Πριν αρκετά χρόνια είχα την τύχη να δω την εξαιρετική ταινία «Ο τελευταίος σταθμός», βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Τζέι Παρίνι, με πρωταγωνιστές μεταξύ άλλων τον Κρίστοφερ Πλάμερ και την Έλεν Μίρεν. Το βιβλίο αυτό αναφέρεται μέσω των ημερολογίων και της αλληλογραφίας του συγγραφέα με την γυναίκα του, τα παιδιά του και τους συνεργάτες, στο έτος 1910, δηλαδή στον τελευταίο χρόνο της ζωής του μεγάλου και σοφού Ρώσου Λέοντος Τολστόι και καταδεικνύει με εμφατικό τρόπο τον εσωτερικό αγώνα του – πιστού στο δικό του Θεό – Τολστόι. Σε όλη του τη ζωή και μέχρι το τέλος υπηρέτησε με ζήλο τις αρχές και τις αξίες που ο ίδιος είχε ορίσει, χωρίς να παρεκκλίνει από αυτές. Υπηρέτησε όμως και ως στρατιώτης στον πόλεμο της Κριμαίας και είδε από κοντά τη σκληρότητα και τη βαρβαρότητα που λέγεται πόλεμος, κάτι που κατέγραψε στο μεγαλειώδες μυθιστόρημα «Πόλεμος και ειρήνη». Ο Τολστόι υπήρξε μια από τις κύριες ηγετικές μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, μια μορφή που έχοντας οικονομική άνεση – σε σχέση με τον Ντοστογιέφσκι που πάλευε για την επιβίωσή του – είχε στραφεί ειδικά στα τελευταία χρόνια της ζωής του στην φιλοσοφία και τον στοχασμό.

Πεφωτισμένος ποιμένας της λογοτεχνίας αναμετρήθηκε με τις σκέψεις και τις ανησυχίες του

Αποτέλεσμα αυτού του στοχασμού του Τολστόι υπήρξαν μια σειρά από μυθιστορήματα αλλά και διηγήματα, όπως αυτά που παρουσιάζονται εδώ για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό. Ο Τολστόι είχε ανέκαθεν την ανάγκη να καταφύγει στο θείο και δεν είναι τυχαίο πως τόσο οι νουβέλες και τα μυθιστορήματά του, όσο και οι χαρακτήρες του έχουν μία αθόρυβη φυγή προς το δρόμο της σωτηρίας μέσα από γεγονότα που κλονίζουν και ξαφνιάζουν τους ίδιους. Εκεί έγκειται το μεγαλείο του Τολστόι, να καταφέρνει πλήγματα στους ήρωές του και να τους θέτει τα αιώνια ερωτήματα της ύπαρξης, της αγάπης, της πίστης, της ίδιας της ύπαρξης, ακριβώς όπως ο ίδιος ένιωθε την γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του και να στροβιλίζεται συνεχώς σε σκέψεις και σε συλλογισμούς. Ανασφαλής και ανικανοποίητος με τα πλούτη του, αναζητούσε διακαώς και αενάως την σωτηρία της ψυχής του. Οι δύο γέροντες προκύπτουν από την έμφυτη ανάγκη του Τολστόι να αναμετρηθεί με τον ίδιο του τον εαυτό και να απευθυνθεί στον Θεό για να αντλήσει από εκεί τη δύναμή του και την έμπνευσή του. Τα τελευταία του γραπτά ειδικά αυτά από το 1880 και μετά είναι αποτέλεσμα αυτής της ενδελεχούς ενδοσκόπησης με τον εσώτερο εαυτό του και τις ανησυχίες του.

Ο Λέων Τολστόι είχε γράψει στα ημερολόγιά του: «Για να μπορέσει κανένας να πλησιάσει το Θεό, πρέπει να ναι εντελώς μόνος». «Το πιο αξιοσημείωτο συμβάν της ζωής του ανθρώπου είναι η στιγμή που παίρνει συνείδηση του εαυτού του. Οι συνέπειες του περιστατικού αυτού μπορεί να ναι οι πιο ευεργετικές ή οι πιο φοβερές». Οι δύο γέροντες είναι μια ιστορία εμπνευσμένη από το Ευαγγέλιο, καθώς ενέχει παραβολές που παραπέμπουν στον λόγο του Χριστού. Εκείνη την εποχή που γράφτηκαν αυτά τα διηγήματα, ο Τολστόι είχε φτάσει στην κορύφωση της συγγραφικής του ζωής και είχε εξασφαλίσει στον εαυτό του την άνεση να εκφράζει την εσωτερική φωνή του. Αυτή δηλαδή την ισχυρή φωνή που αντιπάλευε μέσα του και που ξεστόμιζε και εξωτερίκευε όλα αυτά που τον απασχολούσαν στο μυαλό του, τον προβλημάτιζαν, τον κυρίευαν σε τέτοιο βαθμό που να του προκαλούν πολλές φορές αυτοκτονικές τάσεις. Εργάστηκε πολύ με την σκέψη του, αγαπήθηκε και μισήθηκε για τις απόψεις του, συγκρούστηκε με το κατεστημένο και κήρυξε τον λόγο του Ευαγγελίου βλέποντας γύρω του αλλά και μέσα στην ίδια του την πολυμελή οικογένεια την σαθρότητα και την διάβρωση που είχε υποστεί το ανθρώπινο είδος με πλήθος αμαρτιών που για τον ίδιο ήταν ολέθριες και όφειλαν να διορθωθούν.

Στα άλλα δύο διηγήματα τα βάζει με τους σύγχρονούς του και την ροπή τους προς το μεθύσι το οποίο οδηγεί μαθηματικά στην καταστροφή και είναι ένα διαβολικό παράδειγμα του πώς ο άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί σε περίεργες και επικίνδυνες ατραπούς, να εκτροχιαστεί και τελικά να καταλήξει να υπηρετεί όχι τον εαυτό του αλλά τις πιο αδηφάγες ορέξεις του. Ο λόγος του Τολστόι είναι βαθιά δηκτικός διότι προσπαθεί να καταδείξει τις ανήθικες και ανόητες πράξεις μιας κοινωνίας που ρέπει προς την παραβατικότητα και την ασυδοσία μακριά από πνευματικές αναζητήσεις και σεβαστές πράξεις. «Είδες, τότε ακόμη και την τελευταία γωνίτσα δεν τη λυπόταν, αλλά μόλις άρχισε να του μένει επιπλέον σιτάρι, αναρωτιόταν πώς να ευχαριστηθεί. Και του έμαθα αυτή την ευχαρίστηση, να πίνει βότκα. Και όταν άρχισε το δώρο του Θεού να το κάνει βότκα για την απόλαυσή του, μέσα του ανέβηκε το αίμα και της αλεπούς και του λύκου και του χοίρου. Τώρα, όσο συνεχίζει να πίνει, θα είναι πάντα θηρίο».

Μέσα από τα συγγράμματά του, όπως αυτά τα εξαιρετικά διηγήματα, αποδεικνύει τη βαθυστόχαστη και ειλικρινή αναζήτηση του εσωτερικού του κόσμου που εκλιπαρούσε για σωτηρία ψυχής και για ένα ταξίδι μεταθανάτιο χωρίς αλλοτριώσεις, ενοχές και βάσανα. Ο Τολστόι στάθηκε ικανός να αφουγκραστεί σαν τον Χριστό την δίψα των συμπατριωτών του για έναν λόγο καθαρτικό που θα έσβηνε κάθε τους λύπη και θα έδινε ένα τόνο αισιοδοξίας στη μαύρη οθόνη του νου τους. Με τη λαχτάρα προσφοράς να τον διακατέχει και απαλλαγμένος από τους φόβους του, αφού συνομίλησε πρώτα με τον εσωτερικό του κόσμο και επανήλθε σε μία κατάσταση νηφάλια, συγκρούστηκε και κατακεραύνωσε τη θρησκεία που έγινε το νεκροταφείο των συνειδήσεων των ανθρώπων. Αυτή η εκκλησία που τον αφόρισε, είναι αυτή που ο ίδιος προηγουμένως αποκήρυξε και κάλεσε τον κόσμο που συναναστράφηκε να αγνοήσει τις ψεύτικες διδασκαλίες, αυτές που δεν έκαναν τίποτε παραπάνω από το να απομακρύνουν το λόγο του Χριστού από την πραγματικότητα. Όλα όσα εκείνος πρέσβευε απειλούσαν την καλοστημένη μηχανή των «σοφών γερόντων κληρικών» που με δόλο και απανθρωπιά παγίδευαν αθώους, προσηνείς και θεοσεβούμενους που το μόνο που ζητούσαν ήταν γαλήνη, στήριγμα και διέξοδο από τα προβλήματα που τους ταλάνιζαν.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Οι δύο γέροντες και άλλα διηγήματα»:

«Αν δεν κοπιάσεις, αν δεν εργαστείς, τίποτε δεν σου δίνει χαρά στον κόσμο»

Διαβάστε επίσης:

Λέων Τολστόι – Οι δύο γέροντες: Ένα βιβλίο με διηγήματα του Ρώσου συγγραφέα