, είναι μόνο μερικοί από αυτούς. Λατρεύει να πειραματίζεται και τα τελευταία χρόνια την έχουμε δει είτε σε παραστάσεις σε τροχόσπιτα, είτε σε δημιουργίες για παιδιά. Η Όλια Λαζαρίδου, είναι μια ηθοποιός που αγαπά το θέατρο, την ποίηση και την ομορφιά της ζωής. Το αποδεικνύει άλλωστε από τον τρόπο που τοποθετείται απέναντι στα πράγματα.

Λίγες ημέρες πριν ξεκινήσουν οι παραστάσεις των «Ευτυχισμένων ημερών» σε σκηνοθεσία Σύλβιας Λιούλιου, συναντηθήκαμε και μιλήσαμε για τον μπεκετικό κόσμο που έπλασε μαζί με την σκηνοθέτιδα. Ωστόσο δε θα μπορούσαμε να μην αναφερθούμε σε ζητήματα της επικαιρότητας, αλλά και όσα προσφέρουν στην κυρία Όλια Λαζαρίδου μικρές στιγμές… «ευτυχίας».

– «Ευτυχισμένες μέρες», λοιπόν, για λίγες παραστάσεις στη σκηνή του Bios. Μιλήστε μας για την ιδιαιτερότητα αυτού του μπεκετικού έργου.

Όλια Λαζαρίδου: Είναι ένα χιλιοπαιγμένο έργο. Το καλό όμως είναι ότι ο κόσμος δεν πάει για να δει το έργο, μιας και το έχει παρακολουθήσει πολλές φορές, πάει για να δει την εκτέλεση. Είναι όπως ένα κομμάτι του Μπαχ, που το παίζει πχ ο Γκλεν Γκουλντ ή διάφοροι άλλοι και πας για να ακούσεις την διαφορετική εκτέλεση που προσφέρει. Κάτι ανάλογο και με έργα όπως οι «Ευτυχισμένες μέρες». Είναι τόσο βαθιά υπαρξιακό κείμενο, είναι ένα ρέκβιεμ για τη ζωή μας, για τους μικρούς καθημερινούς θανάτους και για το πόσο κωμικοτραγική είναι εν τέλει η ζωή. Περιλαμβάνει τόσα πολλά για εμάς τους ίδιους. Είναι ένα πράγμα που αισθάνεσαι ότι σε πλουτίζει και μόνο που ασχολείσαι… Σου ξυπνάει δικές σου μνήμες, πράγματα άλλων… Είναι ένα κείμενο που εισβάλλει βαθιά στην ψυχή. 

– Πώς το προσεγγίζει σκηνοθετικά η Σύλβια Λιούλιου; Τι διαφορετικό θεωρείτε πως φέρνει το δικό της ανέβασμα;

Το έργο δουλεύτηκε πολύ από την Σύλβια Λιούλιου και τον Νίκο Φλέσσα, που είναι δραματολόγος και υποδύεται τον Γουίλι. Εγώ λέω πως είναι πανεπιστημιακού επιπέδου η δουλειά που έχει γίνει. Άλλωστε, είχαμε και το σεμινάριο που έτρεχε σχετικά με την παράσταση. Η Σύλβια έφτιαξε μια παρτιτούρα, ένα κέντημα, ένα εργόχειρο, με πολύ μεγάλη λεπτομέρεια, στην οποία εγώ πάτησα. Αυτός είναι ένας λόγος που το δημιουργήσαμε μαζί, μιας και με τη Σύλβια συνδεόμαστε με καρδιακούς δεσμούς, εκτός φυσικά από επαγγελματικούς. Αισθάνομαι ότι φτιάξαμε ένα τραγούδι. Εκείνη έδωσε τις νότες, την παρτιτούρα και εγώ το τραγουδάω. Και φυσικά υπάρχει και ο Φλέσσας, που είναι ο σιωπηλός μαέστρος από πίσω… Η οπτική της Σύλβιας, φέρνει την μουσική. Αυτό που είναι επί της ουσίας το έργο. Κοιτάξτε, μπορεί κάποιος να παρεξηγήσει και να υποστηρίξει ότι το κείμενο είναι αβανταδόρικο και πρόκειται για απλό σόλο ενός ηθοποιού. Δεν είναι αυτό όμως ο Μπέκετ. Το κείμενο είναι κεντημένο με παύσεις, με λεπτομέρειες, μια ολοκληρωμένη παρτιτούρα.

– Η Γουίνι είναι μια από τις πιο αινιγματικές ηρωίδες του θεάτρου. Ποια στοιχεία της σας συγκινούν; Υπάρχουν σημεία που θα λέγατε πως συνταυτίζεστε μαζί της;

Η Γουίνι είναι ένα παλίμψηστο φτιαγμένο από όλα τα πρόσωπα, από όλες τις γυναίκες, από όλες τις ψυχές που βλέπουμε τριγύρω. Είναι ένα αρχέτυπο. Με συγκινεί η ελαφράδα που αντιμετωπίζει τα βαριά. Υπάρχει ένας τρόπος να έχεις βάθος και να το αντιμετωπίζεις ελαφρά. Να είσαι βαθύς αλλά με διαφορετικό πνεύμα. Αυτό το πλάσμα είναι η Γουίνι. Ένα σπουργιτάκι, ένα πουλάκι που τραγουδάει ερήμην της δραματικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται. 

– Τι σας έλκει προσωπικά στο μπεκετικό σύμπαν;

Ο Μπέκετ έχει ένα απόλυτο μέγεθος και στον τρόπο που γράφει και βλέπει τα πράγματα. Δεν έχει τίποτα μπανάλ και κλισέ. Πηγαίνει πολύ βαθιά στο ασυνείδητο, με έναν πολύ σύγχρονο τρόπο. Παρά τα τόσα χρόνια που έχει γραφτεί το έργο, δεν έχει παλιώσει τίποτα. Γιατί δεν μιλάει τη γλώσσα της επικαιρότητας, αλλά του ασυνείδητου, το οποίο είναι άχρονο.

– Σας συναντάμε πολλές φορές και στο ρόλο του σκηνοθέτη. Εσείς βέβαια έχετε δηλώσει πως προτιμάτε τον τίτλο του «προσωρινού αρχηγού». Τι σας παρακινεί κάθε φορά να εκφραστείτε είτε ως «αρχηγός» είτε ως «ερμηνεύτρια»;

Δεν θεωρώ ότι είμαι σκηνοθέτις. Απλώς κάποια πολύ συγκεκριμένα πράγματα που μου αρέσουν, θέλω να τους δίνω μια μορφή και να τα μοιράζομαι με τους άλλους. Σε καμία περίπτωση όμως δεν είμαι σκηνοθέτις. Ξεκάθαρα είμαι ηθοποιός, με την έννοια ότι είμαι αρκετά εύπλαστη. Όλη μου τη ζωή με αυτό ασχολήθηκα. Ακούω οδηγίες και τις εκτελώ. Πάντως βλέπω τα πράγματα με κάπως πιο παιγνιώδη διάθεση γενικά, που φυσικά δεν στερείται βάθους. 

– Πώς αντιμετωπίζετε αυτήν την κοινωνική κρίση τριγύρω;

Προσπαθώ να εστιάζω σε ένα χώρο εσωτερικό, ο οποίος έχει λιακάδα. Άμα θέλεις, μέσα σου τη βρίσκεις. Από εκεί τροφοδοτώ τον εαυτό μου για να μπορώ να αντέχω την εξωτερική σκοτεινιά και να μην την αναπαράγω στο χώρο μου.

– Πώς βλέπετε τα πράγματα στον ελληνικό θέατρο;

Στον χώρο του θεάτρου υπάρχει μια έκρηξη τρομερή, λες και η δημιουργικότητα είναι ένα αντίδοτο στην σκοτεινιά που έλεγα πριν. Μέσα σε αυτά βέβαια, υπάρχουν καλά και κακά πράγματα. Κατά συνέπεια, όλο αυτό έχει και θετικές και αρνητικές επιπτώσεις, οι οποίες θα αναδειχθούν με τον καιρό.

– Έχετε και μια σταθερή παρουσία στο διαδίκτυο και αποτυπώνετε συχνά ενδιαφέρουσες σκέψεις και τοποθετήσεις. Αλήθεια, τι σκέφτεστε για αυτό το μέσο;

Ποτέ δεν το είδα ως κάτι που μπορεί να έχει σχέση με τη δουλειά. Είναι σαν ένα ανοιχτό ημερολόγιο. Παλιά έγραφες σε ένα τετράδιο, τώρα στο facebook. Εγώ γράφω κάποιες σκέψεις. Μου αρέσει πολύ και με ενδιαφέρει προσωπικά η επικοινωνία με τους ανθρώπους. Και επίσης με απασχολεί και το αναγκαστικό όριο που υπάρχει όταν βρίσκεσαι από την άλλη μεριά της σκηνής και ο άλλος είναι θεατής. Στο facebook υπάρχει μια δημοκρατικότητα ως προς αυτό. Έχει καλά πράγματα, ενίοτε θεραπευτικά. Βέβαια, όπως κάθε πράγμα που έχει δύναμη, μπορεί να σε ρουφήξει. Υπάρχουν μέρες που απορώ, πώς απορροφήθηκα τόσο εκεί μέσα;

– Έχετε εκδώσει και ποιητικές συλλογές. Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο για τη σχέση σας με την ποίηση;

Δύο ποιητικές συλλογές. Η ποίηση δεν είναι τίποτα άλλο, από τον συμβολικό κόσμο. Είναι το λουλούδι της ύπαρξης. Εκεί όπου διασώζεται το άνθος της ζωής. Οπότε, η ποιητική ματιά πάνω στα πράγματα, έχει για μένα τεράστια βαρύτητα. 

– Υπάρχει κάτι ανακοινώσιμο για τα μελλοντικά σας σχέδια;

Ανακοινώσιμο όχι ακόμα, αλλά υπάρχουν πολλά σχέδια, τα οποία «βράζουν στο καζάνι» για να βγουν!

– Αν παίζαμε με τον τίτλο και αφαιρώντας την «ειρωνεία» του, τι θα λέγατε πως θα περιλάμβαναν ιδανικά οι δικές σας «ευτυχισμένες μέρες»;

Οι δικές μου ευτυχισμένες μέρες, χωρίς την ειρωνεία, θα περιλάμβαναν τη θαλπωρή μιας εστίας, εσωτερική ηρεμία, γαλήνη και χαρά! Όλα αυτά, με το άγιο αίσθημα της χαράς. Γιατί πιστεύω ότι όταν δεν υπάρχει χαρά στα πράγματα, δεν υπάρχει τίποτα. Εάν οποιαδήποτε πράγμα σου δημιουργεί χαρά, είναι ευλογημένο! 

– Σας ευχαριστώ πολύ!

Κι εγώ!


Οι «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ, ανεβαίνουν στο BIOS, σε σκηνοθεσία Σύλβιας Λιούλιου.