Αναμφίβολα, η τέχνη του αστυνομικού μυθιστορήματος δεν είναι μια απλή διαδικασία στην οποία μπορούν όλοι να ανταπεξέλθουν. Παράδειγμα, οι μεγάλοι συγγραφείς όπως ο Τσέχοφ, ο δάσκαλος Πόε αλλά και ο Στήβενσον κατάφεραν να αναπτύξουν το είδος αυτό και το πέτυχαν γιατί χρησιμοποίησαν την αστυνομική πλοκή ως μέσο και εφαλτήριο για να αφηγηθούν αυτό που επιθυμούσαν. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι πως το αστυνομικό μυθιστόρημα απαιτεί δεξιοτεχνία και έχει ανάγκη από μία πυξίδα και ένα πρόσημο για να μπορεί να στηρίξει στέρεα την υπόστασή του. Απαιτείται από τον συγγραφέα να αναπτύξει την πλοκή του αλλά να την εμποτίσει και με άλλα στοιχεία που θα προσελκύσουν τον αναγνώστη ή/και θα θίξουν ένα ζήτημα.

Η διαδρομή του καλού αστυνομικού μυθιστορήματος

Το εγχείρημα είναι δύσκολο ως προς την σύλληψη των χαρακτήρων, την συνοχή και την εξιστόρηση με τέτοιο τρόπο που ο αναγνώστης να νιώθει πως το αστυνομικό μυθιστόρημα που κρατά στα χέρια του δεν αντιγράφει μανιέρα αλλά διατηρεί την δική του προσωπική χροιά και ύφος, εξάπτει τη φαντασία και μας χαλαρώνει ενώ μας καθιστά συμμέτοχους στην διαλεύκανση μιας δολοφονίας ή ενός εγκλήματος. Το αστυνομικό μυθιστόρημα, αυτό που μας κρατάει σε αγωνία και μας ενθουσιάζει τόσο με την δεξιοτεχνική του αφήγηση όσο και με τις ανατρεπτικές του διαστάσεις είναι και αυτό που τελικά διαρκεί στον χρόνο. Η εξαιρετική μετάφραση του Γιάννη Καυκιά είναι και αυτό ένα στοιχείο που συνδράμει τον αναγνώστη να παρακολουθήσει τον ειρμό του συγγραφέα, δεν είναι κάτι αμελητέο.

Εξάλλου, ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα είναι αυτό που πηγαίνει πέρα από την απλή ανακάλυψη του δολοφόνου και την εξιχνίαση του εγκλήματος. Είναι αυτό που διαθέτει λογοτεχνική ευστροφία, αφηγηματικό ειρμό, αυθεντική και όχι επιτηδευμένη αγωνία, αυτό που με λίγα λόγια συνδυάζει αστυνομικό δαιμόνιο και χτίσιμο ευφάνταστων χαρακτήρων. Είναι πολλές φορές εμποτισμένο με κοινωνικές, ιστορικές, πολιτικές ή άλλες εκφάνσεις που αφορούν σε γεγονότα πραγματικά ή κοντά στην πραγματικότητα έτσι που να αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη με μια αύρα μυστηρίου. Όλα αυτά τα πολύ κομβικά και βασικά όπλα διαθέτει στη φαρέτρα του ο Λεντέν και για αυτό συστήνεται ανεπιφύλακτα στο αναγνωστικό κοινό.

Ο κοινωνικός «πόλεμος» του συγγραφέα

Για παράδειγμα στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα νουάρ, ο συγγραφέας γράφει ένα βιβλίο στοχευμένο, αφηγηματικά ενδιαφέρον και ελκυστικό, ουσιώδες, έγκυρο και κοινωνικά ευαίσθητο, χτίζει μία ιστορία για να μας αφηγηθεί ένα μείζον πρόβλημα της σύγχρονης εποχής, αυτό της παιδικής και εφηβικής ζωής με όλες της τις προεκτάσεις. Πραγματεύεται την κοινωνική θέση των παιδιών, τον ρόλο τους, τους φόβους τους, τις σκέψεις του που πολλές φορές δεν συμβαδίζουν με αυτές των μεγάλων και για αυτό τα παιδιά προσπαθούν να ξεφύγουν από τον κόσμο των μεγάλων χωρίς όμως να έχουν επίγνωση των κινδύνων που διατρέχουν σε έναν κόσμο όπου επικρατεί δυστυχώς για αυτά το κακό, σε έναν κόσμο που πολλές φορές αδιαφορεί για αυτά ή τα εκμεταλλεύεται προς ίδιον όφελος.

Ο Λεντέν με αφηγηματική δεινότητα και με καίριο λόγο που συμπίπτει απόλυτα με την εποχή του μας εντάσσει ήδη από την αρχή σε ένα δαιδαλώδες σκηνικό όπου πρωταγωνιστές είναι παιδιά, αθώες ψυχές που βρίσκουν τον θάνατο δίχως κανείς να γνωρίζει το τί και το πώς. Ο επιθεωρητής Κορβίν που αναλαμβάνει τη διαλεύκανση των αυτοκτονιών των παιδιών είναι από μόνη της μία προσωπικότητα δυναμική, δραστήρια και είναι αποφασισμένος να λύσει με κάθε τρόπο τον γόρδιο δεσμό για να προλάβει τυχόν επιπλέον δραματικά συμβάντα. Ο Λεντέν του αναθέτει την αποστολή και τον ντύνει με οργή και μένος για αυτό που συμβαίνει. Γιατί όπως είχε γράψει κάποτε και ο Αλμπέρ Καμύ δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από τον θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο παράλογο από τον θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα.

Αυτή η δήλωση του Καμύ έρχεται και εδώ να επιβεβαιωθεί με τρόπο δυστυχώς τραγικό σε μία μικρή γαλλική πόλη όπου όλα φαίνονται σκοτεινά και αδιευκρίνιστα, οι αυτοκτονίες των παιδιών είναι μία είδηση που αφήνει άναυδη την κοινωνία και ο επιθεωρητής καλείται να συμβάλλει πυροσβεστικά ώστε να αποσοβήσει και άλλους τυχόν θανάτους. Αυτές οι αυτοκτονίες είναι αποτέλεσμα μίας συμμορίας, ενός κυκλώματος ή είναι απόρροια εφηβικών ασταθειών και παιδιών σε αποδρομή που επιθυμούν να περάσουν ένα κάποιο μήνυμα; Ή μήπως είναι αποτέλεσμα άλλων συμπεριφορών που πρέπει οι αρχές να ανακαλύψουν για να λάμψει η αλήθεια; Όλα είναι ρευστά, όλα χρήζουν διερεύνησης και η έρευνα είναι μία πολύπλοκη υπόθεση με πολλούς υπόπτους και με πολλά ερωτηματικά που πρέπει άμεσα να απαντηθούν πριν να είναι πολύ αργά.

Για τον επιθεωρητή που έχει αναλάβει στους ώμους του μία σταυροφορία, ο κόσμος είναι μοχθηρός και ο ίδιος εμφανίζεται οργισμένος και μαινόμενος σαν Ηρακλής. Δεν εμπιστεύεται κανέναν, είναι επιθετικός στις ανακρίσεις που διενεργεί και συνεχώς στροβιλίζεται γύρω από υπόνοιες και συλλογισμούς. Ο ρόλος του είναι κομβικός και πρωταρχικός, δέχεται πιέσεις από ανώτερους και από γονείς, είναι στο στόχαστρο όλων και καλείται να λύσει το μυστήριο δίχως καθυστέρηση. Βρίσκεται πραγματικά υπό ασφυκτικό κλοιό και οφείλει να το διαχειριστεί όσο το δυνατόν πιο ψύχραιμα. Ο Κορβίν είναι έντονα ανήσυχος και η ψυχολογία του έχει φτάσει στο ναδίρ αλλά έχει την υποχρέωση να πάει ως το τέλος. Ο ίδιος αναφέρει γλαφυρά πως «οι γλώσσες μιλούν, αλλά δεν λύνονται. Βλέπει τα χείλη ν’ ανοιγοκλείνουν, ακούει τα ονόματα, τις διευθύνσεις και τις ενδείξεις που βγαίνουν από το στόμα, αλλά ξέρει επίσης ότι δεν ειπώθηκαν όλα, ότι το απόστημα δεν έχει σπάσει. Ότι του δίνουν το ελάχιστο επειδή δεν είναι από εδώ, και τα μυστικά τους δεν πρέπει να μαθευτούν«.

Αποσπάσματα

«Οι ζωντανοί σιωπούν, οι νεκροί μιλούν για αυτούς. Οι ζωντανοί και οι νεκροί διασκεδάζουν αντάμα μπροστά στο φακό μιας κάμερας, αλλά στο τέλος του χορού κανείς πια δεν γελάει«.

«Οι βιντεοταινίες, τα παιδιά. Ένα αδιαπέραστο τείχος, η ατομική αυτοκτονία ως συλλογική επιλογή. Και ως συνέπεια. Η μία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την άλλη. Οι παιδικές σκιές και τα πτώματά τους. Τα σώματα και τα πνεύματα που τσακίζονται, συντρίβονται, συνθλίβονται, πετιούνται στα σκουπίδια«.


Διαβάστε επίσης:

Ο πόλεμος της ματαιοδοξίας – Marin Ledun