Ο Ναμπούκκο, η νέα παραγωγή της ΕΛΣ στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, ανεβαίνει σε μουσική διεύθυνση Φιλίπ Ωγκέν, σκηνοθεσία Λέο Μουσκάτο, με τον κορυφαίο Έλληνα βαρύτονο, Δημήτρη Πλατανιά, στον ομώνυμο ρόλο.

Ο Ναμπούκκο θεωρείται μια από τις σπουδαιότερες όπερες του Τζουζέππε Βέρντι. Σε προσωπικό επίπεδο ανέδειξε τον Βέρντι ως τον σημαντικότερο Ιταλό συνθέτη του 19ου αιώνα, ενώ σε συλλογικό επίπεδο μετατράπηκε σε σύμβολο του αγώνα για την ενοποίηση της Ιταλίας. Ο Βέρντι δεν υπήρξε ο πρώτος που μελοποίησε κείμενα με έντονα πολιτικό χαρακτήρα. Φλογεροί, γεμάτοι πατριωτικά αισθήματα στίχοι υπάρχουν σε αρκετές όπερες πριν από τις δικές του. Τη διαφορά την κάνει η μουσική· είναι αυτή που δίνει στις όπερες του Βέρντι σαφώς πολιτική διάσταση και έχει τη δύναμη να εξεγείρει τα πλήθη.

Η ενασχόλησή του με την πολιτική ανέδειξε τον συνθέτη σε εθνικό σύμβολο της Ιταλίας. Ως ακροστιχίδα το σύνθημα «Viva, Verdi» σήμαινε «Ζήτω ο Βίκτωρ Εμμανουήλ, βασιλιάς της Ιταλίας» – «Viva, Vittorio Emanuele, Re d’Italia». Με τη μουσική του ο Βέρντι εξέφρασε σε αισθητικό επίπεδο το πνεύμα του ώριμου ρομαντισμού και σε πολιτικό επίπεδο την επιθυμία των συμπατριωτών του να δουν την Ιταλία ελεύθερη και ενωμένη. Στις ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες του 19ου αιώνα ο Βέρντι υπήρξε ο συνθέτης που συνέβαλε στη δημιουργία εκείνης της μοναδικής στιγμής στην ιστορία της μουσικής κατά την οποία η υψηλή τέχνη έγινε ταυτόχρονα λαϊκή.

Η υπόθεση αφορά την αιχμαλωσία των Εβραίων από τον βασιλιά της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορα. Όταν, στην αλαζονεία του, εκείνος ζητά απ’ όλους να τον προσκυνήσουν ως θεό, τον πλήττει κεραυνός. Όταν αναγνωρίζει ως μόνο αληθινό θεό τον Ιεχωβά, βρίσκει πάλι τα λογικά του, απελευθερώνει τους Εβραίους και συναινεί στη σχέση της πραγματικής κόρης του, της Φενένας, με τον Ισμαήλ, ανιψιό του βασιλιά της Ιερουσαλήμ. Στον Ιεχωβά στρέφεται στο τέλος και η Αμπιγκαΐλε, που σφετερίστηκε την εξουσία του Ναμπούκκο.

Τη σκηνοθεσία της νέας παραγωγής του Ναμπούκκο υπογράφει ο Λέο Μουσκάτο, στην πρώτη του συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή. Ο Μουσκάτο είναι ένας από τους δυναμικά ανερχόμενους Ιταλούς σκηνοθέτες της όπερας, που έχει διακριθεί σε έργα Βέρντι και Πουτσίνι, και έχει παρουσιάσει μεγάλες επιτυχίες σε κορυφαία ιταλικά λυρικά θέατρα (Ρώμη, Βενετία, Φλωρεντία, Τορίνο κ.α.).

Ο σκηνοθέτης σημειώνει: «Η νέα παραγωγή για την Εθνική Λυρική Σκηνή έχει δραματική γεύση και η ιστορία γίνεται πιο ωμή. Με την επιλογή ενός περιβάλλοντος πιο κοντά στις μέρες μας η τραγωδία των Εβραίων που απελάθηκαν και εξαναγκάστηκαν σε καταναγκαστική εργασία από τους Βαβυλώνιους θυμίζει κάπως το Ολοκαύτωμα που σημάδεψε το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Δεν υπάρχει επιθυμία για συμμόρφωση με την ιστορική ακρίβεια: η αισθητική ταυτότητα των σκηνικών και των κοστουμιών έχει στόχο την απόδοση ενός αφηρημένου τόπου και χρόνου, ώστε να εστιάσει την προσοχή στην ουσία. Για να αναπλάσουμε περιβάλλοντα διαφορετικά και απομακρυσμένα, χρησιμοποιούμε ένα σταθερό σύστημα σκηνικών: ένα πάτωμα, πέντε εισόδους, μερικά σκηνικά αντικείμενα και προβολές βίντεο στους τρεις τοίχους του θεάτρου.

Στην παράστασή μας οι Βαβυλώνιοι κυβερνώνται από ένα στρατιωτικό καθεστώς: άντρες και γυναίκες φορούν στολές, μερικές φορές εκστρατείας, άλλες φορές παρέλασης. Ο Ναμπούκκο είναι ο ανώτατος διοικητής τους και οι Βαβυλώνιοι τον λατρεύουν σαν να ήταν θεός στη γη. Όταν, όμως, υφίσταται εγκεφαλικό επεισόδιο, ο Ναμπούκκο πέφτει σε δυσμένεια. Οι Βαβυλώνιοι του γυρίζουν την πλάτη και, τώρα, την ίδια αφοσίωση που είχαν δείξει παλαιότερα σε εκείνον δείχνουν στην Αμπιγκαΐλε, τη νέα βασίλισσα η οποία έχει σφετεριστεί την εξουσία. Μόνο μια μικρή ομάδα στρατιωτών, υπό την ηγεσία του Αμπντάλλο, παραμένει πιστή στον παλιό διοικητή της. Ο Ναμπούκκο, κλεισμένος σε ένα είδος σανατόριου, αντιμετωπίζεται ως παράφρονας. Σε μια στιγμή απόγνωσης βρίσκει τη δύναμη να μετανοήσει για όλο τον πόνο που προκάλεσε και να ζητήσει συγχώρεση από τον Θεό για τους Ιουδαίους που τόσο περιφρονούσε.

Σε αυτή την παραγωγή, η τραγωδία των Εβραίων που απελάθηκαν και υποδουλώθηκαν αφενός θυμίζει την τραγωδία των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, αφετέρου μοιάζει πολύ με τα βασανιστήρια που υιοθετήθηκαν στα σύγχρονα στρατόπεδα κράτησης, όπως στο Γκουαντάναμο».

Η όπερα είναι διάσημη, μεταξύ άλλων, για το περίφημο χορωδιακό των Εβραίων σκλάβων, το οποίο επέχει θέση εθνικού ύμνου για τους Ιταλούς, καθώς εξέφρασε το συλλογικό αίσθημα ενάντια στον Αυστριακό κατακτητή.  Εκτός όμως από το πασίγνωστο χορωδιακό, η όπερα περιλαμβάνει μουσικά και ερμηνευτικά απαιτητικούς ρόλους για τον βαρύτονο, την υψίφωνο και τον βαθύφωνο.

Στη νέα παραγωγή της ΕΛΣ τον ρόλο του τίτλου θα ερμηνεύσει ο διάσημος Έλληνας βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, ο οποίος έχει διαπρέψει ως Ναμπούκκο σε μεγάλες σκηνές σε όλο τον κόσμο, όπως η Βασιλική Όπερα του Λονδίνου (Κόβεντ Γκάρντεν), η Κρατική Όπερα της Βαυαρίας, η Όπερα της Φλωρεντίας, το Μέγαρο Τεχνών Βασίλισσα Σοφία (Βαλένθια), η Όπερα της Στουτγάρδης κ.α.

Στον ρόλο της Αμπιγκαΐλε ντεμπουτάρει η διακεκριμένη Κορεάτισσα σοπράνο Σάε-Κιουνγκ Ριμ, η οποία έχει πρωταγωνιστήσει σε κορυφαία λυρικά θέατρα, όπως η Κρατική Όπερα της Βιέννης, η Αρένα της Βερόνας, η Όπερα της Ουάσινγκτον κ.α. Η Σάε-Κιουνγκ Ριμ εντυπωσίασε το ελληνικό κοινό με την ερμηνεία της στον ρόλο της Μαντάμα Μπαττερφλάι το περασμένο καλοκαίρι στο Ηρώδειο.

Στον ρόλο του Ζαχαρία ο Ιταλός βαθύφωνος Ρικκάρντο Τζανελλάτο, ο οποίος έχει εμφανιστεί στα σημαντικότερα ιταλικά λυρικά θέατρα και φεστιβάλ (Σκάλα Μιλάνου, Ρώμη, Μπολόνια, Φεστιβάλ Πουτσίνι, Φεστιβάλ Ντονιτσέττι κ.α.).

Στο καστ συμμετέχουν διακεκριμένοι Έλληνες και ξένοι μονωδοί, όπως η Έλενα Κασσιάν, ο Δήμος Φλεμοτόμος, ο Δημήτρης Κασιούμης, και οι νεότεροι Γιάννης Καλύβας και Βαρβάρα Μπιζά.

Την παραγωγή θα διευθύνει ο διακεκριμένος αρχιμουσικός Φιλίπ Ωγκέν, μουσικός διευθυντής της Κρατικής Όπερας της Ουάσινγκτον. Σπούδασε στη Βιέννη και τη Φλωρεντία και έχει διευθύνει σε μερικές από τις σημαντικότερες όπερες Ευρώπης και Αμερικής σε Βιέννη, Μιλάνο, Νέα Υόρκη, Λονδίνο, αλλά και σε κορυφαία φεστιβάλ, όπως το Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ.

Ο Ναμπούκκο με μια ματιά

Ο συνθέτης

Ο Τζουζέππε Βέρντι, ο διασημότερος συνθέτης του ιταλικού ρομαντισμού, γεννήθηκε στο Λε Ρόνκολε της βόρειας Ιταλίας το 1813 και πέθανε στο Μιλάνο το 1901. Τα πρώτα του έργα γράφτηκαν μέσα στο επαναστατικό κλίμα της εποχής, απηχώντας τον αγώνα για την απελευθέρωση των ιταλικών κρατιδίων από τους Αυστριακούς και την ενοποίησή τους σε κυρίαρχη χώρα.

Η ενασχόλησή του με την πολιτική ανέδειξε τον συνθέτη σε εθνικό σύμβολο. Ως ακροστιχίδα το σύνθημα «Viva, Verdi» σήμαινε «Ζήτω ο Βίκτωρ Εμμανουήλ, βασιλιάς της Ιταλίας» – «Viva, Vittorio Emanuele, Re d’Italia». Το 1861 ο συνθέτης εξελέγη μέλος του πρώτου ιταλικού κοινοβουλίου.

Διασημότερες όπερές του είναι οι Ναμπούκκο (1842), Ερνάνης (1844), Ριγολέττος (1851), Ο τροβαδούρος (1853), Η παραστρατημένη / Τραβιάτα (1853), Η δύναμη του πεπρωμένου (1862), Ντον Κάρλος (1867/1884), Αΐντα (1871), Οθέλλος (1887) και Φάλσταφ (1893). Με τη μουσική του ο Βέρντι εξέφρασε σε αισθητικό επίπεδο το πνεύμα του ώριμου ρομαντισμού και σε πολιτικό επίπεδο την επιθυμία των συμπατριωτών του να δουν την Ιταλία ελεύθερη και ενωμένη. Στις ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες του 19ου αιώνα ο Βέρντι υπήρξε ο συνθέτης που συνέβαλε στη δημιουργία εκείνης της μοναδικής στιγμής στην ιστορία της μουσικής κατά την οποία η υψηλή τέχνη έγινε ταυτόχρονα λαϊκή.

To έργο

Ο Ναμπούκκο αποτελείται από τέσσερα μέρη. Το ποιητικό κείμενο είναι του Τεμίστοκλε Σολέρα και βασίζεται στο θεατρικό έργο Ναβουχοδονόσορ των Ωγκύστ Ανισέ-Μπουρζουά και Φρανσίς Κορνύ (1836), όπως επίσης στο σενάριο ενός ομώνυμου μπαλέτου σε χορογραφία του Αντόνιο Κορτέζι (1838).

Πρεμιέρες

Ο Ναμπούκκο πρωτοπαρουσιάστηκε στη Σκάλα του Μιλάνου στις 9 Μαρτίου 1842. Το ελληνικό κοινό άκουσε την όπερα για πρώτη φορά στην Κέρκυρα, στο Θέατρο Σαν Τζάκομο, στις 28 Σεπτεμβρίου 1844. Σε εκείνες τις παραστάσεις η όπερα μετονομάστηκε από Ναβουχοδονόσορ σε Ναμπούκκο. Στην Αθήνα αναφέρεται παράσταση από ιταλικό θίασο στις 21 Νοεμβρίου 1851. Ακολουθούν το θέατρο Απόλλων της Σύρου (1866/67) και το θέατρο Απόλλων της Πάτρας (1877/78). Στο ρεπερτόριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, η οποία ιδρύθηκε το 1939, η όπερα περιλήφθηκε στις 25 Ιουνίου 1959. Τον κεντρικό ρόλο υποδύθηκε στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού ο Καταλανός βαρύτονος Μανουέλ Αουσένσι και την Αμπιγκαΐλε η Μαρία Κερεστετζή. Τις μουσικές δυνάμεις της ΕΛΣ διηύθυνε ο Τότης Καραλίβανος.

Συντελεστές:

Μουσική διεύθυνση Φιλίπ Ωγκέν
Σκηνοθεσία Λέο Μουσκάτο
Σκηνικά Τιτσιάνο Σάντι
Κοστούμια Σίλβια Αϋμονίνο
Βίντεο Λούκα Αττίλι
Φωτισμοί Αλεσσάντρο Βεράτσι
Διεύθυνση χορωδίας Αγαθάγγελος Γεωργακάτος

Ναμπούκκο: Δημήτρης Πλατανιάς
Ισμαέλε: Δημήτρης Φλεμοτόμος
Ζαχαρίας: Ρικκάρντο Τζανελλάτο
Αμπιγκαΐλε: Σάε-Κιουνγκ Ριμ
Φενένα: Έλενα Κασσιάν
Αρχιερέας του Βάαλ: Δημήτρης Κασιούμης
Αμπντάλλο: Γιάννης Καλύβας
Άννα: Βαρβάρα Μπιζά

Με την Ορχήστρα και τη Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής

Με ελληνικούς και αγγλικούς υπέρτιτλους


Φωτογραφίες: ©Δ. Σακαλάκης


Διαβάστε επίσης:

Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2018: Το πρόγραμμα