Η «Δεσποινίς Τζούλια», γραμμένη το 1888, αποτέλεσε την πρώτη νατουραλιστική τραγωδία του Σουηδικού θεάτρου, σύμφωνα με επιστολή του ίδιου του Αύγουστου Στρίντμπεργκ στον εκδότη του (Strindberg, August. Miss Julie and Other Plays. Oxford Univ. Press, 1998: 20). Το νατουραλιστικό στοιχείο ήταν τόσο έντονο στο έργο, ώστε ο εκδότης θεώρησε αρκετά ριψοκίνδυνη την έκδοσή του. Ο νατουραλισμός, ως κίνημα, μετουσίωνε τη σύνδεση του ανθρώπου με τη γη και την εν γένει φθαρτή του φύση. Έτι συνεχίζοντας την αληθοφάνεια του ρεαλισμού, ο νατουραλισμός συνδέθηκε με την θεωρία της εξέλιξης των ειδών, όπως την εξέφρασε ο Κάρολος Δαρβίνος στα τέλη του δέκατου-ένατου αιώνα. Ως συνέπεια, οι ήρωες του νατουραλισμού απεικόνιζαν τις συνέπειες της κληρονομικότητας, αλλά και της σύνδεσής τους συνολικά με το φυσικό περιβάλλον.
Η Τζούλια του Σουηδού συγγραφέα, ως γνήσιο τέκνο του νατουραλισμού, είναι απότοκος ενός προβληματικού γάμου. Η μητέρα της την είχε γαλουχήσει με διδάγματα του πρώιμου φεμινισμού, κάνοντάς την να πιστέψει ότι είναι ίση με τον άνδρα. Αυτή η φρεναπάτη, σύμφωνα με τον Στρίντμπεργκ, την οδήγησε σε παράτολμες και συχνά ανεπίτρεπτες συμπεριφορές και ενέργειες. Το αποτέλεσμα ήταν, η Τζούλια να βρεθεί μπλεγμένη στα δίχτυα του υπηρέτη της, Ζαν, θεωρώντας ότι υπερείχε κοινωνικά. Ωστόσο, ο συγγραφέας προτάσσει τη βιολογική υπεροχή του άνδρα-Ζαν έναντι της γυναίκας-Τζούλια, οδηγώντας την τελευταία στην αυτοκτονία, η οποία άλλωστε μοιάζει μονόδρομος.
Η Τζούλια, κόρη ενός πλούσιου γαιοκτήμονα, ζει με τον πατέρα της, έχοντας χάσει τη μητέρα της. Η φιγούρα της μητέρας όμως ήταν αυτή η οποία άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στην ανατροφή της Τζούλιας, καθώς της έμαθε ότι είναι ίση με τους άνδρες και για αυτό πρέπει να διεκδικεί τα δικαιώματά της. Ένα βράδυ του αποκαλόκαιρου, η Τζούλια κατεβαίνει στην κουζίνα του σπιτιού και περνάει το βράδυ της με την μαγείρισσά της, Κριστίν και τον υπηρέτη της, Ζαν. Ξεκινώντας ένα ερωτικό παιχνίδι με τον Ζαν, ο οποίος είναι αρραβωνιασμένος με την Κριστίν, καταλήγει να παρασύρεται από την γοητεία που της ασκεί ο νέος άνδρας. Στο τέλος της βραδιάς καταλήγει στο κρεβάτι μαζί του. Σύντομα όμως ανακαλύπτει ότι ο Ζαν δεν σκοπεύει να μείνει μαζί της, καθώς η Τζούλια δεν είναι οικονομικά αυτάρκης και συνεπώς δεν του είναι πλέον χρήσιμη. Ατιμασμένη και προδομένη, δίνει τέλος στη ζωή της, καθοδηγημένη από τον ίδιο τον Ζαν.
Η παράσταση
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος έκανε ένα ενδιαφέρον δραματουργικό πείραμα. Θέλησε να καταδείξει ότι οι κοινωνικές συμβάσεις ισχύουν στο διηνεκές, ανεξαρτήτως φύλου, με γνώμονα την κυρίαρχη πατριαρχική φιλοσοφία των σύγχρονων κοινωνιών. Έτσι, μετέτρεψε την Δεσποινίδα Τζούλια σε Κύριο Ζυλ, θέλοντας να μιλήσει για την περιθωριοποίηση ως συνέπεια της κοινωνικής κριτικής που ασκεί η καθεστηκυία τάξη, η οποία ανδροκρατείται. Ο Κύριος Ζυλ, σε αντίθεση με την Τζούλια του Στρίντμπεργκ, στιγματίζεται όχι λόγω της βιολογικής του φύσης, αλλά λόγω των ερωτικών του επιλογών. Ωστόσο, η εκμετάλλευση που υφίσταται από τον αρρενωπό Ζαν είναι ανάλογη της ηρωίδας του Στρίντμπεργκ, καθώς ο νεαρός υπηρέτης χρησιμοποιεί τον Κύριο Ζυλ, όπως συμβαίνει στο πρωτότυπο θεατρικό έργο.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Ο σκηνοθετικός και κοινωνικός σχολιασμός του Θ. Μοσχόπουλου ήταν ενδιαφέρον, αλλά και καίριος. Γνωρίζοντας πολύ καλά τόσο το queer theatre, όσο και το θέατρο του at-yer-face, ο σκηνοθέτης θέλησε να αναδείξει την κοινωνική περιθωριοποίηση λόγω ερωτικών επιλογών, τις οποίες υφίστανται διαχρονικά οι άνθρωποι. Διασκευάζοντας ωστόσο το κείμενο του Σουηδού συγγραφέα οδηγήθηκε, αναπόφευκτα, σε δραματουργικά αδιέξοδα, με κυριότερο το ατελεύτητο τέλος.
Οι Ηθοποιοί
Εξαιρετικός ήταν ο Γιάννης Καράμπαμπας ως Ζαν αποδίδοντας τους μύχιους φόβους του ήρωα και τα βιώματα της πατριαρχίας που του έχει εμφυσήσει η κοινωνία, ενώ παράλληλα αποκάλυπτε την ανάγκη να αγαπηθεί και να αγαπήσει, ανεξαρτήτως φύλου, απομακρυνόμενος από τα κοινωνικά αδιέξοδα. Καλός ήταν ο Νίκος Κοσώνας στο ρόλο του Κυρίου Ζυλ, αποκαλύπτοντας το άγουρο και ταυτόχρονα το αυθάδες της νεαρής ηλικίας, που τον οδηγούν στα πλοκάμια του Ζαν. Πολύ καλή ήταν τέλος, η Θεόβη Στύλλου στο ρόλο της Κριστίν, αποδεικνύοντας τις αγκυλώσεις μιας νέας γυναίκας, η οποία είναι διατεθειμένη να κάνει κάθε είδους υποχώρηση προκειμένου να ανταποκριθεί στο κοινωνικό «φαίνεσθαι» που επιβάλλουν οι κοινωνίες στις γυναίκες.
Οι Συντελεστές
Εκκινώντας από την δραματουργική επεξεργασία του Θωμά Μοσχόπουλου, η οποία ήταν ενδιαφέρουσα τόσο σημειολογικά, όσο και παραστασιακά, ήταν καταφανής η επιθυμία του δραματουργού-σκηνοθέτη να σχολιάσει ένα κείμενο το οποίο, μολονότι απέχει από το σημερινό κοινό σχεδόν εκατό-πενήντα χρόνια, φανερώνει την έλλειψη σημαντικών κοινωνικών αλλαγών.
Εξαιρετικά σημειολογικά φορτισμένο ήταν το σκηνικό (Σκηνικά-Κοστούμια-Καλλιτεχνική επιμέλεια: Βασίλης Παπατσαρούχας). Με κεκλιμένο τον έναν τοίχο και την οροφή, δημιουργούσε την αίσθηση της ασφυξίας και του εγκλωβισμού, αποτυπώνοντας τα συναισθήματα των τριών ηρώων, καθώς βρίσκονταν ασφυκτικά εγκλωβισμένοι από τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες της κοινωνίας όπου ζουν. Η κουζίνα, σε λευκό χρώμα, παρέπεμπε στη χαμένη αγνότητα και αθωότητα των τριών. Ταυτόχρονα όμως λειτούργησε σαν tabula rasa, όπου επρόκειτο να εγγραφεί η ίδια τους η ζωή και οι επιλογές τους. Σε αυτό σημαντικό ρόλο είχαν οι φωτισμοί (Σχεδιασμός φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος), οι οποίοι αντικατόπτριζαν τα συναισθήματα και τις σκέψεις των ηρώων. Οι φωτισμοί εναλλάσσονταν γρήγορα, ενώ κυμαίνονταν ανάμεσα στο βαθύ κόκκινο, το έντονο μπλε και το ζεστό κίτρινο. Τέλος, τα κοστούμια, ειδικά του Ζαν και της Κριστίν, στους χρωματισμούς του άσπρου και του μαύρου παρέπεμπαν σε πιόνια από σκάκι, τα οποία τα κινεί, ερήμην τους, κάποια άλλη δύναμη.
Εν κατακλείδι
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος θέλησε να καταδείξει ότι οι κοινωνικές συμβάσεις οι οποίες ίσχυαν τον δέκατο-ένατο αιώνα συνεχίζουν να υπάρχουν έως και τις μέρες μας, παρά τα κάποια βήματα προόδου. Το όλο εγχείρημα ήταν ενδιαφέρον, καταδεικνύοντας ότι είναι ουσιαστικά μηδαμινή η όποια πρόοδος. Ο σκηνοθέτης-δραματουργός βασίστηκε στο έργο του Στρίντμπεργκ αντιστρέφοντας το ένα μετά το άλλο τα δραματουργικά μοτίβα του Σουηδού συγγραφέα, υπογραμμίζοντας ότι η κοινωνία ήταν και παραμένει δυναστική τόσο για άνδρες όσο και για γυναίκες, για ετεροφυλόφιλους όσο και ομοφυλόφιλους. Προκειμένου να ενισχύσει τον ισχυρισμό του αυτό ο Θ. Μοσχόπουλος κατέφυγε, αρκετά αποσπασματικά, στο μεταμοντερνισμό, παρεμβάλλοντας αναφορές στο ναζιστικό καθεστώς και τον Χίτλερ. Τα χρονικά αυτά πισωγυρίσματα, ανάμεσα στον δέκατο-ένατο αιώνα και το 1940, έκαναν σαφή την άποψη του σκηνοθέτη για την άρρηκτη σύνδεση ανάμεσα στην πατριαρχία και τον ναζισμό. Ωστόσο, η σποραδικότητα και η αποσπασματικότητά τους δεν εξέλιξαν τη συνολική σημειολογία της παράστασης. Εν κατακλείδι, ο Θωμάς Μοσχόπουλος δεν κατάφερε να καταλήξει σε κάποια δραματουργική λύση, με αποτέλεσμα να θολώσει το συνολικό του εγχείρημα, το οποίο φάνηκε να μένει χωρίς συγκεκριμένο και αποκρυσταλλωμένο συμπέρασμα.
Διαβάστε επίσης:
Ο Κος Ζυλ, σε κείμενο & σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου στο Θέατρο Πόρτα
